ΚΟΣΜΟΣ

Πορεία μέσω Συμπληγάδων για τον Εμανουέλ Μακρόν

poreia-meso-sympligadon-gia-ton-emanoyel-makron-2381862

Την περασμένη Τρίτη, οι Γάλλοι μοιράζονταν μιαν αίσθηση απελευθέρωσης. Επιτέλους, μπορούσαν να συναντηθούν και πάλι σε καφέ, ρεστοράν, μπαρ, πάρκα και παραλίες, καθώς μία από τις πιο σκληρές και μακρόχρονες καραντίνες που επιβλήθηκαν στην Ευρώπη για την αντιμετώπιση της COVID-19 αποτελούσε πλέον παρελθόν. Την ίδια ημέρα, όμως, ο υπουργός Οικονομικών Μπρινό Λε Μερ είχε ένα δυσοίωνο μήνυμα: η γαλλική οικονομία αναμένεται να συρρικνωθεί το 2020 στο εφιαλτικό ποσοστό του 11%, κάτι που προοιωνίζεται τσουνάμι απολύσεων, ακρωτηριασμούς μισθών και νέο γύρο κοινωνικών εντάσεων, σε μια χώρα όπου ο απόηχος των «Κίτρινων Γιλέκων» είναι ακόμη αισθητός.

Οι εβδομάδες και οι μήνες που ακολουθούν προμηνύονται δύσκολοι για τον Εμανουέλ Μακρόν, ίσως δε να επηρεάσουν αποφασιστικά τις πιθανότητες επανεκλογής του στις προεδρικές εκλογές του 2022. Τις πρώτες εβδομάδες της πανδημίας, ο Γάλλος πρόεδρος επωφελήθηκε από το «φαινόμενο της σημαίας», που θέλει τους λαούς να συσπειρώνονται, κατά πλειοψηφία, γύρω από την κρατική ηγεσία αμέσως μετά την εκδήλωση μιας ξαφνικής εθνικής απειλής. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η εικόνα άλλαξε δραματικά. Την περασμένη εβδομάδα, η δημοτικότητα του Μακρόν κατρακύλησε στο 35%, ποσοστό πολύ μικρότερο από εκείνα των Τραμπ και Τζόνσον, δύο ηγετών που εύλογα κατηγορούνται για αναποτελεσματική διαχείριση της πανδημίας. Ανεξαρτήτως του αν ο Μακρόν θα μπορούσε να είχε επιβάλει περιοριστικά μέτρα μία εβδομάδα νωρίτερα, δεν είναι αυτός ο κύριος λόγος της λαϊκής δυσαρέσκειας. Εκείνο που πάνω απ’ όλα τη θρέφει είναι οι συνέπειες των πολιτικών λιτότητας που ακολούθησαν όλες οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών, συμπεριλαμβανομένης της σημερινής, ιδιαίτερα στο σύστημα υγείας, και η εκρηκτική εκδήλωση των κοινωνικών ανισοτήτων στις συνθήκες της πανδημίας. Φαινόμενα που δεν χαρακτηρίζουν, βέβαια, μόνο τη Γαλλία – η καμπάνα χτυπάει για όλους.

Ο Εμανουέλ Μακρόν ανέβηκε στην εξουσία το 2017 με ένα φιλελεύθερο οικονομικό πρόγραμμα, πεπεισμένος πως οι χρόνιες παθογένειες της γαλλικής οικονομίας (υψηλή ανεργία, υπερβολικό χρέος, απώλεια ανταγωνιστικότητας, ιδιαίτερα απέναντι στη Γερμανία) μπορούν να αντιμετωπιστούν με δάνεια από την αγγλοσαξονική ορθοδοξία. Υπό αυτό το πρίσμα, προώθησε αλλαγές στο εργασιακό, στους δημόσιους σιδηροδρόμους και στην επιδότηση της ανεργίας, σε σύγκρουση με τα συνδικάτα και την Αριστερά.

Ωστόσο, η έκρηξη της πανδημίας που έπληξε τόσο σκληρά τη Γαλλία (τρίτη χώρα της Ευρώπης σε νεκρούς, με περίπου 30.000) ανάγκασε τον Μακρόν να βάλει προς τον παρόν στο ψυγείο τον οικονομικό φιλελευθερισμό και να ενισχύσει θεαματικά τον κρατικό παρεμβατισμό. Ο Γάλλος πρόεδρος είπε το δικό του mea culpa, αναγνωρίζοντας τις ευθύνες του για την αποδυνάμωση του δημόσιου συστήματος υγείας και συνδύαζε, στις δημόσιες παρεμβάσεις του, όρκους στην εθνική κυριαρχία σε στυλ Ντε Γκωλ και υποσχέσεις για μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, που θύμιζαν Αριστερά του παλιού καιρού. Εδώ και δυόμισι μήνες, η Γαλλία εφαρμόζει το πιο προχωρημένο, στην Ευρώπη, πρόγραμμα κρατικής στήριξης, καθώς το δημόσιο, μεταξύ άλλων, καταβάλλει το 85% των μισθών 12 εκατομμυρίων εργαζομένων που βρίσκονται σε υποχρεωτική άδεια. Παράλληλα, ο Μακρόν ανέστειλε την προγραμματισμένη «μεταρρύθμιση» στο συνταξιοδοτικό, για να κατευνάσει τα πνεύματα.

Το μεγάλο του πρόβλημα είναι ότι δεν διαθέτει κάτι που να μοιάζει με στοιχειωδώς συνεκτικό κόμμα. Ο πολιτικός σχηματισμός του, το LREM, ήταν ένα όχημα για την εκλογή του στην προεδρία, χωρίς ιδεολογικό στίγμα («ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά», αλλά τι ακριβώς κανείς δεν ξέρει), φτιαγμένο από «αποστάτες» των Σοσιαλιστών και της Κεντροδεξιάς, με συνεκτικό ιστό τις προσωπικές του φιλοδοξίες. Το ότι κατάφερε να κερδίσει τον έλεγχο της Εθνοσυνέλευσης στις βουλευτικές εκλογές του 2017, αμέσως μετά τη νίκη του επί της ακροδεξιάς Μαρίν Λεπέν, δημιούργησε μια ψευδαίσθηση ηγεμονίας, που δεν άντεξε για πολύ στη δοκιμασία της πραγματικότητας.

Τον περασμένο μήνα, το LREM γνώρισε δύο διαδοχικά πλήγματα. Επτά βουλευτές του αποσκίρτησαν για να συγκροτήσουν το κεντροδεξιό κόμμα Agir, θεωρώντας ότι ο Μακρόν απομακρύνεται από το φιλελεύθερο πρόγραμμά του, ενώ άλλοι τόσοι συγκρότησαν το νεοπαγές κεντροαριστερό κόμμα «Οικολογία – Δημοκρατία – Αλληλεγγύη», κρίνοντας ότι δεν πάει όσο χρειάζεται μακριά ως προς την προώθηση προοδευτικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων με πράσινο χρώμα. Αποτέλεσμα ήταν να απολέσει το LREM την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γεγονός που καθηλώνει τον Μακρόν σε ένα είδος πολιτικής ομηρίας από το σύμμαχο κεντροδεξιό MoDem του Φρανσουά Μπαϊρού.

Τούτων δοθέντων, ο Μακρόν αντιμετωπίζει τον κίνδυνο μιας μακράς περιόδου φθοράς από τους δικούς του frondeurs (αντάρτες), σαν εκείνη που υπέστη ο Φρανσουά Ολάντ στο δεύτερο μισό της θητείας του, με συνέπεια την τελική εκλογική του καταβαράθρωση. Ο δεύτερος και αποφασιστικός γύρος των δημοτικών εκλογών, στις 28 Ιουνίου, μάλλον δεν θα βελτιώσει πολύ την ατμόσφαιρα στο προεδρικό στρατόπεδο. Στις τρεις μεγαλύτερες πόλεις –Παρίσι, Μασσαλία, Λυών– το LREM είτε δεν έχει υποψήφιο είτε ο υποψήφιός του δεν έχει ελπίδες επικράτησης· μια θλιβερή εικόνα για κόμμα εξουσίας. 

Με ορίζοντα το 2022

Το 2017, ο Μακρόν βγήκε πρόεδρος έχοντας αποσπάσει μόλις το 24% των ψήφων στον πρώτο γύρο, μόνο και μόνο γιατί είχε απέναντί του την ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν στον δεύτερο. Το 2022 δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι δεν θα έχει απέναντί του αξιόμαχους αντιπάλους, εκτός πολιτικής καραντίνας. Πέραν του πάντα υπολογίσιμου αριστερού υποψηφίου Ζαν-Λικ Μελανσόν (ο οποίος λίγο έλειψε να μπει στον δεύτερο γύρο το 2017), υπάρχει ο πρώην υπουργός Περιβάλλοντος Νικολά Ιλό, η πιο δημοφιλής πολιτική προσωπικότητα αυτή τη στιγμή, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις. Στο στρατόπεδο της Κεντροδεξιάς, ο πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ βγήκε ενισχυμένος από τη δοκιμασία της πανδημίας, με τη δημοτικότητά του να ξεπερνά εκείνη του Μακρόν και δεν αποκλείεται κάποια στιγμή να αυτονομηθεί, ιδίως αν ο Γάλλος πρόεδρος τον αντικαταστήσει με τον υπουργό Εξωτερικών Ζαν-Ιβ Λεν Ντριάν, όπως ακούγεται, για να σηματοδοτήσει μια στροφή προς τα αριστερά.