ΚΟΣΜΟΣ

Το Aνώτατο Δικαστήριο στη μάχη του Νοεμβρίου

to-anotato-dikastirio-sti-machi-toy-noemvrioy-2387680

Tη ρητορική περί κυνηγιού μαγισσών και πολιτικής δίωξης εις βάρος του επανέφερε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου να δώσει το πράσινο φως για τη δημοσιοποίηση των περιουσιακών του στοιχείων. «Τα δικαστήρια στο παρελθόν έχουν επιδείξει αμέριστο σεβασμό. ΟΧΙ ΣΕ ΜΕΝΑ!», ήταν η πρώτη του αντίδραση μετά την ετυμηγορία, υπονοώντας ότι το Σώμα χρησιμοποιεί δύο μέτρα και σταθμά σε σχέση με τους προκατόχους του.

Ο εισαγγελέας του Μανχάταν Σάι Βανς εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία πανηγύρισε για την απόφαση και το γεγονός ότι ο πρόεδρος δεν έχει ασυλία απέναντι σε αιτήματα ορκωτών δικαστηρίων. «Είναι μια μεγάλη νίκη για το δικαστικό σύστημα στη χώρα και την ιδρυτική αρχή πως ουδείς, ούτε καν ο πρόεδρος, είναι πάνω από τον νόμο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Σε επίπεδο ουσίας η απόφαση αποτελεί δεινή ήττα για τον Τραμπ, επειδή οι δικαστές απέρριψαν τα επιχειρήματα της νομικής του ομάδας ότι ο πρόεδρος θα πρέπει να είναι θωρακισμένος από τέτοιες διαδικασίες. Πάντως ο Τραμπ μοιάζει παρ’ όλα αυτά να κέρδισε μια επιμέρους νίκη, καθώς οι δικαστές αποφάσισαν μεν ότι ο Βανς θα εξασφαλίσει τη φορολογική του δήλωση, αλλά πιθανότατα θα πρέπει τα στοιχεία να παραμείνουν μυστικά αφού θα παραδοθούν σε ορκωτό δικαστήριο. Ετσι η αμερικανική κοινή γνώμη θα ψηφίσει στις επόμενες προεδρικές εκλογές χωρίς να έχει δει το πιο ακριβοθώρητο εκκαθαριστικό στη χώρα.
«Οι αποφάσεις των τελευταίων ημερών θα πρέπει να μας θυμίζουν την αδιανόητη ισχύ του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τη διαγενεακή επιρροή που μπορεί να έχουν οι δικαστές. Εχουμε τη δύναμη να διαμορφώσουμε το μέλλον του δικαστηρίου αυτόν τον Νοέμβριο – και δεν πρέπει να το ξεχάσουμε», δήλωσε πρόσφατα ο αντίπαλος του Τραμπ, Τζο Μπάιντεν, επιβεβαιώνοντας ότι οι αποφάσεις και η σύνθεση του Σώματος θα αναδειχθούν στην κορυφή της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κατάφερε απανωτά πλήγματα στον Λευκό Οίκο τη στιγμή κατά την οποία η απήχηση του Τραμπ φθίνει, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αρχίσει κατ’ ιδίαν αλλά και δημόσια να υιοθετεί τη θέση ότι πρέπει να επανεκλεγεί τον Νοέμβριο για να αλλάξει τη σύνθεση του Σώματος προς τα δεξιά. Είναι μια προοπτική, σύμφωνα με ανάλυση του CNN, που θα μπορούσε να ατσαλώσει την πιστή εκλογική του βάση αλλά και να βελτιώσει την επιρροή του μεταξύ των ψηφοφόρων, των οποίων η υποστήριξη φυλλορροεί. Η μερίδα αυτή του εκλογικού σώματος περιλαμβάνει τις γυναίκες, τις οποίες ο Τραμπ θεωρεί ότι θα μπορούσε να εξευμενίσει αν προτείνει μια γυναίκα δικαστή. Σημειώνεται ότι οι γυναίκες τον εγκαταλείπουν μαζικά εξαιτίας της σκληρής στάσης του σε φυλετικά ζητήματα αλλά και την αδράνειά του στο ζήτημα της πανδημίας. O πρόεδρος των ΗΠΑ επιμένει εξάλλου ότι οι πιο ηλικιωμένοι ψηφοφόροι θα εκτιμήσουν τις προσπάθειές του να εδραιώσει τις συντηρητικές αποκλίσεις του δικαστηρίου για μία ακόμη γενιά, πιστεύοντας ότι η συγκεκριμένη ομάδα έχει θέσει το δικαστήριο ως ένα από τα βασικά κριτήρια για την επιλογή προέδρου στις επόμενες εκλογές.

Ο πρόεδρος έχει επανειλημμένως επικαλεστεί μια τρίτη υποψηφιότητα για το Ανώτατο Δικαστήριο ως επαρκή αιτία για την ανάγκη επανεκλογής του. Καθώς όμως εξέπνευσε αυτήν την εβδομάδα η θητεία του Σώματος, ο Τραμπ άρχισε να εξετάζει πως θα μπορούσε να ενισχύσει την εκστρατεία του ενόψει των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου μια τρίτη κενή θέση σε περίπτωση που αυτή προκύψει. «Εχουμε δύο δικαστές, τον Γκόρσιτς και τον Κάβανο, που είναι σπουδαίοι», είπε στην ομιλία του στην Τάλσα τον περασμένο μήνα. «Εχουμε δύο και θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε μερικούς ακόμη. Ναι, θα μπορούσαμε να έχουμε μερικούς ακόμη». Είναι αρκετά απίθανο να αποστρατευτούν τα μέλη του δικαστηρίου που ανήκουν στην αριστερή πτέρυγα –συμπεριλαμβανομένης της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπουργκ και του Στίβεν Μπράιερ– όσο ο Τραμπ παραμένει στην εξουσία. Αυτό δημιούργησε υπόνοιες ότι ο πρόεδρος αναφερόταν στους πιο ηλικιωμένους Ρεπουμπλικανούς δικαστές, τον Κλάρενς Τόμας και τον Σάμουελ Αλιτο, αν και προς το παρόν ουδείς γνωρίζει τις μελλοντικές τους προθέσεις.

Ο Τραμπ έχει επί μακρόν παρουσιάσει τις δύο υποψηφιότητές του για το Ανώτατο Δικαστήριο ως εμβληματικό επίτευγμα της πρώτης θητείας του. Ακόμη και για τους Ρεπουμπλικανούς που απεχθάνονται τη συμπεριφορά του προέδρου, οι προσπάθειές του να ελέγξει το Ανώτατο Δικαστήριο έκαμψαν κάπως τις αντιδράσεις τους. Ωστόσο, οι προσπάθειες χειραγώγησης του Σώματος από τον Τραμπ δεν έχουν δικαιωθεί ακόμη και μετά τον διορισμό των φίλα προσκείμενων Γκόρσιτς και Κάβανο.

Ο δικαστής Τζον Ρόμπερτς συμπαρατάχθηκε τελικά με τους αριστερούς συναδέλφους του σε ορισμένα ζητήματα δικαιωμάτων ΛΟΑΤΚΙ, μετανάστευσης και αμβλώσεων, τα οποία οι συντηρητικοί ήλπιζαν ότι θα αλλάξουν κατεύθυνση λόγω του διορισμού του διδύμου Γκόρσιτς και Κάβανο. Θεωρητικά το προαναφερθέν δίδυμο έγειρε την πλάστιγγα του Σώματος προς τα δεξιά αφού εξασφάλισε μια συντηρητική πλειοψηφία πέντε ψήφων έναντι τεσσάρων πιο αριστερών φωνών μετά την αντικατάσταση του Αντονι Κένεντι, ο οποίος είχε συχνά υποστηρίξει πιο φιλελεύθερες απόψεις σε σημαντικά ζητήματα.

Οι καλόγριες και η αντισύλληψη…

Δεν ήταν όλες οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου προοδευτικές. Την περασμένη Τετάρτη, με πλειοψηφία επτά υπέρ έναντι δύο κατά, στην υπόθεση «Little Sisters of the Poor v. Pennsylvania», οι δικαστές περιόρισαν για μια ακόμη φορά την πρόσβαση γυναικών «σε δωρεάν υπηρεσίες αντισύλληψης». Περίπου 70.500 έως 126.400 θα χάσουν αμέσως αυτό το δικαίωμα, σημείωσε η δικαστής Γκίνσμπουργκ στο κείμενο της μειοψηφίας. Οι Little Sisters of the Poor είναι τάγμα καθολικών καλογριών που αντιτάσσονται λόγω θρησκευτικών πεποιθήσεων στην αντισύλληψη, καθώς, όπως σημειώνουν οι New York Times, πολλοί πιστοί επιμένουν να συγχέουν την αντισύλληψη με τις αμβλώσεις. Παράλληλα, εναντιώνονται στην εντολή του συστήματος υγείας που προβλέπει πως οι μεγάλοι εργοδότες πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τη δωρεάν αντισύλληψη στα ασφαλιστικά προγράμματα. Αξίζει να σημειωθεί ότι το κόστος της αντισύλληψης είναι σημαντικό και πολλές γυναίκες εξαρτώνται από τα χάπια αυτά όχι μόνο για να αποτρέψουν μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, αλλά και γιατί αντιμετωπίζουν ιατρικά προβλήματα.