ΚΟΣΜΟΣ

Αποψη: Η ευκαιρία της Ευρώπης

apopsi-i-eykairia-tis-eyropis-2388511

Αυτή η εβδομάδα σηματοδοτεί τα μέσα Ιουλίου και ο χρόνος κυλάει για τους πολιτικούς ηγέτες της Ευρώπης. Είναι αποφασισμένοι να καταλήξουν σε μια συμφωνία μέχρι το τέλος αυτού του μήνα σχετικά με τον προϋπολογισμό της ΕΕ για τα επόμενα επτά χρόνια, αλλά και για ένα Ταμείο Ανάκαμψης για την αντιμετώπιση της κρίσης της νόσου COVID-19. Μια ειδική, δια ζώσης συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχει συγκληθεί αυτή την εβδομάδα, με τα μέλη του συμβουλίου, αντί να προγραμματίζουν τις καλοκαιρινές διακοπές τους, να συμμετέχουν σε διπλωματικά ραντεβού προκειμένου να βρεθεί συναινετική λύση για τη συμφωνία. Η πιθανότητα μιας δεύτερης συνεδρίασης αργότερα αυτόν τον μήνα είναι επίσης πιθανή, με ορισμένους αρχηγούς κρατών να αναβάλλουν ακόμη και τα σχέδια του γάμου τους, προκειμένου να εργαστούν για τη συμφωνία.

Η πρόκληση είναι μεγάλη. Στην τελευταία πρόταση του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ, περιλαμβάνεται ένας προϋπολογισμός της ΕΕ ο οποίος ανέρχεται σε πάνω από 1 τρισεκατομμύριο ευρώ για τα επόμενα 7 χρόνια, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να έχει εξουσιοδότηση να δανειστεί μέχρι και 750 δισεκατομμύρια ευρώ για το Ταμείο Ανάκαμψης. Εξακολουθούν, όμως, να υπάρχουν αρκετά σημεία τριβής. Το σημαντικότερο από αυτά είναι η σταθερή άποψη της Ολλανδίας ότι οι αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης πρέπει να λαμβάνονται ομόφωνα. Δεύτερον, υπάρχει η απτή πρόκληση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να διασφαλιστεί ότι όταν ξοδεύονται χρήματα των ευρωπαίων φορολογουμένων σε αυτό το επίπεδο, τηρούνται οι δίδυμες προτεραιότητες της πράσινης ανάκαμψης και του σεβασμού του κράτους δικαίου εντός της ΕΕ. Με κράτη όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία – τα οποία χρονοτριβούν σε θέματα όπως η πράσινη ατζέντα της ΕΕ και το σύστημα βάσει κανόνων – να τα πηγαίνουν σχετικά καλά στην κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, εκφράζονται ανησυχίες για το πώς μπορούν να πεισθούν να συνεργαστούν στο μέλλον.

Έτσι, η επίτευξη μιας συμφωνίας στο ειδικό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αυτής της εβδομάδας δεν θα είναι καθόλου εύκολη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα υπό το πρίσμα μιας έρευνας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR), στα τέλη της άνοιξης του 2020, στην οποία διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές στις εθνικές θέσεις σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης της ανάκαμψης, οι οποίες διαμορφώνονται από τις διαφορετικές εμπειρίες της κρίσης του κορωνοϊού μέχρι στιγμής.

Σε μια έρευνα 11.000 ατόμων, η οποία καλύπτει εννέα κράτη-μέλη της ΕΕ, τα οποία περιλαμβάνουν τα δύο τρίτα του πληθυσμού και του ΑΕΠ της ΕΕ, διαπιστώσαμε ευρεία στήριξη για τον επιμερισμό της χρηματοοικονομικής επιβάρυνσης στην περίπτωση χωρών που πιθανόν να λάβουν πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης, αλλά καμία πρόθεση από τα κράτη-μέλη που πρόκειται να χρηματοδοτήσουν αυτό το εγχείρημα. Ακόμη και στη Γαλλία, η οποία έχει προσπαθήσει να γεφυρώσει το χάσμα Βορρά/Νότου σε αυτό το θέμα, μόνο το 47% των ερωτηθέντων υποστηρίζει τον επιμερισμό της χρηματοοικονομικής επιβάρυνσης. Στη Γερμανία το ποσοστό πέφτει στο 43%, ενώ στη Σουηδία και τη Δανία, διαμορφώνεται στο 30% και το 24% αντίστοιχα.

Ο εσφαλμένος χειρισμός αυτής της στιγμής από τους Ευρωπαίους ηγέτες, που θα οδηγήσει στην απομάκρυνση του Νότου και του Βορρά της ΕΕ, ενέχει μεγάλους κινδύνους. Τα στοιχεία της έρευνας του ECFR δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι διαφορετικές εμπειρίες σχετικά με τη νόσο COVID-19 οδηγούν διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού της ΕΕ σε διαφορετικά συμπεράσματα.  Η αργή υποστήριξη προς την Ιταλία από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ στην αρχή της κρίσης είναι καλά τεκμηριωμένη και αυτό υπογραμμίζεται στην έρευνά μας. Με ποσοστό 58%, η Ιταλία είναι η χώρα στην οποία παρατηρείται η μεγαλύτερη επιδείνωση της γνώμης για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ μεταξύ των χωρών που καλύψαμε. Ωστόσο, στην Ισπανία και τη Γαλλία, επίσης, τα επίπεδα απογοήτευσης είναι ανησυχητικά, με ποσοστό 50% και 41% αντίστοιχα. Η αυξανόμενη αίσθηση απογοήτευσης από την ΕΕ που παρατηρείται στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας τα τελευταία χρόνια μπορεί να είναι προάγγελος όσων θα συμβούν στη Νότια Ευρώπη, αν η ανταπόκριση της ΕΕ δεν είναι σαφής στους ψηφοφόρους. Μπορεί, επίσης, να δώσει χώρο ώστε άλλοι εξωτερικοί παράγοντες να εκμεταλλευτούν αυτήν την αυξανόμενη απομάκρυνση. Η διπλωματία της μάσκας της Κίνας, για παράδειγμα, έχει συγκεντρωθεί σε μεγάλο βαθμό στην Περιφέρεια της ΕΕ, όπου απεικονίζεται λιγότερο ως «συστημικός αντίπαλος» και περισσότερο ως εναλλακτική λύση στην ευρωπαϊκή στήριξη.

Τα καλά νέα, όμως, για τους διπλωμάτες της ΕΕ που προσπαθούν να φτάσουν σε μια συμφωνία στη συνεδρίαση του Συμβουλίου αυτής της εβδομάδας, είναι ότι η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη βλέπει έναν σαφή ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ευρωπαϊκή συνεργασία. Η έρευνά μας δείχνει ότι οι Ευρωπαίοι τάσσονται κατηγορηματικά υπέρ μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμορφώνει τη διεθνή τάξη που θα προκύψει μετά την κρίση του κορωνοϊού – το 63% των Ευρωπαίων πιστεύει ότι η κρίση έχει αναδείξει την ανάγκη για περισσότερη ευρωπαϊκή συνεργασία, ενώ όταν ρωτήσαμε πώς πρέπει να αλλάξει η Ευρώπη μετά την κρίση, η πιο δημοφιλής απάντηση με ποσοστό 52%, ήταν ότι η ΕΕ θα πρέπει να παρέχει μια πιο συντονισμένη αντίδραση στις παγκόσμιες απειλές και προκλήσεις. Ο παγκόσμιος χαρακτήρας της πανδημίας έπεισε, επίσης, τους ψηφοφόρους σχετικά με τη σημασία των οικονομιών κλίμακας για την αντιμετώπιση κρίσεων. Στη Γερμανία και τη Γαλλία, ειδικότερα, αναφέρθηκε έντονη αύξηση υπέρ της επαναφοράς της παραγωγής στην Ευρώπη, με πάνω από 50% και στα δύο κράτη-μέλη για ιατρικά είδη και περίπου 40% για μη ιατρικά είδη.

Τα στοιχεία μας δείχνουν ότι η ΕΕ έχει την ευκαιρία να αναλάβει αποφασιστική δράση, με την υποστήριξη των πολιτών της. Η σταθερή άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη, η απαρχή του οποίου μπορεί να εντοπιστεί στη μακρά και περίπλοκη αντίδραση της ΕΕ στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, θα πρέπει να επισημάνει τον κίνδυνο περαιτέρω υπεκφυγών. Οι Ευρωπαίοι, σήμερα, θέλουν να δουν πρακτικούς τρόπους με τους οποίους η ΕΕ μπορεί να τους βοηθήσει να διαμορφώσουν το μέλλον τους σύμφωνα με όσα έχουν σημασία για τους ίδιους και θα περιμένουν από τους ηγέτες τους, αυτήν την εβδομάδα, να θέσουν τα συμφέροντά τους, ως Ευρωπαίοι, πάνω από κάθε βαθμολογία.

*Η Σούζι Ντένισον είναι ανώτερη συνεργάτις και διευθύντρια του «European Power Programme» του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR)