ΚΟΣΜΟΣ

O εναγκαλισμός με την ακροδεξιά

H αρχή έγινε στην Αυστρία. Το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα αποφάσισε να συνεργαστεί με το ακροδεξιό, ρατσιστικό κόμμα του Γιεργκ Χάιντερ, προκειμένου να κυβερνήσει τη χώρα. Το σοκ και οι πιέσεις των άλλων χωρών της E.E. δεν ευδοκίμησαν και έτσι ο ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος, Βόλφγκανγκ Σούσελ, κατόρθωσε να γίνει καγκελάριος, αδιαφορώντας για τις συνέπειες «νομιμοποίησης» της πολιτικής του φιλοναζιστή Χάιντερ.

Αλλα ευρωπαϊκά συντηρητικά κόμματα, τα οποία είχαν βρεθεί σε κατάσταση ένδειας πολιτικών προτάσεων από τη στιγμή που οι σοσιαλδημοκράτες είχαν προσχωρήσει πλησίστιοι στον νεοφιλελευθερισμό, άρχισαν με τη σειρά τους να εξετάζουν μήπως ο δρόμος προς την εξουσία περνούσε από ακροδεξιές ατραπούς.

Το 2001 αυτή η πολιτική γραμμή γνώρισε ημέρες δόξης λαμπρές. Προηγήθηκε η Ιταλία, η οποία εφάρμοσε μια πολύ σκληρή εκδοχή αυτού του μοντέλου: το ήδη πολύ δεξιό κόμμα του Μπερλουσκόνι συνασπίστηκε με το μεταλλαγμένο κόμμα των νεοφασιστών του Τζανφράνκο Φίνι και το ακροδεξιό, ρατσιστικό κόμμα της αποσχιστικής Λίγκας του Βορρά, του Ουμπέρτο Μπόσι. Χωρίς δυσκολία ο συνασπισμός αυτός αναρριχήθηκε στην κυβέρνηση.

Τον Σεπτέμβριο ήταν η σειρά της Νορβηγίας να προωθήσει το ίδιο μοντέλο, σε μια «σοφτ βερσιόν». H κυβέρνηση συνασπισμού των τριών δεξιών κομμάτων έχει μόνο 62 από τις 165 έδρες του Στόρτινγκ, του νορβηγικού Κοινοβουλίου. H επιβίωσή της εξαρτάται από την υποστήριξη των 26 βουλευτών του ακροδεξιού Κόμματος Προόδου του Καρλ Χάγκεν, το οποίο αναδείχθηκε τρίτη πολιτική δύναμη της χώρας.

Και στη Σκανδιναβία

Τον Νοέμβριο ακολούθησε η Δανία. Οι σοσιαλδημοκράτες του Πολ Νίρουπ Ράσμουσεν υπερκεράστηκαν από τους δεξιούς του Φιλελεύθερου Κόμματος – κάτι που είχε να συμβεί από το… 1920! Ενας άλλος Ράσμουσεν, ο Αντερς Φογκ, αντικατέστησε τον σοσιαλδημοκράτη ομώνυμό του στην πρωθυπουργία.

Μόνο που ο κεντροδεξιός συνασπισμός, του οποίου ηγείται διαθέτει μόνο 76 από τις 179 έδρες του Φόλκετινγκ, της δανικής Βουλής, οπότε για να κυβερνήσει εξαρτάται από τη στήριξη ή την ανοχή του ακροδεξιού, ρατσιστικού κόμματος του δανικού λαού της Πία Κγιέρσγκορντ, το οποίο ανέβηκε στο πρωτοφανές για τη δανική ακροδεξιά ποσοστό του 12%, αποσπώντας 22 έδρες (5% περισσότερο και 9 έδρες παραπάνω από τις εκλογές του 1998).

Γερμανική απειλή

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην εμφύτευση πλέον στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό των θεμάτων που προωθεί η ακροδεξιά, επιβάλλοντας ανάλογη πολιτική ημερήσια διάταξη ακόμη και στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.

Ολη, όμως, η ζημιά που έχει γίνει δεν είναι τίποτα σχεδόν συγκρινόμενη με τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε ενδεχόμενη παρεκτροπή και της Γερμανίας, της ηγετικής δύναμης της E.E., προς την κατεύθυνση αυτή. O κίνδυνος υλοποίησής της δεν είναι αμελητέος.

Το κόμμα του υποψήφιου καγκελάριου Εντμουντ Στόιμπερ είναι πολύ πιο δεξιό ακόμη και από τη δεξιά CDU, έχοντας στους κόλπους του τα πιο ακραία συντηρητικά στοιχεία της Γερμανίας.

«Χωρίς να αρνείται την ύπαρξη στο κόμμα του εκείνων που κατ’ ευφημισμόν αποκαλεί «εθνικοσυντηρητικούς», ο Στόιμπερ εκτιμά ότι η ύπαρξη και η πολιτική γραμμή του κόμματός του έχει μπλοκάρει τις δυνατότητες εγκαθίδρυσης ενός πραγματικού κόμματος της ακροδεξιάς στη Γερμανία», έγραφε χαρακτηριστικά η «Μοντ», δηλώνοντας με διπλωματικό τρόπο την ύπαρξη της ακροδεξιάς μέσα στους ίδους τους κόλπους του υποψήφιου καγκελάριου.

Αναντίρρητα ο Στόιμπερ θα μετατρέψει τις θέσεις του σε πιο κεντρώα κατεύθυνση, αν θέλει να διεκδικήσει με αξιώσεις την καγκελαρία, αφού το υπόλοιπο εκλογικό σώμα της Γερμανίας δεν ήταν ποτέ τόσο συντηρητικό όσο εκείνο της Βαυαρίας, όπου κυβερνά το ίδιο δεξιό κόμμα από την πτώση του ναζισμού μέχρι σήμερα!

Δύσκολο φυσικά αυτή η μετάλλαξη να γίνει σε βάθος, μέσα στους λίγους μήνες που απομένουν ώς τις εκλογές του Σεπτεμβρίου και έτσι οι ανησυχίες παραμένουν.