ΚΟΣΜΟΣ

ΗΠΑ, η χώρα της … μη ελευθερίας

Από την εποχή της προεδρίας Ρέιγκαν, η παράταξη των Ρεπουμπλικανών απαρτίζεται από μια εύθραυστη συμμαχία νέο-συντηρητικών, επιχειρηματικών παραγόντων, θρησκόληπτων συντηρητικών και νεοφιλελευθέρων. Σήμερα, οι τελευταίοι αισθάνονται αποξενωμένοι. Ακολουθώντας ανατρεπτική τακτική, η κυβέρνηση Μπους έλαβε αποφάσεις που υπονομεύουν την ελεύθερη αγορά, διογκώνουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και περιστέλλουν τα πολιτικά δικαιώματα των Αμερικανών.

Κέρδη και επιπτώσεις

Εκτιμάται ότι το 20% του αμερικανικού εκλογικού σώματος προσεγγίζει την πολιτική με μια ευρύτερα φιλελεύθερη προοπτική. O Γουίλιαμ Γκάλστον, εδώ και πολλά χρόνια σύμβουλος του Αλ Γκορ και άλλων υποψηφίων των Δημοκρατικών, επισημαίνει: «Ακόμα και αν ένας μικρός αριθμός των ατόμων αυτών εγκατέλειπαν τις τάξεις των Ρεπουμπλικανών, η αναστάτωση που θα προκαλούσαν στο αμερικανικό πολιτικό στερέωμα θα ήταν σημαντική».

Η κυβέρνηση Μπους, εγκλωβισμένη στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και στη δίνη των οικονομικών σκανδάλων, μπορεί να μη το αντιλαμβάνεται, πλην όμως «φλερτάρει» με το ενδεχόμενο των παραπάνω επιπτώσεων. O καθένας στην πολιτική είναι υποχρεωμένος να κάνει συμβιβασμούς, αφήνοντας να διαφανεί η αναπόφευκτη πραγματικότητα του πολιτικού «δούναι και λαβείν» του. Τα κέρδη της κυβέρνησης Μπους είναι, όμως, ελάχιστα σε σύγκριση με τις παραχωρήσεις τις οποίες έχει υποχρεωθεί να κάνει. Αυτό σημαίνει ή ότι η κυβέρνηση Μπους είναι αδέξια ή, το πιθανότερο, ότι έχει θέσει σε βαθμό χαμηλής προτεραιότητας τις οικονομικές και πολιτικές ελευθερίες των Αμερικανών.

Το νομοσχέδιο Μπους για την μεταρρύθμιση της παιδείας -το οποίο θεωρείται από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της κυβέρνησης- διευρύνει σημαντικά την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση της παιδείας και προσθέτει αυξημένες ευθύνες στις Πολιτείες. Πρόκειται για ένα μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση της εθνικοποίησης της παιδείας στις ΗΠΑ. Φοβούμενη την αντίδραση της Γερουσίας, η κυβέρνηση απέφυγε να συγκρουσθεί με τα συνδικάτα των εκπαιδευτικών και την εκπαιδευτική γραφειοκρατία. H προεκλογική υπόσχεση παροχής χρηματικών βοηθημάτων για πρόσβαση στα ιδιωτικά σχολεία δεν τηρήθηκε.

Ωστόσο, η επιβολή ενιαίου εκπαιδευτικού συστήματος στις ΗΠΑ είναι σαν να επιβάλλεται μια μόνο επίσημη θρησκεία στο κράτος. Ακόμα και η υποχρεωτική εξέταση των μαθητών δεν είναι αντικειμενική, καθώς τα ίδια τα ερωτήματα των εξετάσεων καθορίζουν τι έχει εκπαιδευτική αξία. O πρόεδρος του φιλελεύθερου ιδρύματος Χάρτλαντ, Τζόζεφ Μπαστ, υποστηρίζει ότι «σε μια διετία η κυβέρνηση Μπους έβλαψε το εκπαιδευτικό σύστημα περισσότερο απ’ ό,τι ο Κλίντον σε μια τετραετία».

Αύξηση δαπανών

Ο σημερινός ομοσπονδιακός προϋπολογισμός είναι εκτός ελέγχου. Ακόμα και αν αφαιρεθούν οι δαπάνες του πολέμου κατά της τρομοκρατίας, το σύνολο των εσωτερικών δαπανών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έχει αυξηθεί φέτος κατά 8% και το 2003 αναμένεται περαιτέρω αύξηση τάξεως 11%. Επί Κλίντον οι εσωτερικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 4% την πρώτη τετραετία και κατά 5% τη δεύτερη.

Ο Στίβεν Μουρ, πρόεδρος της Λέσχης για την Ανάπτυξη, επισημαίνει ότι η προεδρία Μπους λειτουργεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπονομεύει τις προσπάθειες άλλων Ρεπουμπλικανών για περιορισμό των δαπανών. «Οι ιστορικοί του μέλλοντος», λέει ο τελευταίος, «θα χαρακτηρίζουν τις προεδρίες πατέρα και υιού Μπους ως περιόδους δημοσιονομικής ακολασίας και θα παρατηρούν ότι διακόπηκαν από μια οκταετία συγκρατημένης πολιτικής της προεδρίας Κλίντον».

Το αγροτικό νομοσχέδιο, που υπογράφηκε τον Μάιο, αποτελεί τυπικό παράδειγμα του προβλήματος. Το νομοσχέδιο εγκρίνει κονδύλιο 190 δισ. δολαρίων για ένα πρόγραμμα που έχει αποκηρυχθεί από τον Στιούαρτ Μπάτλερ «ως παράδειγμα ξεδιάντροπης συντεχνιακής δαπάνης». Το 1996 η Γερουσία ψήφισε δύο «επαναστατικές» μεταρρυθμίσεις στον τομέα της πρόνοιας, μια για τους φτωχούς των πόλεων και μια για τους αγρότες. Τα δύο αυτά νομοσχέδια επαναδιατυπώνονται φέτος.

Η κυβέρνηση Μπους είναι μεν αποφασισμένη να δείξει το σκληρό της πρόσωπο στις «βασίλισσες της πρόνοιας», ωστόσο οι πλούσιοι αγρότες των ΗΠΑ αποτελούν, καθώς φαίνεται, ένα άλλο ζήτημα. Οπως αναφέρει το Ιδρυμα «Κάτο», η ομοσπονδιακή κυβέρνηση χορήγησε επίσης άλλα 67 δισ. δολάρια στους τομείς, μεταξύ άλλων, των συγκοινωνιών, της ενέργειας και της αστικής ανάπτυξης. H ιδιωτική περιουσία είναι ζωτικής σημασίας για την ελεύθερη κοινωνία. Πολλοί θα εκπλαγούν στο άκουσμα της είδησης ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει στην ιδιοκτησία της το 30% της αμερικανικής γης. Παρά ταύτα, το 2002 η κυβέρνηση Μπους δέσμευσε κεφάλαια 900 εκ. δολαρίων για αγορά γης.

Σε μια άλλη επίθεση κατά των αρχών της ελεύθερης αγοράς, η κυβέρνηση Μπους επέβαλε δασμούς 30% σε ένα σημαντικό αριθμό εισαγόμενων μεταλλευμάτων. Πρόκειται για κοινωνική πρόνοια προς όφελος των εργαζομένων στη σχετική βιομηχανία, την οποία καταβάλουν οι καταναλωτές διαμέσου της αύξησης της τιμής των συγκεκριμένων αγαθών. Σύμφωνα με το Ιδρυμα Μπρούκινγκς κάθε θέση εργασίας που προστατεύεται στη βιομηχανία σιδηρομεταλλευμάτων κοστίζει περισσότερα από 600.000 δολάρια ετησίως.

Εναντίον του λόγου

Η ελευθερία του λόγου είναι ένα από τα συνταγματικά δικαιώματα που ενοχλεί ιδιαίτερα τον κ. Μπους και το επιτελείο του. H νομοθετική πράξη που ενεργοποιήθηκε μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου συνεπάγεται την ακύρωση σημαντικού τμήματος του τέταρτου άρθρου του Συντάγματος που απαγορεύει την αναιτιολόγητη έρευνα σε ιδιωτικούς χώρους, όπως και την κράτηση πολιτών. H ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι πλέον σε θέση να παρακολουθεί πολίτες χωρίς δικαστικό ένταλμα και να προφυλακίζει νόμιμους κατοίκους της χώρας για μεγάλα διαστήματα χωρίς να δίνει λόγο στα δικαστήρια.

Λέγεται ότι ο κ. Μπους θέλει να αποφύγει τη μοίρα του πατέρα του, που υπηρέτησε μόνον μια τετραετία στον Λευκό Οίκο. Αν συνεχίσει να υποβαθμίζει την ελεύθερη αγορά και να μην υλοποιεί τις υποσχέσεις της προεκλογικής του εκστρατείας πολλοί από τους υποστηρικτές του δεν θα έχουν λόγο να ενδιαφέρονται για το αν θα παραμείνει στον προεδρικό θώκο μετά το 2004.