ΚΟΣΜΟΣ

Απογοητεύθηκε ο τελευταίος αισιόδοξος;

Δεν είναι η πρώτη φορά που τα χρηματιστήρια σημειώνουν πτώση. Κάθε φορά, πάντως, οι αντιδράσεις είναι οι ίδιες ή παρόμοιες και είναι ανάλογες όχι τόσο με την ένταση της πτώσης όσο με το μέρος του πληθυσμού που έχει εμπλοκή στις αγορές. Οσο περισσότεροι είναι οι μέτοχοι, όσο μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας περισσότερων ανθρώπων έχει εκτεθεί στα χρηματιστήρια τόσο μεγαλύτερη είναι η αίσθηση και το ενδιαφέρον.

Η παρατεταμένη πτώση των αγορών, όπως και η μεγάλη άνοδος, είναι μια ασυνήθιστη κατάσταση που ξεπερνά την τρέχουσα πρόβλεψη της καθημερινότητας, οπότε ανατρέπονται δεδομένα, αντιλήψεις και συνήθειες. Αναθεωρούνται απόψεις και συχνά διατυπώνεται η κοινοτοπία ότι πρόκειται για πρωτόγνωρες εξελίξεις.

Κατά τη δεκαετία του ’90, όταν ειδικά στις ΗΠΑ γνώριζαν μια παρατεταμένη άνθηση τα χρηματιστήρια και ειδικά οι μετοχές τεχνολογικών εταιρειών, η τρέχουσα φιλολογία περιέγραφε μια «πρωτοφανή» εξέλιξη. H θεωρία που επικρατούσε ήταν ότι η οικονομία πλέον δεν υπακούει σε ανοδικούς και καθοδικούς κύκλους, ότι χάρη στην τεχνολογία που προκαλεί ένα άλμα παραγωγικότητας υπάρχει η ευχέρεια συνεχούς ανόδου των χρηματιστηρίων.

Τώρα που τα χρηματιστήρια διαγράφουν έναν μεγάλο πτωτικό κύκλο, η τρέχουσα θεωρία είναι διαφορετική. Τα χρηματιστήρια θα συνεχίσουν να πέφτουν, γιατί οι αποδόσεις απέχουν κατά πολύ από τα ιστορικά επίπεδα απόδοσης, το επίπεδο των μερισμάτων είναι χαμηλό, η αλυσίδα των σκανδάλων και της αναξιοπιστίας δεν έχει τέλος.

Η αλήθεια είναι ότι τα χρηματιστήρια των ΗΠΑ κυρίως, αλλά και της Ευρώπης βρέθηκαν σε υψηλά επίπεδα στις αρχές του 2000 και έκτοτε διολισθαίνουν με διαλείμματα ανόδου. O ίδιος κύκλος παρατηρείται στην Ασία από το 1997, ενώ η Ιαπωνία δεν μπορεί ακόμα να ανακάμψει στα ύψη που βρισκόταν στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας.

Οταν τα χρηματιστήρια βρίσκονται σε ανοδικό κύκλο, ακόμα και μια απότομη πτώση ερμηνεύεται συνήθως ως ευκαιρία για αγορές. Οι μετοχές σε σύντομο χρονικό διάστημα ακολουθούν την γενικότερη τάση και ξεπερνούν το προηγούμενο ρεκόρ. Οταν όμως η γενική τάση είναι πτωτική, η πρακτική αυτή δημιουργεί τις γενιές των «εγκλωβισμένων» που έζησαν και στην ελληνική αγορά το 2000. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι το ιστορικό υψηλό του 1925 ξεπεράστηκε έπειτα από 25 χρόνια. Αλλά όταν επικρατεί μεγάλη ρευστότητα, αυξάνεται και ο κίνδυνος που αναλαμβάνουν όσοι επιμένουν σε εύκολες και σταθερές προβλέψεις. Αλλωστε, το υψηλότερο σημείο που έφθασε το αμερικανικό χρηματιστήριο το 1966, ξεπεράστηκε τον Αύγουστο του 1982, την εβδομάδα που το έγκυρο περιοδικό Business Week είχε ως τίτλο το πολύ χαρακτηριστικό «The Death of equities» (O θάνατος των μετοχών). Το πραγματικό ερώτημα είναι αν έχει απογοητευθεί και ο τελευταίος αισιόδοξος. Αυτό είναι το σημείο έναρξης της νέας ανόδου.

– Δεύτερον, οι φθίνουσες τιμές είναι ένα σύμπτωμα της ανισορροπίας μεταξύ παγκόσμιας ζήτησης και προσφοράς. Οπως εξηγεί στο βιβλίο του «Ολα για πούλημα» ο Ρόμπερτ Κούτνερ, η πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης είναι ότι χαμηλόμισθοι εργάτες σε φτωχές χώρες πολλαπλασιάζουν την παγκόσμια προσφορά αγαθών, χωρίς να έχουν την αγοραστική δύναμη να αγοράσουν τα προϊόντα, που παράγουν. H θεωρία του Κέινς για το μεταπολεμικό σύστημα είναι ότι θα πρέπει να υπάρχει ένα όριο στις τιμές της λιανικής, τα ελλείμματα στο εμπορικό ισοζύγιο να ισοσκελίζονται με επεκτατικές πολιτικές εκ μέρους των πιστωτών και οι έλεγχοι στη ροή του κεφαλαίου να προωθούν την πλήρη απασχόληση.