ΚΟΣΜΟΣ

Οι κατάσκοποι που πίεσαν για τον πόλεμο

Καθώς ο διευθυντής της CIA, Τζορτζ Τένετ, ετοιμαζόταν χθες να δώσει νέα κατάθεση ενώπιον της Γερουσίας για την υπόθεση του ουρανίου, στην Ουάσιγκτον γινόταν ολοένα και πιο ξεκάθαρο ότι το σκάνδαλο αποτελεί ένα πολύ μικρό σύμπτωμα της πλήρους κατάρρευσης των αμερικανικών μυστικών πληροφοριών. Πρόκειται για τη δεύτερη τεράστια αποτυχία της αμερικανικής κυβέρνησης στον τομέα αυτόν. Ομως, η αποτυχία της CIA και του FBI να αποτρέψουν της επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου ήταν αποτέλεσμα εσωτερικής θεσμικής αδυναμίας. Αυτη τη φορά, οι επιπτώσεις είναι πολύ πιο καταστροφικές για τον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με πρώην αξιωματούχους της κυβέρνησης Μπους, ανώτατα στελέχη της κυβέρνησης δημιούργησαν μια σκιώδη υπηρεσία αποτελούμενη από αξιωματούχους του Πενταγώνου που ανήκαν ιδεολογικά σην άκρα Δεξιά. H υπηρεσία, γνωστή ως Γραφείο Ειδικών Επιχειρήσεων (OSP), συστήθηκε από τον υπουργό Αμύνης Ντόναλντ Ράμσφελντ με στόχο να ελέγχει τις πληροφορίες της CIA και λειτουργούσε υπό την εποπτεία ακραίων συντηρητικών στα ανώτερα στρώματα της κυβέρνησης, του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου. Το ιδεολογικά καθοδηγούμενο δίκτυο λειτουργούσε ως σκιώδης κυβέρνηση και τελικώς απεδείχθη τόσο ισχυρό ώστε να υπερισχύσει στη μάχη με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τη CIA στην κατασκευή στοιχείων για την αιτιολόγηση του πολέμου. O κ. Τένετ, αν και ανέλαβε την ευθύνη για την υπόθεση του ουρανίου, έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι η υπηρεσία του δεχόταν ασφυκτικές πιέσεις να δικαιολογήσει τον πόλεμο, ο οποίος είχε ήδη προαποφασιστεί απο την κυβέρνηση. Αν ο κ. Τένετ αποφασίσει να αποκαλύψει από πού προέρχονταν αυτές οι πιέσεις, οι πολιτικές επιπτώσεις για τον Τζορτζ Μπους θα είναι αρκετά σοβαρές. Καθώς ολοένα και περισσότεροι Αμερικανοί σκοτώνονται στο Ιράκ, η επανεκλογή του Τζορτζ Μπους στις εκλογές του 2004 αρχίζει να μη θεωρείται και τόσο σίγουρη. O πιο πιστός σύμβουλος του προέδρου Μπους, ο αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι, ήταν άμεσα ανεμεμειγμένος. O ίδιος πραγματοποίησε δεκάδες επισκέψεις στο Λάνγκλεϊ απαιτώντας «πιο ξεκάθαρες εξηγήσεις» για την απειλή που συνιστούσε ο Σαντάμ. Αυτού του είδους η ανάμειξη ενός αντιπροέδρου στις υποθέσεις της CIA ειναι πρωτοφανής, τουλάχιστον στην πρόσφατη ιστορία των ΗΠΑ.

Είχε πρόσβαση στα άδυτα της CΙΑ

Ενας άλλος συχνός επισκέπτης στο Λάνγκλεϊ ήταν ο Νιουτ Γκίνγκριτς, ο πρώην επικεφαλής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ο οποίος αναστήθηκε μετά την 11η Σεπτεμβρίου. O κ. Γκίνκριτς εξασφάλισε την είσοδό του στα άδυτα της υπηρεσίας, καθώς αντιμετωπιζόταν ως προσωπικός απεσταλμένος του Πενταγώνου και ειδικότερα του Γραφείου Ειδικών Επιχειρήσεων, διευθυντής του οποίου είχε τοποθετηθεί ο Ουίλιαμ Λούτιν, πρώην αξιωματικός του ναυτικού, ο οποίος αναφερόταν στον υφυπουργό Αμύνης Ντάγκλας Φέιθ, ο οποίος εκπροσωπούσε ισραηλινά και τουρκικά συμφέροντα στην Ουάσιγκτον πριν από τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Μπους. Το OSP είχε πρόσβαση σε πολλές πρωτογενείς πληροφορίες, οι οποίες προέρχονταν από τη CIA. Υπό τις πιέσεις των «γερακιών», πολλοί αξιωματούχοι της υπηρεσίας περνούσαν στο OSP όλες τις πληροφορίες που έφθαναν στα χέρια τους, πριν γίνει η κατάλληλη επεξεργασία. H κυβέρνηση είχε αποφασίσει να εκμεταλλευθεί την ευκαιρια που της είχε δοθεί με το Αφγανιστάν, προκειμένου να ξεμπερδέψει μια και καλή με το Ιράκ. O χρόνος ηταν ελάχιστος, οι πληροφορίες πολλές και το OSP αναγκάστηκε να προσλάβει προσωπικό για την αξιολόγησή τους, το οποίο ωστόσο δεν γνώριζε τίποτε σχετικά με την ανάλυση τέτοιου είδους πληροφοριών. «Διάβαζαν τις πληροφορίες και επέλεγαν ό,τι τους άρεσε», υποστηρίζει ο Γκρέγκορι Τίλμαν, πρώην ανώτατος αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. H συγκεκριμένη υπηρεσία, ωστόσο, δεν λειτουργούσε μόνον ως μέσο επικοινωνίας της ιρακινής αντιπολίτευσης με τον Λ. Οίκο. Δημιούργησε στενές σχέσεις με αντίστοιχη υπηρεσία στο γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού Αριέλ Σαρόν, με στόχο την παράκαμψη της Μοσάντ, η οποία δεν ενέκρινε τις υπερβολικές πληροφορίες γύρω από τον κίνδυνο που συνιστούσε το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν.

Η ανταλλαγή αυτών των πληροφοριών αποτέλεσε συνέχεια μακράς σχέσης που διατηρούσε ο κ. Φέιθ και άλλοι νεοσυντηρητικοί της Ουάσιγκτον με το Λικούντ του Ισραήλ.