ΚΟΣΜΟΣ

O Τρίτος Δρόμος δεξιά βγάζει σε αδιέξοδο

Την περασμένη Δευτέρα, στην επέτειο της γαλλικής επανάστασης -ιστορική μήτρα όχι μόνο της σύγχρονης Δημοκρατίας, αλλά και της Αριστεράς, σε όλες τις παραλλαγές της- οι ηγέτες 14 Κεντροαριστερών κυβερνήσεων έκλειναν, στο Λονδίνο, την έκτη διεθνή συνάντηση της τελευταίας πενταετίας με αντικείμενο τον περιλάλητο «Τρίτο Δρόμο». Μια μάλλον νεφελώδης έννοια, που χρεώθηκε στον αμφιτρύωνα της συνόδου, Τόνι Μπλερ, αν και πραγματικός πνευματικός της πατέρας υπήρξε ο επιστήθιος φίλος του και διευθυντής του «Λόντον Σκουλ οφ Εκονόμικς», Αντονι Γκίντενς.

Αρκετοί αναλυτές υποστήριξαν ότι η τετραήμερη σύνοδος του Λονδίνου -στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, ο Μπιλ Κλίντον, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ και οι πρόεδροι της Βραζιλίας, της Χιλής και της Νότιας Αφρικής, Λουίς Ιγνάσιο Λούλα ντα Σίλβα, Ρικάρντο Λάγος και Τάμπο Μπέκι αντίστοιχα- δεν ήταν παρά ένα επικοινωνιακό γεγονός με στόχο να αναστηλωθεί το κύρος του πανταχόθεν βαλλόμενου, το τελευταίο διάστημα, Βρετανού πρωθυπουργού. Ακόμη και εάν έτσι έχουν τα πράγματα, οι περιπέτειες του «Τρίτου Δρόμου» αντικατοπτρίζουν τις Οβιδιακές μεταμορφώσεις, τα πολιτικά αδιέξοδα και τις εναγώνιες αναζητήσεις της διεθνούς Κεντροαριστεράς στα τελευταία χρόνια.

Στις αρχές του ’30

Εξ όσων γνωρίζουμε, ο όρος «Τρίτος Δρόμος» εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του ’30 από έναν αρκετά σημαντικό πολιτικό φιλόσοφο της Ιταλίας, τον Ούγκο Σπίριτο. Στο ζενίθ της Μεγάλης Υφεσης, που προκάλεσε ένα τρομακτικό ωστικό κύμα εναντίον των «Δίδυμων Πύργων» της ελεύθερης αγοράς και της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, ο Σπίριτο, πιστός Καθολικός αλλά και έντονα επηρεασμένος από την Οκτωβριανή Επανάσταση, έγινε ο κυριότερος ιδεολογικός εκπρόσωπος της «αριστερής-φασιστικής διανόησης». Επρόκειτο για ένα αλλόκοτο αμάλγαμα με αντικαπιταλιστικά, αντισταλινικά και αντικοινοβουλευτικά στοιχεία, που τελικά αφομοιώθηκε από τον φασισμό του Μουσολίνι. Αλλά αρκετοί μαθητές του Σπίριτο, με προεξάρχοντα τον Πιέτρο Ινγκράο, απορροφήθηκαν από το ιταλικό κομμουνιστικό κίνημα.

Το ιστορικό κόμμα του Γκράμσι και του Τολιάτι, με τη γόνιμη θεωρητική του παράδοση και τη διευρυνόμενη ανεξαρτησία του από τη Μόσχα, θα γίνει, μετά τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, το 1968, το κύριο προπύργιο του «αιρετικού» ρεύματος που θα πολιτογραφηθεί ως Ευρωκομμουνισμός. Ενός ρεύματος που ύψωσε τη σημαία του Τρίτου Δρόμου, φυσικά με πολύ διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο του Σπίριτο: O «Τρίτος Δρόμος» του Ενρίκο Μπερλινκγουέρ, του Σαντιάγο Καρίγιο και του Ζορζ Μαρσέ (ηγετών των KK Ιταλίας, Ισπανίας και Γαλλίας αντίστοιχα) νοείται ως υπέρβαση τόσο του αντιδημοκρατικού, σταλινικού μοντέλου όσο και της από καιρό ενσωματωμένης στον καπιταλισμό σοσιαλδημοκρατίας με στόχο έναν «σοσιαλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο».

Με αυτή τη ριζοσπαστική εκδοχή του Τρίτου Δρόμου, έπαιξαν, τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 και οι πιο αριστερές τάσεις των Σοσιαλιστών, από τον πρόεδρο της Χιλής Σαλβαδόρ Αλιέντε μέχρι τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ωστόσο η «φιλελεύθερη (αντ)επανάσταση» του Ρίγκαν και της Θάτσερ, στη δεκαετία του ’80 και κυρίως η απότομη απαξίωση όλων των ρευμάτων μαρξιστικής ή μαρξίζουσας αναφοράς μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» οδήγησε αυτή την αρχική εκδοχή του «Τρίτου Δρόμου» σε αδιέξοδο.

Διμέτωπος κατά της συντήρησης

Η αναζωπύρωση της σχετικής φιλολογίας, στη δεκαετία του ’90, πραγματοποιείται σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον. Προχωρώντας πολύ πιο μακριά από τον πνευματικό του πατέρα, Νιλ Κίνοκ, ο Τόνι Μπλερ οικοδομεί ένα «Νέο Εργατικό Κόμμα» σε σύγκρουση με την παραδοσιακή κοινωνική του δεξαμενή, τα εργατικά συνδικάτα. Μάχεται τη Θατσερική Δεξιά με τα όπλα της Δεξιάς: Υιοθετεί την πολιτική της «μηδενικής ανοχής» απέναντι στην εγκληματικότητα κατά το πρότυπο του Ρεπουμπλικάνου δήμαρχου Νέας Υόρκης, Ρούντολφ Τζουλιάνι, επιβάλλει δρακόντεια «αντιτρομοκρατική» νομοθεσία και, εσχάτως, κηρύσσει «παράνομο» ακόμη και ένα φιλί μεταξύ εφήβων που δεν έχουν κλείσει τα 16 τους χρόνια! O σοσιαλισμός, ακόμη και ως μακροπρόθεσμος στόχος, απαλείφεται από το καταστατικό του Εργατικού Κόμματος, ενώ τα δημόσια συστήματα Υγείας και Παιδείας υποχρώνονται να λειτουργούν με τα κριτήρια της ιδιωτικής αγοράς. Με τα λόγια του ίδιου του Μπλερ, στην πρόσφατη σύνοδο του Λονδίνου:

«Είμαστε υποχρεωμένοι να παλεύουμε σε δύο μέτωπα, ένα εξωτερικό, εναντίον της συντηρητικής Δεξιάς και ένα εσωτερικό, εναντίον των συντηρητικών της Αριστεράς… Το Νέο Εργατικό Κόμμα πέτυχε γιατί δώσαμε τη μάχη στο χώρο του Κέντρου και κατακτήσαμε αυτόν τον χώρο. Δεν πρέπει ποτέ να τον εγκαταλείψουμε. Ούτε ακόμη κι αν βρεθούμε στην αντιπολίτευση. Ούτε σήμερα που είμαστε στην εξουσία».

Οι εκλογικές νίκες του Κλίντον εναντίον του πατρός Μπους και του Μπλερ εναντίον του Μέιτζορ, που έθεσαν τέλος σε δύο δεκαετίες κυριαρχίας της Δεξιάς, ανέδειξαν τη στρατηγική του «Τρίτου Δρόμου-Νέου Κέντρου» σε αλάνθαστη συνταγή πολιτικής επιτυχίας. Μια συνταγή, στην οποία έσπευσε να προσαρμοστεί το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, με το ομώνυμο μανιφέστο Μπλερ- Σρέντερ, τον Ιούνιο του 1999 και με την πολιτική καρατόμηση του ιστορικού ηγέτη του κόμματος, Οσκαρ Λαφοντέν, που κήρυσσε μια επιστροφή σε κεϋνσιανές πολιτικές αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου. Ακόμη και η γαλλική «πλουραλιστική Αριστερά», που ανέβηκε στην εξουσία με σαφώς ριζοσπαστικότερα συνθήματα και σημαία το 35ωρο, τελικά ξεπέρασε ακόμη και τους γκολικούς προκατόχους της στην προώθηση των… ιδιωτικοποιήσεων και των «ελαστικών» εργασιακών σχέσεων!

Το ζενίθ του «Τρίτου Δρόμου» ήταν, αναμφίβολα, η διεθνής σύνοδος της Κεντροαριστεράς στη Φλορεντία, τον Νοέμβριο του 1999. Εκείνη την εποχή, η «Κεντροαριστερά light» βρισκόταν στον κολοφώνα της δόξας της, με τον Κλίντον στον Λευκό Οίκο και τους μεταλλαγμένους σοσιαλδημοκράτες στις κυβερνήσεις 13 από τις 15 χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Μετά από ένα πολύωρο γεύμα εργασίας κοντά στον Πύργο του Λονδίνου, Κλίντον και Μπλερ είχαν αποφασίσει να ανοίξουν πανιά για μια «Τριτοδρομική Διεθνή», αναδεικνύοντας την Κεντροαριστερά ως «το πολιτικό κόμμα της παγκοσμιοποίησης με ανθρώπινο πρόσωπο».

Η αναγέννηση της Δεξιάς

Σήμερα, τίποτα δεν θυμίζει πλέον εκείνη την εποχή των πληθωρικών προσδοκιών. H οριακή νίκη του Τζορτζ Μπους εναντίον του Αλ Γκορ εγκαινίασε ένα κύμα συντηρητικής παλινόρθωσης που απλώθηκε γρήγορα στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Χτυπημένα από την οικονομική ύφεση, τα λαϊκά στρώματα απέρριψαν την Κεντροαριστερά, που απέτυχε να δώσει λύσεις ακόμη και στα πιο άμεσα προβλήματά τους, και στράφηκαν στη «Νέα Δεξιά», που είχε δρομολογήσει, στο μεταξύ, τη δική της «Επανίδρυση».

Ο διακεκριμένος αρθρογράφος της ισπανικής «Ελ Παΐς» γράφει σχετικά: «Παραφράζοντας τον Μαρξ, θα μπορούσε να πει κανείς ότι μέχρι τώρα οι συντηρητικοί περιορίζονταν να διαχειρίζονται τον κόσμο, ενώ τώρα θέλουν να τον αλλάξουν!… Οι παλιοί συντηρητικοί αντικαθίστανται από τους «νεοσυντηρητικούς», που κυριαρχούν στην κυβέρνηση Μπους… Οι κυριότερες αξίες τους είναι «η εξουσία και ο έλεγχος» και η μέθοδός τους δεν είναι η συναίνεση αλλά η επιθετική επιβολή. Χρειάζονται τη διαίρεση και την ύπαρξη ενός εχθρού για να επιτίθενται και να κυριαρχούν».

Η διαπίστωση του αρθογράφου δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ, ούτε μόνο τα θέματα διεθνούς πολιτικής. O Αθνάρ και ο Μπερλουσκόνι δεν υποστήριξαν τον Μπους στο θέμα του Ιράκ εξαιτίας μόνο γεωστρατηγικών υπολογισμών. Αντίθετα είδαν στην Αμερική του Μπους το alter ego μιας ευρωπαϊκής, λαϊκιστικής Δεξιάς, που αντικαθιστά την παλιά απειλή της «κόκκινης Ανατολής» με την καινούργια, υποθετική απειλή του «πράσινου (ισλαμικού) Νότου» και προσπαθεί να αγκιστρωθεί μακροπρόθεσμα στην εξουσία ποντάροντας στο γκρίζο γήπεδο της ξενοφοβίας, της «ασφάλειας», του «νόμου και της τάξης».

Σε αναζήτηση νέας Αριστεράς

Απέναντι σ’ αυτή την αναγεννημένη Δεξιά, η Κεντροαριστερά του Τρίτου Δρόμου εμφανίζεται αμήχανη, ανίκανη να αντιτάξει μια εναλλακτική, συνεκτική στρατηγική. Κάτι χειρότερο: O αμφιτρύωνας της συνόδου του Λονδίνου, Τόνι Μπλερ, ήταν εκείνος που προσέφερε πολιτική και ηθική νομιμοποίηση στους Μπους-Αθνάρ-Μπερλουσκόνι, όχι μόνο στον πόλεμο κατά του Ιράκ αλλά και σε όλη την πολιτική του διαδρομή, αντιγράφοντας μεγάλο μέρος της πολιτικής τους ατζέντας. Γι’ αυτό και οι ηγέτες των Κεντροαριστερών Κομμάτων Ισπανίας και Ιταλίας απείχαν επιδεικτικά από τη σύνοδο, ενώ ο εκπρόσωπος των Γάλλων σοσιαλιστών, Λοράν Φαμπιούς, «κάρφωσε» επιδεικτικά τις αλλοπρόσαλλες συμμαχίες του Μπλερ τονίζοντας ότι «υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ Γκορ και Μπους ή μεταξύ Ντ’ Αλέμα και Μπερλουσκόνι». Από την πλευρά του, ο πρόεδρος Λούλα της Βραζιλίας, με άρθρο του στον «Γκάρντιαν», υπογράμμισε ότι «ο πολιτικός ρεαλισμός δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την εγκατάλειψη των οραμάτων που αποτελούν το βαθύτερο θεμέλιο της Αριστεράς».

Αμυνόμενος, ο Τόνι Μπλερ εμφανίστηκε αποφασισμένος να δεθεί γερά στο κατάρτι του «Τρίτου Δρόμου» του, αγνοώντας εκείνους που αντιπροσωπεύουν τις δύο κυριότερες, κατά τον Βρετανό πρωθυπουργό, Σειρήνες της εποχής μας: «Το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης και τον αντιαμερικανισμό». Μια διακήρυξη αξιοθαύμαστη για την ειλικρίνειά της, που υπογραμμίζει ωστόσο το ιστορικό διαζύγιο της κατεστημένης «πολιτικής Αριστεράς» με την υπαρκτή «κοινωνική Αριστερά» της εποχής μας. Το υστερόγραφο της συνόδου του Λονδίνου ανήκει στον εκπρόσωπο του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Χουάν Αγκιλάρ, ο οποίος δήλωσε: «Σήμερα υπάρχει μια Νέα Δεξιά, απέναντι στην οποία χρειάζεται να επινοήσουμε μια καινούργια Αριστερά». Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις…