ΚΟΣΜΟΣ

Μέσο ημι-πολυτελείας το Διαδίκτυο στην Ελλάδα

Υστερα από μια δεκαετία παρουσίας του Ιντερνετ στην Ελλάδα βρισκόμαστε ακόμα σε μια θέση πολύ μακριά από τον υπόλοιπο μέσο όρο της Ευρώπης, όσον αφορά το ποσοστό του πληθυσμού που το αξιοποιεί. Οι γνώμες όλων των ανθρώπων που ασχολούνται με το χώρο συγκλίνουν στην άποψη ότι η βασική αιτία είναι ο συνδυασμός χαμηλής ποιότητας – ταχύτητας σε μέτριες τιμές με πανάκριβα τιμολόγια για τις πραγματικά ανταγωνιστικές και αποδοτικές συνδέσεις ΙSDκαι ADSL. Αλλά ας δούμε καταρχήν το προφίλ των χρηστών του Ιντερνετ στην Ελλάδα όπως προκύπτει από δημοσκοπήσεις και άλλες έρευνες.

Οι ενεργοί χρήστες υπολογίζονται σε 1.500.000 και οι περιστασιακοί σε 1.200.000 περίπου. Μιλάμε συνολικά για 2.700.000, περίπου το 27% του συνολικού πληθυσμού. Πρόκειται για ένα γενικά χαμηλό ποσοστό, καθώς μιλάμε για το σύνολο των χρηστών και όχι για αυτούς που έχουν σύνδεση στο σπίτι τους. Οσον αφορά τις ηλικίες το 21% των χρηστών προκύπτει ότι είναι μεταξύ 13-17 ετών, ενώ το 27% από 18-25. Δηλαδή σχεδόν ένας στους δύο χρήστες είναι κάτω των 25 ετών! Οσον αφορά την κοινωνική σύνθεση μπορούμε να πούμε ότι ειδικά στην Ελλάδα το Ιντερνετ είναι ακόμα μέσο ημι-πολυτελείας. Το 90-95% των χρηστών έχουν εισόδημα μεσαίο ή μεγάλο, πράγμα που σημαίνει ότι οι φτωχοί είναι αποκλεισμένοι από το διαδίκτυο. Χρειάζεται ταξικό εισιτήριο λοιπόν για να σερφάρεις. Το ίδιο προκύπτει και από το επίπεδο μόρφωσης, όπου το 85-90% των χρηστών έχουν μόρφωση από μεσαία έως ανώτατη, γεγονός που συχνά συνοδεύει και ανάλογη ταξική προέλευση και ένταξη. Με τόσο έντονο κοινωνικό διαχωρισμό όσον αφορά την πρόσβαση στο διαδίκτυο γεννιούνται πολλά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των όποιων κυβερνητικών μέτρων για της ψηφιακές υπηρεσίες κρατικών οργανισμών, για το e-government κλπ.

Ενας από τους λόγους πάντως αυτής της πραγματικότητας είναι και οι πανάκριβες τιμές που κοστολογεί ο OTE τις υπηρεσίες Ιντερνετ. Σύμφωνα με τις ενώσεις των χρηστών το κόστος του τελικού χρήστη για τη σύνδεση ASDL στην Ελλάδα είναι οκτώ φορές ακριβότερη σε σχέση με τις ΗΠΑ (σε καθαρές τιμές, χωρίς αναγωγή εισοδημάτων!) και από δύο έως οκτώ φορές σε σχέση με τις ευρωπαϊκές χώρες