ΚΟΣΜΟΣ

Σερβία: συνεχίζεται η πολιτική αστάθεια

Οι Σέρβοι είναι ένας βαθιά θρησκευόμενος λαός και τούτες τις μέρες, έως τις 7 Ιανουαρίου που γιορτάζουν με το παλαιό ημερολόγιο τη γέννηση του Χριστού, απολαμβάνουν την ατμόσφαιρα καταλλαγής. Οι πρωταγωνιστές των εκλογών της περασμένης Κυριακής πολιτικοί τους δεν θα μπορούσαν παρά να συμμετέχουν στη χριστουγεννιάτικη κατάνυξη, μολονότι η χώρα είναι χωρίς κυβέρνηση, χωρίς πρόεδρο της Δημοκρατίας και χωρίς Σύνταγμα.

Αφησαν, λοιπόν, για μετά τα Χριστούγεννα τις επίσημες διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης, ελπίζοντας ίσως ότι το αστέρι της Βηθλεέμ θα τους οδηγήσει στην άρση του αδιεξόδου. Γιατί οι κοινοβουλευτικές εκλογές στη Σερβία όχι μόνο δεν έλυσαν το πρόβλημα της πολιτικής αστάθειας που ταλανίζει τη χώρα μετά την ανατροπή του Μιλόσεβιτς, αλλά περιέπλεξαν τα πράγματα. Η κάλπη ανέδειξε νικητές με 27,8% τους υπερεθνικιστές του Βόιτσλαβ Σέσελι αλλά κυβέρνηση θα κληθούν, όπως όλα δείχνουν, να σχηματίσουν τρία ή τέσσερα από τα κόμματα που κατατάσσονται στο αποκαλούμενο δημοκρατικό μπλοκ, το μεγαλύτερο από τα οποία, ωστόσο, δεν ξεπέρασε το 17,5%.

Τα σενάρια δίνουν και παίρνουν στο Βελιγράδι για το τι μέλλει γενέσθαι, αλλά μόνο στα παρασκήνια και στα γραφεία των διπλωματικών αποστολών καθώς, λόγω των ημερών, επισήμως δεν διακινείται τίποτα, ούτε τα ΜΜΕ συζητούν για τις διαγραφόμενες εξελίξεις.

Τέσσερα κόμματα

Με βάση λοιπόν τις εκτιμήσεις των αναλυτών, αλλά και τις πρώτες δηλώσεις των πρωταγωνιστών μετά τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων, ως πιθανότερο θεωρείται το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης από το «Δημοκρατικό Κόμμα Σερβίας» του μετριοπαθούς εθνικιστή Βόιτσλαβ Κοστούνιτσα, που έλαβε 17,4%, το Δημοκρατικό Κόμμα του μακαρίτη Ζόραν Τζίντζιτς, του οποίου ηγήθηκε ο μάλλον λίγος για μια τέτοια θέση Μπόρις Τάντιτς και έλαβε 12,7%, το G17 Plus με ηγέτη τον μεταρρυθμιστή οικονομολόγο Μιρολιούμπ Λάμπους που συγκέντρωσε το 11,4% και τον συνασπισμό «Μαζί για τη Σερβία» του φιλομοναρχικού Βουκ Ντράσκοβιτς που πήρε το 8,2% των ψήφων. Ισως και να υπάρξει μια κυβέρνηση μειοψηφίας με δεσμεύσεις για υλοποίηση συγκεκριμένων στόχων, όπως η ψήφιση συντάγματος και κάποιων βασικών νόμων κ.λπ. για ένα χρονικό διάστημα, και μετά διεξαγωγή νέων εκλογών. Το ενδεχόμενο συμμετοχής του Εθνικού Ριζοσπαστικού Κινήματος του Σέσελι και των σοσιαλιστών του Μιλόσεβιτς στην κυβέρνηση θωρείται από εξαιρετικά περιορισμένο έως απίθανο.

Στην κατεύθυνση της συνεργασίας πιέζει ο δυτικός παράγοντας που δραστηριοποιήθηκε από τις παραμονές των εκλογών με στόχο να επηρεάσει τους ψηφοφόρους υπέρ των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων και να αποτρέψει την άνοδο των υπερεθνικιστών στην εξουσία. Η πρώτη αντίδραση των Βρυξελλών, υπό τη μορφή «έκκλησης για συνεργασία» των δημοκρατικών κομμάτων, σηματοδότησε εν μέρει το τι θα ακολουθήσει, ενώ θα πρέπει να θεωρείται κάτι περισσότερο από βέβαιο ότι ο κ. Χαβιέ Σολάνα δεν θα μείνει ούτε αυτήν τη φορά με σταυρωμένα τα χέρια.

Δύσκολη η συγκυβέρνηση

Πόσο ισχυρή και βιώσιμη όμως μπορεί να είναι μια κυβέρνηση συγκροτούμενη από κόμματα με διαφορετικό ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο, που έως και πριν από τις εκλογές το ένα αντιμαχόταν σφόδρα το άλλο; Πώς θα συγκυβερνήσουν, για παράδειγμα, ο Βόιτσλαβ Κοστούνιτσα με τον Μπόρος Τάντσιτς, όταν ακόμα και την ημέρα της ψηφοφορίας ο πρώτος δεν έπαυε να καταγγέλλει το κυβερνών Δημοκρατικό Κόμμα για δεσμούς με τη μαφία, διαφθορά, παρανομίες, κ.ά., ή πώς θα εξασφαλιστεί η κυβερνητική συνοχή στο θέμα της συνέχισης ύπαρξης του κρατικού μορφώματος «Σερβία και Μαυροβούνιο», όταν ο Λάμπους δηλώνει υπέρμαχος της ανεξαρτησίας της Σερβίας; Και πώς να προωθήσει η κυβέρνηση τη δημοκρατική συνταγματική μεταρρύθμιση, όταν ο Βουκ Ντράσκοβιτς μάχεται για την παλινόρθωση της μοναρχίας;

Η όποια κυβέρνηση προκύψει από τις παρασκηνιακές διεργασίες, θα κληθεί να υλοποιήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα όσα δεν έκανε η προηγούμενη στα τρία χρόνια ζωής της και μάλιστα έχοντας απέναντί της μια εθνικιστική και μαχητική αντιπολίτευση.

Πόσο εύκολο όμως θα είναι για έναν αδύναμο κυβερνητικό σχηματισμό να λαμβάνει και, κυρίως, να υλοποιεί αποφάσεις που θα θίγουν τα συμφέροντα του πανίσχυρου οργανωμένου εγκλήματος και της νέας οικονομικής ολιγαρχίας ή θα είναι επώδυνες για τον δοκιμαζόμενο ήδη πληθυσμό που στο κάτω κάτω της γραφής δεν αισθάνθηκε ότι άλλαξε κάτι στην καθημερινή του ζωή μετά την ανατροπή του Μιλόσεβιτς; Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο και για τούτο όλοι προβλέπουν παράταση της πολιτικής αστάθειας και ρευστότητας σε μια χώρα που εξακολουθεί να παραμένει η «μαύρη τρύπα» των δυτικών Βαλκανίων.

Το αποτέλεσμα των εκλογών της Κυριακής το διαβάζει κανείς όπως θέλει. Κάποιοι αναλυτές στη Δύση και μερικοί κύκλοι στις Βρυξέλλες και στην Ουάσιγκτον, εμφανίζονται ευχαριστημένοι από το γεγονός ότι το ποσοστό που έλαβαν συνολικά τα μεταρρυθμιστικά κόμματα ανέρχεται στο 59%. Αλλοι ανατριχιάζουν στην ιδέα ότι το 41% των Σέρβων ψήφισαν υπέρ των υπόδικων για εγκλήματα πολέμου Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς και Βόιτσλαβ Σέσελι.

Η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική. Η ενίσχυση των υπερεθνικιστών ήταν ψήφος τιμωρίας εναντίον των κομμάτων που κλήθηκαν να ασκήσουν την πολιτική εξουσία μετά την ανατροπή του Μιλόσεβιτς. Ενα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, απογοητευμένο από την ανικανότητα των σημερινών ηγετών του να δαχειριστούν την ψήφο του και τις ελπίδες για βελτίωση του βιωτικού του επιπέδου, εξέφρασε τη διαμαρτυρία του ενισχύοντας στην κάλπη τους ακραίους εθνικιστές. «Μου προκαλούν αηδία οι του Σέσελι, αλλά αυτοί οι σημερινοί πρέπει να φύγουν», δήλωσε ένας ψηφοφόρος εξερχόμενος εκλογικού τμήματος στο Βελιγράδι.

Το κόμμα του φασίστα Σέσελι δεν κατέβηκε στις εκλογές με σημαία τον υπερεθνικισμό, ούτε μίλησε ανοιχτά για την επέκταση των συνόρων ώστε να χωρέσουν όλοι μαζί οι Σέρβοι, μολονότι αυτή είναι η ιδεολογικοπολιτική του φιλοσοφία. Κόντρα στις νεφελώδεις διακηρύξεις των δημοκρατικών κομμάτων περί ευρωπαϊκού ιδεώδους, μεταρρυθμίσεις, εκσυγχρονισμό της οικονομίας και της κοινωνίας κ.λπ. απευθύνθηκε στον φτωχό χωρικό της επαρχίας, τον συνταξιούχο των πόλεων που αδυνατεί να πληρώσει το ηλεκτρικό ρεύμα, και του υποσχέθηκε ότι θα μειώσει την τιμή του ψωμιού από τα τριάντα δηνάρια στα δύο. Μίλησε στους πρόσφυγες του Κοσόβου και της Κράινα και στους Τσέτνικς για να τους τονώσει τον τραυματισμένο εθνικοπατριωτισμό τους και κέρδισε ένα πολύ υψηλό ποσοστό που μπορεί να γίνει ακόμα μεγαλύτερο εάν δεν εξευρεθεί φόρμουλα ισχυρού κυβερνητικού σχήματος και η χώρα οδηγηθεί σύντομα σε εκλογές.

Οι ευθύνες της Δύσης

Η Δύση δεν είναι άμοιρη ευθυνών για την άνοδο των εξτρεμιστών του Σέσελι και την ορατή απειλή να κυριαρχήσει στις πολιτικές εξελίξεις στη Σερβία. Ο άκομψος τρόπος -άγγιξε τα όρια του ανοιχτού εκβιασμού σε μερικές περιπτώσεις- με τον οποίο χειρίστηκε το θέμα της σύλληψης και παράδοσης των κατηγορούμενων για εγκλήματα πολέμου πολιτικών και στρατιωτικών, συναρτώντας τη ροή της βοήθειας με την ικανοποίηση των κατά καιρούς αιτημάτων της κ. Ντελ Πόντε, ακούμπησε ευαίσθητες χορδές των Σέρβων. Οι απειλές του τύπου ή συλλαμβάνετε τον τάδε για να τον στείλετε στη Χάγη ή δεν πρόκειται να πάρετε κάποια εκατομμύρια δολάρια απολύτως αναγκαία για την κατασκευή πρωταρχικής σημασίας δημοσίων έργων, όπως νοσοκομείων, κατεστραμμένων εργοστασίων κ.ά., όχι μόνο την πολιτική των μεταρρυθμιστών δεν ευνόησε, αλλά έριξε νερό στον μύλο του Σέσελι και του Μιλόσεβιτς.

Είχε και εξακολουθεί να έχει άραγε υψηλότερη προτεραιότητα για τον διεθνή παράγοντα η απαίτηση, π.χ., της κ. Ντελ Πόντε για σύλληψη και παράδοση ενός αξιωματικού του σερβικού στρατού που μπορεί να διέπραξε εγκλήματα, από την οικονομική και πολιτική βοήθεια των δημοκρατικών κομμάτων με στόχο την έξοδο της Σερβίας από την κρίση;

Ισως στις Βρυξέλλες και στην Ουάσιγκτον μετά το αποτέλεσμα της περασμένης Κυριακής, το σκεφθούν καλύτερα και βοηθήσουν ουσιαστικά την κυβέρνηση και τους πολίτες της δοκιμαζόμενης Σερβίας. Εκτός αν θέλουν να δουν σύντομα στην κορυφή της πυραμίδας της εξουσίας έναν θαυμαστή του Χίτλερ, του Λεπέν και του Ζιρινόφσκι -όπως ουδέποτε έκρυψε ότι είναι ο Βόιτσλαβ Σέσελι- και την παρέα του.