ΚΟΣΜΟΣ

Δημοκρατικοί: όλα ανοιχτά για το χρίσμα

O χειρότερος εφιάλτης του Χάουαρντ Ντιν στο Νιου Χάμσαϊρ ονομάζεται Ρουθ Μπέντιντζερ, είναι συνταξιούχος και εργάζεται ως εθελόντρια στην επιτροπή εκλογής του… Χάουαρντ Ντιν. «Μεταπηδώ στον στρατηγό Ουέσλι Κλαρκ», λέει αυτές τις ημέρες η Μπέντιντζερ. «Οταν άκουσα τον Ντιν να μιλάει, μου θύμισε θρησκευτική λειτουργία. Πολλή συγκίνηση και ελάχιστη ουσία. H ομιλία του Κλαρκ, όμως, δεν είναι οργισμένη. Μου ταιριάζει περισσότερο», καταλήγει η Μπέντιντζερ.

Η αλλαγή στάσης της κυρίας Μπέντιντζερ αποκαλύπτει σημαντική μετατόπιση στο εσωτερικό του εκλογικού σώματος των Δημοκρατικών. Οι ψηφοφόροι δείχνουν να εγκαταλείπουν τη στενά κομματική ρητορική του Ντιν, προτιμώντας τον σοβαρό και μετρημένο λόγο του Κλαρκ. H ικανότητα του απόστρατου Κλαρκ να παρουσιάσει σαφείς και λογικές προτάσεις για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ τον διαχωρίζουν από τους συνυποψηφίους του.

Πυγμή με συμπόνια

Η παρουσία του Κλαρκ, ο οποίος φημίζεται για το στρατιωτικό του παράστημα, δημιουργεί εντύπωση πολιτικής σταθερότητας. O Κλαρκ, όμως, έχει υιοθετήσει τις τακτικές των έμπειρων συναδέλφων του. Σε πρόσφατη συγκέντρωση σε δημαρχείο του Νιου Χάμσαϊρ, ο στρατηγός αντιμετώπισε ακροατή του, ο οποίος επεδείκνυε με πάθος μικρή στοίβα εγγράφων. H ερώτησή του προς τον Κλαρκ ήταν: «Δεν είναι γελοίο να χρειάζομαι όλα αυτά τα χαρτιά για να εισπράξω τα νοσήλεια της καρκινοπαθούς συζύγου μου;» H αντίδραση του Κλαρκ απέδειξε ότι ο στρατηγός κατέχει την τέχνη της προεκλογικής εκστρατείας. Αντί να απαντήσει αμέσως στην ερώτηση, στράφηκε προς το μέρος της καρκινοπαθούς συζύγου και τη ρώτησε εάν είναι καλύτερα και ρώτησε τον σύζυγό της για την ασφαλιστική του κάλυψη. Αυτού του είδους η συμπόνια είχε να εμφανισθεί στην αμερικανική πολιτική σκηνή από την εποχή της προεδρίας Κλίντον.

Οι λόγοι του Κλαρκ διακρίνονται για τη γλαφυρή αναπαραγωγή των φτωχών παιδικών χρόνων του στρατηγού στο Αρκάνσας, την πατριωτική του προσπάθεια να κατασκευάσει πύραυλο στην αυλή του σπιτιού του μετά την επιτυχή εκτόξευση του σοβιετικού δορυφόρου Σπούτνικ, την απόφασή του σε ηλικία πέντε ετών να εκκλησιάζεται στην εκκλησία των Βαπτιστών στο Λιτλ Ροκ, τον αγώνα του να αναθρέψει οικογένεια με τον πενιχρό μισθό του αξιωματικού και το αυτοκίνητο που ανακατασκεύασε γιατί δεν είχε χρήματα για την αγορά ανταλλακτικών.

Οι αναμνήσεις του Κλαρκ είναι προσεκτικά δομημένες. Οι διηγήσεις του συνδέουν τέσσερις θεμελιώδεις αξίες: πατριωτισμό, θρησκευτική πίστη, οικογένεια και συναδέλφωση, ενώ προηγούνται συνήθως των λεκτικών του επιθέσεων εναντίον των Ρεπουμπλικανών. O Κλάρκ τολμά να μιλά για ζητήματα εθνικής ασφάλειας, όταν οι υποψήφιοι των Δημοκρατικών Γκέπχαρτ και Εντουαρντς αποφεύγουν συστηματικά να αναφερθούν στην εξωτερική πολιτική. Και οι δύο υποψήφιοι ψήφισαν στο Κογκρέσο υπέρ του πολέμου.

Αμετροεπής ο Ντιν

Αν και ο Χάουαρντ Ντιν διαφώνησε με τον πόλεμο από την αρχή, στάση που ευνόησε σημαντικά την εκστρατεία του στα αρχικά της στάδια, αποφεύγει έκτοτε τις αντιπολεμικές αναφορές. Οταν ρωτήθηκε για την έλλειψη επιδόσεων στην εξωτερική και αμυντική πολιτική, δήλωσε ότι όλοι οι υποψήφιοι μιλάνε με τους ίδιους επειρογνώμονες επ’ αυτών των θεμάτων – λες και το να μιλάς σ’ αυτούς τους ανθρώπους είναι αρκετό. Ωστόσο, ο Ντιν έχει ένα πολύ πιο σοβαρό πρόβλημα. Είναι απρόβλεπτος, με αμετροεπή χαρακτήρα. Είναι σχεδόν απίθανο να φαντασθεί κανείς αυτή την προσωπικότητα να χειρίζεται λεπτά διπλωματικά θέματα. Είναι δύσκολο επίσης να τον φαντασθείς να δείχνει προς τα έξω την ευγενική εικόνα που έδειξε ο πρόεδρος Μπους μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου.

Αυτά τα μειονεκτήματα αφήνουν τους γερουσιαστές Τζον Κέρι και Τζο Λίμπερμαν ως τους μοναδικούς υποψηφίους των Δημοκρατικών με γνώσεις επί θεμάτων εξωτερικής πολιτικής. Αμφότεροι είναι άνθρωποι με σταθερές αξίες. Δεν παύουν όμως να έχουν και αυτοί προβλήματα. O γερουσιαστής Λίμπερμαν είναι αμετανόητος «ιέρακας», με νεοσυντηρητική θεώρηση του κόσμου και του αμερικανικού ρόλου σε αυτόν. Το πρόβλημα του Τζον Κέρι είναι πολιτικό: ψήφισε υπέρ του πολέμου στο Ιράκ, αλλά έδωσε την εντύπωση ότι επρόκειτο για τακτικιστική ψήφο. O γερουσιαστής επέκρινε τον πρόεδρο Μπους για την απόφασή του να διεξαγάγει τον πόλεμο κατά της Βαγδάτης την επομένη της ψήφισης του σχετικού ψηφίσματος και στη συνέχεια ψήφισε εναντίον της απόφασης της αμερικανικής κυβέρνησης να ζητήσει το ποσόν των 87 δισ. δολαρίων για την ανοικοδόμηση του Ιράκ. Με αυτή την αντιφατική στάση, είναι μάλλον δύσκολο να αντιληφθεί ο ψηφοφόρος αν η ιδέα της εισβολής ήταν καλή ή κακή.

Στην πραγματικότητα, κανείς από τους Δημοκρατικούς υποψηφίους αντιπροσωπεύει την… τελειότητα ή τον πολιτικό με την αναγκαία πυγμή και αποφασιστικότητα ή την ωριμότητα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής.

Το κεντρικό ερώτημα που αναδύεται είναι το εξής: Οι πολιτικές του προέδρου Μπους οδήγησαν σ’ έναν κόσμο πιο ασφαλή; H ερώτηση ισχύει και για τους Δημοκρατικούς. Ποιος από αυτούς τους καλούς υποψηφίους μπορεί να σταθεί επί σκηνής και να αντιμετωπίσει τον πρόεδρο Μπους; Ολα τα υπόλοιπα είναι επιφανειακά στολίσματα.