ΚΟΣΜΟΣ

Να ξανασκεφτούμε τον ρόλο των ΗΠΑ

O ουγγρικής καταγωγής δισεκατομμυριούχος Τζορτζ Σόρος έχει ξοδέψει τέσσερα δισ. δολάρια για διάφορες αιτίες, από την καταπόλεμηση ασθενειών ώς τη διεξαγωγή εκστρατειών υπέρ της δημοκρατίας. Το τελευταίο του πάθος, όμως, είναι η πολιτική και έχει δεσμευθεί να διαθέσει το λιγότερο 15 εκατ. δολάρια για να συμβάλει στην ήττα του Αμερικανού προέδρου Μπους. Αλλά δεν αρκείται στο να διαθέσει το τεράστιο αυτό ποσό. Επικρίνει με ιδιαίτερα αυστηρό όσο και κατηγορηματικό τρόπο την εξωτερική πολιτική του Αμερικανού προέδρου στο καινούργιο του βιβλίο «H Φούσκα της Αμερικανικής Υπεροχής» και δεν χάνει κάθε φορά ευκαιρία από το να περνάει τα μηνύματά του στα πανεπιστήμια.

Δημοσιογράφος του περιοδικού TIME μίλησε με τον Τζορτζ Σόρος θέτοντάς του σειρά ερωτήσεων γύρω από τις «προωθημένες» θέσεις του διεθνούς κύρους επιχειρηματία και δεδηλωμένου οπαδού του αμερικανικού συστήματος κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης.

– Ποιος είναι ο λόγος που ένας πολυεκατομμυριούχος επισκέπτεται τα πανεπιστήμια των ΗΠΑ;

– Στο βιβλίο μου, θεωρώ ότι δεν είναι αρκετό να απορρίπτει κανείς τις πολιτικές του Αμερικανού προέδρου σ’ αυτές τις εκλογές. Εκείνο που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία είναι να ξανασκεφτούμε το ρόλο της Αμερικής σε παγκόσμιο επίπεδο. Είναι κάτι που αφορά το μέλλον του φοιτητόκοσμου που σπουδάζει στα πανεπιστήμια, γι’ αυτό και σπεύδω προς τους νέους να τους εξηγήσω γιατί ο νους πηγαίνει στους ναζί της Γερμανίας και τους κομμουνιστές της Σοβιετικής Ενωσης. H κυβέρνηση Μπους είναι ικανή να χαρακτηρίσει όσους αντιτίθενται στην πολιτική της μη πατριώτες κι αυτό θέτει εν κινδύνω την ουσία μιας ανοιχτής κοινωνίας.

– Πόσα ακόμη χρήματα προτίθεστε να διαθέσετε προκειμένου να δείτε τον πρόεδρο Μπους να ηττάται;

– Οσο το δυνατόν λιγότερα. Ωστόσο, η διαφορά ανάμεσα στα χρήματα που εχει στη διάθεσή της η μηχανή παραγωγής αλήθειας του Τζορτζ Μπους και στα χρήματα των επικριτών του είναι τεράστια.

– Ποιον από τους υποψηφίους των Δημοκρατικών θεωρείτε καταλληλότερο για το χρίσμα;

– Ενδιαφερόμουν για τον Χάουαρντ Ντιν. Σέβομαι τον στρατηγό Κλαρκ, τον οποίο γνώριζα από τα Βαλκάνια. Αλλά είμαι γοητευμένος από τον γερουσιαστή Κέρι, ο οποίος αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή αυτής της κούρσας για το χρίσμα των Δημοκρατικών. Κι αυτό γιατί ένας ήρωας του πολέμου που θέλει να χρησιμοποιήσει στρατιωτική δύναμη μόνον ως ύστατο μέσον μπορεί κάλλιστα να αντιπαρατεθεί και μάλιστα με επιτυχία έναντι σε έναν πολεμοκάπηλο πολιτικό, τον προέδρο Μπους, που δεν έχει βιώσει προσωπικά ένα πόλεμο.

Η 11η Σεπτεμβρίου

Το ζήτημα της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Τζορτζ Σόρος το αναπτύσσει σε άρθρο του στο περιοδικό Atlantic Monthly με ένα τρόπο αρκετά προκλητικό. «Είναι γενικά παραδεκτό ότι η 11η Σεπτεμβρίου άλλαξε τον ρουν της Ιστορίας. Ομως πρέπει να αναρωτηθούμε τι συνέβη κι εξελίχθηκαν έτσι τα πράγματα. Πώς ένα μοναδικό συμβάν, ακόμη κι αν αφορά 3.000 απώλειες αμάχων, κατέληξε να έχει τόσο καταλυτικές επιδράσεις;

Η απάντηση δεν βρίσκεται τόσο πολύ στο ίδιο το γεγονός όσο στον τρόπο με τον οποίο το χειρίστηκαν οι ΗΠΑ, υπό την ηγεσία του Τζορτζ Μπους. (…) O Μπους κήρυξε τον πόλεμο στην τρομοκρατία και με το πρόσχημα αυτό εφάρμοσε μια ριζοσπαστική εξωτερική πολιτική, της οποίας οι αρχές είχαν διατυπωθεί πριν από την τραγωδία». Οσο για το ποιες είναι, κατά τον Μπους, οι αρχές αυτές, ο Σόρος δεν κρύβει τα λόγια του. «Οι διεθνείς σχέσεις είναι σχέσεις δύναμης, όχι δικαίου. H δύναμη επικρατεί και ο νόμος νομιμοποιεί αυτό που επικρατεί».

Στο επίκεντρο της ανάλυσης του Σόρος βρίσκεται η έννοια της αμερικανικής υπεροχής. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του «H Φούσκα της Αμερικανικής Υπεροχής», στο οποίο ο επιχειρηματίας προβλέπει ότι η ιδεολογία που κινεί αυτή την περίοδο την αμερικανική πολιτική, μια μέρα θα σκάσει σαν φούσκα.

Αντλώντας συμπεράσματα από την εμπειρία του στις χρηματαγορές, ο Σόρος υπογραμμίζει ότι όσο αργότερα αντιληφθεί κανείς ότι πρόκειται για φούσκα, τόσο υψηλότερο είναι το τίμημα που πρέπει να πληρώσει. «Αν μας χρειαζόταν ποτέ απόδειξη ότι το όνειρο της αμερικανικής υπεροχής είναι λανθασμένο, μας το δίνει το αποτέλεσμα της κατοχής του Ιράκ. Αν αγνοήσουμε τις ενδείξεις τώρα, αργότερα θα το πληρώσουμε πιο ακριβά».