ΚΟΣΜΟΣ

H Ανατολή συντρίβει τους κατακτητές

Ενα παλιό αστείο λέει ότι «η νοσταλγία δεν είναι πια όπως ήταν». Δε θα ισχύσει αυτό αύριο, όταν η υφήλιος θα γιορτάζει την 60ή επέτειο από τη συντριπτική ήττα του Ναζισμού από τη Σοβιετική Ενωση. Οι Ρώσοι πάντα ανακαλούν με περηφάνια τις θυσίες τους, αλλά οι φετινές εκδηλώσεις θα είναι μεγαλύτερες από ποτέ. O αριθμός των ξένων επισκεπτών θα ξεπεράσει την κηδεία του Πάπα τον περασμένο μήνα, καθώς στις κερκίδες των επισήμων μπροστά από την Κόκκινη Πλατεία θα βρεθούν δίπλα δίπλα ο Βορειοκορεάτης ηγέτης, Κιμ Γιονγκ Ιλ αλλά και ο Αμερικανός πρόεδρος, Τζορτζ Μπους. Παρόντες οι ηγέτες της Κίνας και της Ιαπωνίας, καθώς και ο Βρετανός πρωθυπουργός, ευτυχής για την εκλογική του νίκη.

Οπως και όλα τα πρόσφατα 60χρονα -η απόβαση στη Νορμανδία τον περασμένο Ιούνιο, η απελευθέρωση του Αουσβιτς τον Ιανουάριο- η φετινή τελετή στη Μόσχα αποκτά επιπρόσθετη σημασία, καθώς πιθανότατα είναι η τελευταία, στην οποία θα μπορέσει να παραστεί μεγάλος αριθμός επιζώντων. Θα καταφέρει όμως να σημειώσει στο δυτικό συλλογικό υποσυνείδητο την πρόοδο την οποία απέτυχε να κατακτήσει η προηγούμενη μεταπολεμική ιστοριογραφία; Θα γίνει επιτέλους αποδεκτή η συντριπτική συνδρομή της Σοβιετικής Ενωσης στην ήττα του Χίτλερ ή θα εξελιχθεί η εκδήλωση της Δευτέρας σε μία ακόμη κενή τελετή με στόχο την επίδειξη ευγένειας απέναντι στη μνήμη των νεκρών στρατιωτών και πολιτών μίας χώρας, χωρίς να κατανοούμε πόσα τους χρωστάμε;

Η «άρνηση του ρόλου» της Σοβιετικής Ενωσης και του Κόκκινου Στρατού δεν είναι τόσο διεστραμμένη όσο η «άρνηση του Ολοκαυτώματος», αλλά είναι ευρύτερα διαδεδομένη στο δυτικό κόσμο. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι δυτικοί ηγέτες παραδοσιακά κατέθεταν στεφάνια στο μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη πίσω από τα τείχη του Κρεμλίνου ή επισκέπτονταν το αχανές νεκροταφείο του ενός εκατομμυρίου πολιτών, που σκοτώθηκαν στο Λένινγκραντ. Ωστόσο οι ενέργειές τους συχνά συγκάλυπταν μία μύχια σκέψη ότι ο ναζισμός και ο κομμουνισμός είναι κατά κάποιο τρόπο δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ελάχιστα απέτισαν φόρο τιμής στην ανακούφιση, που προκάλεσε κατά μήκος της Ευρώπης η νίκη στο Στάλινγκραντ το 1943, δημιουργώντας για πρώτη φορά την αίσθηση ότι η ναζιστική πλημμυρίδα βρίσκεται σε πορεία υποχώρησης. Πόσοι Ευρωπαίοι ή Αμερικανοί πολιτικοί, πολλώ μάλλον σχολικά βιβλία, παραδέχονται ότι ο Κόκκινος Στρατός κατάφερε το 80% των απωλειών της ναζιστικής πολεμικής μηχανής ή ότι στην απόβαση στη Νορμανδία οι συμμαχικές δυνάμεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με 58 γερμανικές μεραρχίες στη Δύση, ενώ οι Σοβιετικές δυνάμεις αναγκάσθηκαν να αντιμετωπίσουν 228 μεραρχίες κατά την προέλασή τους στο Βερολίνο;

Με τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου η εξίσωση του Ναζισμού με τον κομμουνισμό επικράτησε, καθώς απέκτησε μία νέα, επιφανειακή νομιμοποίηση από τους Ρώσους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να πουν τέτοια πράγματα στο παρελθόν. Οπως όμως ανέφεραν στο βιβλίο τους «Σταλινισμός και ναζισμός» ο Μοσέ Λεβίν και ο Ιαν Κέρσοου η έννοια του απολυταρχισμού διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. «H αναζήτηση κοινών στοιχείων είναι γονιμότερη από την ταύτιση, ταυτόχρονα με τον καθορισμό των κρίσιμων διαφορών. «Το ναζιστικό καθεστώς, σε αντίθεση με το σταλινικό, δεν μπορεί να θεωρηθεί μία σύγχρονη δικτατορία. Στόχος της ήταν η εθνική αναγέννηση και η υπεροχή με βάση τη φυλετική καθαρότητα». Υπό τον Στάλιν δεν υπήρχε τίποτα συγκρίσιμο με την υποχρεωτική στείρωση των «ακατάλληλων», την ευθανασία ανθρώπων που θεωρούνταν βαρίδια για την κοινωνία, τα στρατόπεδα εξόντωσης των Εβραίων και το χαρακτηρισμό συγκεκριμένων λαών ως «υπανθρώπων». H μαζική τρομοκρατία και οι διώξεις δεν ήταν εγγενείς στο σοβιετικό τρόπο άσκησης της εξουσίας.

Σκοτεινά σημεία

Υπάρχουν πάντως σκοτεινά σημεία, που πρέπει να διερευνηθούν στη Ρωσία. Περίπου ένα εκατομμύριο αιχμάλωτοι πολέμου, δηλαδή το 30% όσων βρέθηκαν σε γερμανικά χέρια, πολέμησαν στο πλευρό των Ναζί, αν και υπό καθεστώς απίστευτης σκληρότητας και προκειμένου να αποφύγουν το θάνατο από πείνα. Το σοβιετοναζιστικό σύμφωνο μη επίθεσης έδωσε μεν την ευκαιρία στο Στάλιν να ενισχύσει την άμυνά του, αλλά οι Ρώσοι εξακολουθούν να υποβαθμίζουν τη σημασία των μυστικών προσαρτήσεων, που του επέτρεψαν να αποστείλει στρατεύματα στην ανατολική Πολωνία, προσθέτοντας στα σοβιετικά εδάφη την Ουκρανία και τη Λευκορωσία, αλλά και την κατάκτηση των Βαλτικών χωρών ένα χρόνο αργότερα. Επίσης συχνά χρησιμοποιείται το επιχείρημα πως οι λαοί σε αυτές τις περιοχές ψήφισαν ελεύθερα υπέρ της ένταξης στη Σοβιετική Ενωση.

Να ισχυρίζεται κανείς, όπως έκανε ο Ρώσος πρόεδρος, Βλαντιμίρ Πούτιν, πρόσφατα, ότι το σύμφωνο δεν ήταν χειρότερο από την προηγούμενη συμφωνία Βρετανίας και Γαλλίας με το Χίτλερ στο Μόναχο είναι παραπλανητική. H πολιτική κατευνασμού του Χίτλερ εκπορεύτηκε από την ελπίδα του Λονδίνου και του Παρισιού ότι θα στραφεί εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης, αλλά ο άμεσος στόχος, όσο και ανεγκέφαλος, ήταν να εξαγοράσουν την ειρήνη στη Δύση και όχι εδάφη. Είναι όμως εξίσου εσφαλμένος εκ μέρους των ηγετών της Βαλτικής να παριστάνουν ότι τα καθεστώτα της περιοχής στη δεκαετία του ’30 δεν ήταν αυταρχικά και σοβινιστικά ή να ισχυρίζονται ότι η σοβιετική κατοχή ήταν εξίσου βίαιη με τη ναζιστική.

Αρκεί να διαβάσει κανείς τα απομνημονεύματα των λιγοστών Λιθουανών Εβραίων επιζώντων ή τις εκθέσεις των ναζιστικών στρατευμάτων, όταν εισέβαλαν στη Βαλτική για να αποκτήσει μία ακριβέστερη εικόνα. «Στις χώρες της Βαλτικής η συνεργασία με τους Ναζί στις επιχειρήσεις εξόντωσης των Εβραίων ήταν άμεση και εκτενής», γράφει ο ιστορικός Ρόναλντ Χέντλαντ. Ετσι οι ηγέτες της Εσθονίας και της Λιθουανίας, που έμειναν μακριά από τη Μόσχα αυτό το Σαββατοκύριακο, ντροπιάζουν εαυτούς.

Οι αυριανοί εορτασμοί δεν θα έπρεπε πάντως να αναφέρονται αποκλειστικά στο παρελθόν. Το δίδαγμα για το μέλλον είναι πως ο ανταγωνισμός για την εξασφάλιση επιρροής ή τη διχοτόμηση της Ευρώπης, σε ένα φιλοδυτικό και φιλορωσικό στρατόπεδο, οδηγεί στην καταστροφή. Στην πρώτη μεταψυχροπολεμική περίοδο, η εκτίμηση αυτή ήταν αποδεκτή. Στη συνέχεια όμως και μετά από πολωνική και σε μικρότερο βαθμό από τσεχική παρότρυνση ο Μπιλ Κλίντον ανέτρεψε αυτήν την άποψη. H Ουάσιγκτον ξεκίνησε τη διαδικασία της προς Ανατολάς επέκταση του NATO. H όρεξη ήρθε τρώγοντας και η εμβέλεια του NATO έφτασε στην κατεύθυνση όλων των γειτόνων της Ρωσίας. Σκεφτείτε την ανησυχία των ΗΠΑ για την Κούβα και ακολούθως φανταστείτε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική συν τον Καναδά σε μία συμμαχία υπό τη διοίκηση της Μόσχας.

Αναμφίβολα ήρθε η ώρα για την αναστολή της επικίνδυνης αυτής διαδικασίας. H Ουάσιγκτον θέλει να συνεχίσει, αλλά δεν έχουν τα ευρωπαϊκά μέλη του NATO αρκετή αίσθηση της ιστορίας και της γεωγραφίας ή έστω αρκετό πολιτικό θάρρος να πουν στον Μπους ότι αυτή η λέσχη έχει πλέον συμπληρώσει τον κατάλογο των μελών της;