ΚΟΣΜΟΣ

H Νέα Ορλεάνη περιμένει τη λύτρωση

O τυφώνας «Κατρίνα» κατάφερε ισχυρό πλήγμα αυτήν την εβδομάδα στο Δέλτα του Μισισιπή. H καταστροφή χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη στη σύγχρονη ιστορία των ΗΠΑ, ενώ η ιστορική Νέα Ορλεάνη βρίσκεται κάτω από τα νερά της λίμνης Ποντσαρτρέιν, χωρίς να είναι άμεσα ορατή η προοπτική υποχώρησης των υδάτων. Αν και η καταστροφική ισχύς του τυφώνα είχε προβλεφθεί από τα μέσα της τελευταίας εβδομάδας του Αυγούστου, η παροδική εξασθένησή του λίγο πριν πλήξει τη Φλόριντα, έκανε όλους να πιστέψουν ότι ο κίνδυνος είχε παρέλθει. H πραγματικότητα, όμως, διέψευσε τους αισιόδοξους. Την Τετάρτη, ο τυφώνας χτύπησε με λύσσα τα βόρεια παράλια του Κόλπου του Μεξικού.

Οι αγνοούμενοι ξεπερνούσαν χθες τους 1.000, ενώ έρευνες διεξάγονται σε μεγάλη ακτίνα γύρω από τη Νέα Ορλεάνη και τις παραλιακές πόλεις του Δέλτα του Μισισιπή. H πόλη, την οποία πούλησε ο Ναπολέοντας στον Αμερικανό πρόεδρο Τζέφερσον το 1803, βρίσκεται σήμερα κάτω από εκατομμύρια κυβικά νερού. Στους βυθισμένους δρόμους, οι κάτοικοι διακατέχονταν από αγανάκτηση, απελπισία και οργή, περιμένοντας για μία ακόμη ημέρα την απελευθέρωσή τους και τη μεταφορά τους σε ασφαλή καταφύγια, μακριά από τη Λουιζιάνα.

Την ώρα που οι αρχές της πόλης διαβεβαίωναν κατοίκους και μέσα ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο για την πλήρη ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού, οι αποκλεισμένοι κάτοικοι της Νέας Ορλεάνης εξέφραζαν διαφορετική άποψη. Με ελάχιστο νερό και τρόφιμα να τους έχουν απομείνει και με τις αστυνομικές δυνάμεις να αδυνατούν να διασφαλίσουν την τάξη, εκδήλωναν την οργή τους για έναν κόσμο που αδιαφορεί για το δράμα τους. «Είναι εντελώς ανοργάνωτοι. Ποιος είναι επικεφαλής;», έλεγε ο μάγειρας Κέρτις Γκριν, έξω από το γιγάντιο κλειστό στάδιο Σουπερντόουμ, που μετατράπηκε σε κέντρο υποδοχής προσφύγων.

Χωρίς νερό…

Εξω από το παρακείμενο συνεδριακό κέντρο, σε εύπορη συνοικία της πόλης, τα σωστικά συνεργεία άφησαν προχθές επτά πτώματα, μακάβρια συγκομιδή των τελευταίων ωρών της κοπιαστικής εργασίας τους. Πάνω από 25.000 άνθρωποι βρήκαν καταφύγιο στο αχανές στάδιο, ενώ πολλοί από αυτούς κατηγορούσαν τις αρχές για την αδιαφορία που επέδειξαν, αφήνοντάς τους εκεί χωρίς κλιματισμό και αρκετό νερό. «Αυτό δεν έχει να κάνει με φτωχούς και πλούσιους. Είναι όλοι άνθρωποι», έλεγε κλαίγοντας μια αφυδατωμένη και ταλαιπωρημένη νέα γυναίκα.

Μια αίσθηση αδυναμίας αλλά και ανομίας πλανάται πάνω από την πόλη. «Ανθρωποι έπεσαν θύματα βιασμού, ενώ άλλοι δέχθηκαν ανελέητους ξυλοδαρμούς», έλεγε την Παρασκευή ο αρχηγός της αστυνομίας της Νέας Ορλεάνης, Εντουιν Κόμπας. Την ίδια ώρα, το ιστορικό κέντρο της Νέας Ορλεάνης έπεφτε θύμα συστηματικής λεηλασίας. Εκατοντάδες πολίτες έσπασαν τα κάγκελα καταστημάτων και έκαναν πλιάτσικο.

Εκτός ελέγχου

Η εκκένωση του Σουπερντόουμ προχώρησε με αργούς ρυθμούς τις τελευταίες δύο ημέρες, καθώς χιλιάδες κάτοικοι συνέρρεαν στο στάδιο, παρά τις φήμες ότι είχε μετατραπεί σε άντρο κακοποιών και σε θέατρο αδιανόητων πράξεων βίας. Τα λεωφορεία με προορισμό το Χιούστον του Τέξας έγιναν αμέσως στόχος του απελπισμένου πλήθους, στην προσπάθειά του να διαφύγει το ταχύτερο δυνατό από την πόλη. Το πλήθος που προσπαθούσε να επιβιβασθεί σε αυτά ήταν τέτοιο, που η αστυνομία αναγκάστηκε να τοποθετήσει ένοπλους φρουρούς.

Τα ξημερώματα της Πέμπτης, η κατάσταση στο εσωτερικό του Σουπερντόουμ φάνηκε να ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, σωματώδης άνδρας επιτέθηκε σε στρατιώτη της εθνοφρουράς και στην προσπάθειά του να του κλέψει το όπλο, τον πυροβόλησε στον μηρό. Τουλάχιστον τρεις άνθρωποι πέθαναν στο στάδιο, δύο ηλικιωμένοι από θερμοπληξία και ένας άνδρας από ύποπτη πτώση. O υγρός αέρας άρχισε να μυρίζει μπαρούτι στην κυριολεξία, ο φόβος πλήρους εκτροπής οδήγησε την κυβερνήτη της πολιτείας στην απόφαση να δώσει το ελεύθερο στην εθνοφρουρά και τις δυνάμεις ασφαλείας να ανοίξουν πυρ για να αποτραπεί η κλιμάκωση της βίας και του πλιάτσικου.

«Να μας γλιτώσουν»

Αίσιο τέλος είχε η περιπέτεια του 54χρονου Γκάρι Αντουάν, ο οποίος έμεινε αποκλεισμένος στη στέγη του σπιτιού του στο κέντρο της Νέας Ορλεάνης, μαζί με έξι γείτονές του, για τέσσερις ημέρες περιμένοντας τα ελικόπτερα της εθνοφρουράς. Το νερό στον δρόμο έφθανε τα δυόμισι μέτρα και οι αρχικές τους προσπάθειες να τραβήξουν την προσοχή των ελικοπτέρων αποδείχθηκαν μάταιες. Μετά τη μεταφορά τους σε ασφαλές σημείο, μαζί με εκατοντάδες συμπολίτες τους από άλλες στέγες, ο κ. Αντουάν είπε: «Δεν με νοιάζει πού θα με πάνε. Αρκεί να αναγνωρίσουν ότι είμαστε πρόσφυγες και να μας γλιτώσουν από αυτό το χάος».