ΚΟΣΜΟΣ

Το Παρίσι ως μύθος και πραγματικότητα

O οξύς ήχος του τακουνιού στο πεζοδρόμιο και η ζεστή, υγρή οσμή του μετρό. Αυτές είναι μερικές από τις βασικές αισθήσεις – εικόνες που αντανακλά το Παρίσι στο μυαλό. O βαρώνος ντε Πολνίτζ ήδη από το 1732 είχε παρατηρήσει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι γνωρίζουν το Παρίσι χωρίς να το έχουν δει ποτέ. Γνωρίζουν το μυθολογικό Παρίσι. Δύο εκδόσεις τώρα προσπαθούν, δίχως να απορρίπτουν τους μύθους που έχουν τυλίξει την πόλη, να πάνε πέρα απ’ αυτή.

Σκηνή και φόντο

Η Χέλεν Κονσταντάιν στη συλλογή «Ιστορίες του Παρισιού» (Οξφορντ Γιουνιβέρσιτι Πρες, 246 σελ. 16,95 δολ. 9,9 στερλίνες) έχει συγκεντρώσει μια σειρά διηγημάτων γραμμένα από συγγραφείς γνωστούς κι έξω από τη Γαλλία (Εμίλ Ζολά, Κολέτ) κι άλλους όχι τόσο (Φρεντερίκ Μπεζμπεντέρ, Μαρίζ Κοντέ). Το σύνολο είναι ένα είδος λογοτεχνικού οδηγού του Παρισιού. Δηλαδή μια συσσώρευση εντυπώσεων, βλεμμάτων, συγκινήσεων, απογοητεύσεων με σκηνή την πόλη.

Δεν λείπουν βέβαια ο έρωτας και η νοσταλγία ακόμη κι όταν το Παρίσι είναι μόνο το φόντο τους. Αλλά και μόνα τα ονόματα των σταθμών του Παρισιού μοιάζουν ή είναι το καθένα τους -Σεν Λαζάρ, Ρεμούρ – Σεμπαστοπόλ- μια ιστορία, όπως δεν είναι π.χ. το Τσάρινγκ Κρος του Λονδίνου.

Υπάρχει όμως και βία και θλίψη. Στην «Παρισινή περιπέτεια» του Γκυ ντε Μωπασάν, η εξ επαρχίας ηρωίδα αναζητεί έρωτες στο Παρίσι. Στην προσπάθειά της να γευτεί τις αμαρτωλές απολαύσεις του μακρινού ορίζοντα, βρίσκει το κενό και την ερημιά, καθώς ξυπνά μ’ έναν κοντόχοντρο άντρα πλάι της που το στομάχι του φούσκωνε το σεντόνι σαν μπαλόνι». O «Δραπέτης» του Ζορζ Περέκ, αναθυμάται σε θραύσματα την απόδρασή του από το σπίτι, όταν ήταν παιδί. Να γυρνά στους δρόμους του Παρισιού, προσμένοντας κάποιον να τον δει, να του μιλήσει και να τον πάει πίσω. Και στα δύο διηγήματα το Παρίσι είναι μοναξιά, φόβος, κρύο, αβεβαιότητα. H μνήμη διατρέχει και το βιβλίο του Κόλιν Τζόουνς «Παρίσι, η βιογραφία μιας πόλης» (Βάικινγκ, 566 σελ., 29,95 δολ. πένγκουιν, 25 στερλίνες). Ιστορικός αποπειρώμενος να γράψει βιογραφία αντί ιστορίας, ο συγγραφέας εμπνέεται από το μικροχρονικό μιας μέρας σε πλατεία του Παρισιού γραμμένο από τον Ζορζ Περέκ πάλι και την κριτική μελέτη της πόλης από τον Πιέρ Νορά.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο με πολύ ευρείς ορίζοντες τουλάχιστον, κινούμενο από την εποχή των Ρωμαίων έως την προεδρία του Z. Σιράκ. H αφήγηση δεν ακολουθεί πολιτικό νήμα, αλλά την εξέλιξη των ιδεών, των τεχνών και της ίδιας της γεωγραφίας της πόλης. Αλλά και οι θαυμαστές των παραδοσιακών εικόνων έχουν να διαβάσουν πολλά, καθώς γράφει: «Εκόνομιστ» τόσο για τη βασιλεία των Καπέτων όσο για τον μεγάλο αστικό σχεδιασμό από τον Οσμάν έως τα μεγαλόπνοα σχέδια του Ζορζ Πομπιντού και του Φρανσουά Μιτεράν. Χωριστά τμήματα κατέχουν ανόμοια μεταξύ τους θέματα όπως η Αγία Γιενεβιέβη, η Ζοζεφίν Μπέκερ, το Καφέ Προκόπ και οι «βεσπασιανές» (δημόσια ουρητήρια). Αυτές που λεπτομερώς περιγράφει ο συγγραφέας, πήραν το όνομά τους από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Βεσπασιανό και αριθμούνταν γύρω στις 4 χιλιάδες, το 1914. Τοποθετημένες στη Δεύτερη Αυτοκρατορία, μαζί με φανοστάτες, παγκάκια, κιόσκια και αναβρυτήρια, ήταν μέρος του εξαστισμού των δρόμων της πόλης.Τα αρχιτεκτονικά στυλ κυμαίνονταν από το γοτθικό, στο κλασικό και το μπαρόκ. Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, ο αριθμός των βεσπασιανών είχε κατέβει στις 300, χάρις στη βελτίωση της υγιεινής των κατοικιών. Σήμερα, ζήτημα είναι αν επιβιώνει μια.

Βατή γλώσσα

Ορισμένα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα αινίγματα. Πώς έγινε και το Παρίσι μετά το 1970 έχασε την πρωτοκαθεδρία ως πρωτεύουσα πνευματική και καλλιτεχνική του κόσμου;

Ομως, η συγγραφέας κατορθώνει να πλάσει μια γλώσσα βατή και καταληπτή σ’ όλους που μόνον κατά περιπτώσεις, εκτρέπεται σε λογιοτατισμούς του τύπου: «γέμει το μετρό ερμητικών νοημάτων». Πέραν τούτων, το βιβλίο συνιστά απολαυστικό ανάγνωσμα και συχνά διδακτικό για την ιστορία μας πόλης μυθοποιημένης, τόσο από τους ίδιους τους κατοίκους της όσο και από τους ξένους.