ΚΟΣΜΟΣ

Πόλεις που χάθηκαν για πάντα

O άνεμος είναι ο μοναδικός κάτοικος των λόφων της. Μέσα Βέρδε στο Κολοράντο, τα πουλιά και η άγρια βλάστηση, οι μοναδικές παρουσίες ζωής στις πυραμίδες των Μάγια. Η άμμος και η σιωπή κατάπιαν τις ικεσίες των εμπόρων και τις φωνές των καμήλων, που αντηχούσαν στο παλιό έρημο κέντρο της πόλης Ουμπάρ. H Τροία θάφτηκε για αιώνες, και βγήκε πρόσφατα ξανά στο φως. Τμήματα της Μεγάλης Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, του κέντρου της γνώσης στον αρχαίο κόσμο, έχουν πιθανότατα για πάντα βυθιστεί στα ανοιχτά της ακτής της Αιγύπτου στη Μεσόγειο. «H άνθηση και η πτώση των πόλων εξαρτάται άμεσα από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκαν», υποστηρίζει ο ιστορικός Πιρς Λιούις, με ειδίκευση στην ιστορία της Νέας Ορλεάνης και ομότιμος καθηγητής Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια.

Στο Ιλινόις

Οι κλιματολογικές αλλαγές μπορούν να μεταβάλουν άρδην τις συνθήκες διαβίωσης σε έναν τόπο. Οι καταστροφές, όπως η έκρηξη ηφαιστείων ή οι μεγάλης έντασης σεισμικές δονήσεις μπορούν να εξαφανίσουν μια ολόκληρη πόλη σε μικρό χρονικό διάστημα. Οι ραγδαίες πολιτικές και οικονομικές αλλαγές μπορούν να καταδικάσουν μια ακμαία μητρόπολη σε ξαφνικό θάνατο. Μετά την υπερχείλιση του ποταμού Μισισιπή το 1993, οι κάτοικοι του Βαλμάιερ στο Ιλινόις ψήφισαν και ενέκριναν τη μεταφορά ολόκληρης της πόλης 3 χιλιόμετρα ανατολικά, σε μεγαλύτερο υψόμετρο.

Είναι δύσκολο να εικάσει κανείς το μέλλον της Νέας Ορλεάνης μετά τις πλημμύρες, τα κρούσματα βίας και τους θανάτους. Παρακολουθώντας όμως τη στάθμη του νερού να ανεβαίνει στην πόλη, σαν σε μπανιέρα, εξαναγκάζοντας μισό εκατομμύριο ανθρώπους να την εγκαταλείψουν, εύκολα πάει ο νους σε άλλους τόπους, που χάθηκαν στον χρόνο, βουλιάζοντας μέσα στην άσταθη γη.

Ορισμένες από αυτές αναπτύσσονται περισσότερο μετά τον θάνατό τους. Οπως για παράδειγμα η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, η οποία δικαιολογημένα καλλιεργούσε ελπίδες αιώνιας παρουσίας στην ιστορία. Η Βιβλιοθήκη ιδρύθηκε το 300 π.Χ. και την πρώιμη περίοδο της κυριαρχίας των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο, μετεβλήθη σε σύμβολο του πολιτισμού και της γνώσης, πριν εξαφανιστεί μέσα στην άμμο και στη θάλασσα, 1.000 περίπου χρόνια αργότερα. «Ηταν η Βιβλιοθήκη, το πρότυπο κάθε βιβλιοθήκης», αναφέρει ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, Ρότζερ Μπάγκναλ.

Κανείς, σύμφωνα με τον καθηγητή, δεν γνωρίζει το ακριβές μέγεθός της. Υπολογίζεται όμως ότι περιείχε 40.000 με 400.000 κυλίνδρους παπύρου. Μια μυθική άλως περιβάλλει την ιστορία της καταστροφής της. Θρυλείται ότι τα βιβλία κάηκαν κατά τη διάρκεια της κατάκτησης της Αλεξάνδρειας από τον Καίσαρα, το 47 π.Χ., όμως η Βιβλιοθήκη εξακολουθεί να αναφέρεται στα ιστορικά κείμενα γύρω στον τέταρτο αιώνα. Ο δρ Μπάγκναλ θεωρεί ότι η Βιβλιοθήκη παραμελήθηκε και οδηγήθηκε στην καταστροφή. «Τα βιβλία σάπισαν. Ακόμα και οι πάπυροι, οι οποίοι δεν περιέχουν οξέα», τονίζει ο καθηγητής, καθώς σε κανένα αρχείο δεν μαρτυρείται οποιαδήποτε απόπειρα συντήρησης της Βιβλιοθήκης μετά την πρώιμη πτολεμαϊκή περίοδο.

Την εποχή που ο όχλος των Χριστιανών εισέβαλε στη Βιβλιοθήκη και το μουσείο, στο τέλος του αιώνα, με στόχο να καταστρέψει τον παγανιστικό αυτό θεσμό, αποτελείωσε ένα ελάχιστο πλέον περιεχόμενο. «H συνοικία του παλατιού είχε ήδη σε μεγάλο μέρος καταστραφεί», συμπληρώνει ο δρ Μπάγκναλ. Αργότερα, το 642, οι Αραβες μετέφεραν την πρωτεύουσα της Αιγύπτου στην περιοχή του Καΐρου, με αποτέλεσμα να βυθιστεί η Αλεξάνδρεια στο σκοτάδι.

Στη Ναν Μαντόλ

Στην άλλη άκρη της υφηλίου, στις Καρολίνες νήσους της Μικρονησίας, μόνον ο παφλασμός των κυμάτων έρχεται να ταράξει την παγερή σιωπή, που επικρατεί στην ερημωμένη πόλη της Ναν Μαντόλ. Η πόλη συγκροτείται από 100 νησιά, τα οποία χτίστηκαν από ανθρώπινα χέρια: Κίονες από βασάλτη, ύψους 5 μέτρων και βάρους 5 τόνων, τοποθετημένοι πλάι πλάι, σχηματίζουν τείχη, ύψους 8,5 μέτρων. Σύμφωνα με τον τοπικό θρύλο, όποιος περάσει τη νύχτα εκεί, δεν πρόκειται να ζήσει ώς την ανατολή. Κάποτε όμως ήταν ο τόπος διαβίωσης των ιερέων και των αριστοκρατών της δυναστείας Σοντελόρ, η οποία βασίλεψε στη Ποχνπέι, πόλη 30.000 κατοίκων μέχρι πριν από 5 αιώνες, σύμφωνα με τον αρχαιολόγο του Πανεπιστημίου του Ορεγκον, Ουίλιαμ Εϊρες.

Η Ναν Μαντόλ χτίστηκε στον ύφαλο, πριν από περίπου 1.500 χρόνια, καθώς οι κάτοικοί της, οι οποίοι έζησαν εκεί αρκετούς αιώνες, είχαν εύκολη πρόσβαση στη θάλασσα και ενδεχομένως, το σημαντικότερο, μπορούσαν να επικοινωνούν καλύτερα με τις θεότητες του ωκεανού.

Οι κίονες, που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των τειχών, μεταφέρθηκαν με σχεδίες στον ύφαλο. Τουλάχιστον 500.000 τόνοι μεταφέρθηκαν εκεί κατά τη διάρκεια των 1.000 χρόνων της ανοικοδόμησής της. Ούτε και το τέλος της Ναν Μαντόλ υπήρξε εύκολο. Μετά την ανατροπή των Σαόντελορ, το νησί διαιρέθηκε σε δύο μικρότερα φέουδα, «τα οποία επιζούν μέχρι σήμερα», τονίζει ο δρ Εϊρες. Η πόλη εγκαταλείφθηκε στους κοιμισμένους βασιλιάδες της.

Η ιστορία που συνοδεύει την έρημη σιωπή της Μέσα Βέρδε είναι ακόμα πιο σύνθετη.

Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, στα μέσα του 12ου αιώνα, περίπου 20.000 άνθρωποι ζούσαν στο γραφικό τοπίο των λόφων και την ευρύτερη περιοχή του νοτιοδυτικού Κολοράντο. Ηδη από το 1300 η αρχαία αυτή φυλή των Ανασάζι είχε εξαφανιστεί.

Η καταστροφή ήταν αποτέλεσμα συνδυασμού κλιματολογικών, πολιτικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο της Ουάσιγκτον, Τομ Κόλερ.

Ενας βασικός παράγοντας ήταν οι κλιματολογικές αλλαγές. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, στα χρόνια από το 1275 έως το 1297, η περιοχή μαστίζεται από παράδοξη ξηρασία.

Πρόσφατες έρευνες απέδειξαν ότι συγχρόνως επικράτησε παγωνιά, η οποία κατέστρεψε τις σοδειές.

Η χαμένη Ατλαντίδα

Ομως η πιο γνωστή χαμένη πόλη είναι αναμφισβήτητα η Ατλαντίδα, το θρυλικό νησί, που βυθίστηκε στη θάλασσα, στο οποίο αναφέρεται και ο Πλάτωνας.

Ορισμένοι ακαδημαϊκοί θεωρούν ότι ο μύθος βασίστηκε σε ένα ή περισσότερα αληθινά γεγονότα, μεταξύ των οποίων η καταστροφή της πόλης Ελίκης, στα παράλια της Κορίνθου. Η Ελίκη βυθίστηκε στη θάλασσα έπειτα από ένα μεγάλο σεισμό και το τεράστιο κύμα τσουνάμι, που ακολούθησε, το 373 π.Χ.

«Η θάλασσα φούσκωσε από τον σεισμό», αναφέρει ο Στράβωνας, «και κατάπιε την Ελίκη». Παρότι δεν υπήρξε αυτοκρατορικό κέντρο, όπως η θρυλική Ατλαντίδα, η Ελίκη υπήρξε μια σημαντική πόλη, η οποία γνώρισε μεγάλη ακμή.

Πριν από πέντε περίπου χρόνια, ομάδα αρχαιολόγων με επικεφαλής την κ. Ντόρα Κατσονοπούλου του Ιδρύματος Αρχαίας Ελίκης, στο Αίγιο, σε συνεργασία με τον γεωφυσικό του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, Στίβεν Σότερ, ανακοίνωσαν, ύστερα από 12 χρόνια αναζήτησης, ότι ανακάλυψαν τη χαμένη πόλη. H πόλη ανακαλύφθηκε, όχι στη θάλασσα, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά στην πεδιάδα, κοντά στο Αίγιο. «H σταδιακή ανύψωση της πόλης οφείλεται σε έντονη τεκτονική δραστηριότητα», τόνισε ο δρ Σότερ.

«Τα τμήματα της γης που προσφέρονται για καλλιέργειες, συνήθως επανακατοικούνται μετά τις καταστροφές. Οι άνθρωποι επιστρέφουν, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο», συμπληρώνει ο ανθρωπολόγος.

Αυτές οι πόλεις συγκροτούν μια εικόνα ενός είδους αθανασίας των νεκρών, καθώς και της αέναης άνθησης των πλημμυρισμένων πεδιάδων. Εφόσον η Ελίκη είναι ικανή να ζωντανέψει το όραμα της Ατλαντίδας, εφόσον μια συλλογή παπύρων μπορεί να αλλάξει για πάντα την αντίληψή μας για τη μάθηση και τη γνώση και οι εγκαταλελειμμένοι κίονες να γεννήσουν όνειρα, τι μπορεί κανείς να περιμένει από τα πολιτιστικά σύμβολα ενός από τα σημαντικά εμπορικά σταυροδρόμια του κόσμου, της Νέας Ορλεάνης, η οποία γνώρισε την ευλογία και την κατάρα του νερού;