ΚΟΣΜΟΣ

Ας μη… «σαουδαραβοποιήσουν» τη Ρωσία

Αν οι Αμερικανοί συνεχίσουν να καταναλώνουν ενέργεια χωρίς μέτρο, θα μπορούσαν άθελά τους να βοηθήσουν τον Πούτιν στην επίτευξη του στρατηγικού του στόχου, να καταστήσει τη Ρωσία δεύτερη Σαουδική Αραβία. O Ρώσος πρόεδρος δηλαδή θα μετέφραζε τα άφθονα αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου της χώρας του, σε πολιτική επιρροή και εξουσία, στο εξωτερικό. Σε αντάλλαγμα της «ενεργειακής ασφάλειας», οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θα άφηναν ανενόχλητο τον Πούτιν να εντείνει τον πολιτικό του έλεγχο στο εσωτερικό και τη βίαιη καταστολή της εξέγερσης στην Τσετσενία.

Το πλαίσιο μιας τέτοιας στρατηγικής σκιαγράφησε ο Πούτιν, στη Μόσχα, αρχές του μηνός, ενώ ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στη Γερμανία, στα Ηνωμένα Εθνη και στην Ουάσιγκτον, για μια προγραμματισμένη συνάντησή του με τον πρόεδρο Μπους. H διαπραγμάτευση ενεργειακών αποθεμάτων έναντι πλούτου και επιρροής ήταν αυτό, που είχε στο μυαλό και στην ατζέντα του. H Ρωσία δεν είναι η μόνη, που θέλει να κερδίσει επιρροή στο εξωτερικό, μέσω των εξαγωγών πετρελαίου και αερίου. O ΟΠΕΚ (στον οποίο δεν ανήκει η Ρωσία) υπάρχει γι’ αυτό τον σκοπό. Ωστόσο, το μέγεθος, η ιστορία οι φιλοδοξίες και οι ανησυχίες της για περιοχές της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης, που είχε άλλοτε υπό τον έλεγχο της ως Σοβιετική Ενωση και το τεράστιο πυρηνικό της οπλοστάσιο καθιστούν τη Ρωσία ειδική περίπτωση, που απαιτεί ειδική προσοχή.

Το ίδιο και η χρονική στιγμή κατά την οποία εμφανίζεται ως παγκόσμια ενεργειακή υπερδύναμη. Αυξημένη ζήτηση από Κίνα και Ινδία, η πιο δαπανηρή φυσική καταστροφή στην αμερικανική ιστορία, ένας παγκόσμιος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, επικεντρωμένος στη Μέση Ανατολή και στην Κεντρική Ασία και άλλα γεγονότα, που έχουν συγκλονίσει τις ενεργειακές αγορές έχουν δημιουργήσει μια άνευ προηγουμένου ρευστότητα στην ευθυγράμμιση μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών. Οποιες και αν είναι οι προθέσεις του, ο Πούτιν βρίσκεται στο κέντρο ενός νέου αναδυόμενου ακόμη, παγκόσμιου σκακιστικού παιχνιδιού εξουσίας. Αν οι διαμορφωτές της αμερικανικής πολιτικής δεν είναι προετοιμασμένοι να καταβάλλουν το τίμημα, θα έπρεπε να εργαστούν για τη διαμόρφωση ενός δικού τους διεθνούς πλαισίου, το οποίο θα εξασφαλίζει προβλεψιμότητα, διαφάνεια και σταθερότητα ανάμεσα σε παραγωγούς ενέργειας και καταναλωτές. H συντήρηση, αν και σημαντική, δεν είναι από μόνη της αρκετή να θεραπεύσει τη βαριά ασθενή πετρελαϊκή οικονομία. H ραγδαία άνοδος των τιμών πετρελαίου, εφέτος, πάνω από τα 60$ το βαρέλι, βοήθησε ήδη το Κρεμλίνο να εδραιώσει την επιρροή του στο εσωτερικό, όπου οι Ρώσοι ως σύνολο ποτέ δεν φαίνονταν ή αισθάνονταν τόσο πλούσιοι. H παραγωγή 9 εκατ. βαρελιών πετρελαίου ημερησίως και η εξαγωγή των δυο-τρίτων από αυτά σημαίνει χρήματα για αύξηση μισθών και καταβολή συντάξεων.

Αλλά ενώ άρχισαν να γεμίζουν τα ταμεία του Κρεμλίνου από το 2003, ο Πούτιν έπαψε τις σοβαρές οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Κατέπνιξε την εποικοδομητική κριτική στο εσωτερικό και κράτησε για λογαριασμό του και λίγους συνεργάτες του τον ελεγχο των εταιρειών πετρελαίου και αερίου και το ζωτικής σημασία σύστημα διανομής της ενέργειας.

Εξαγωγή στις ΗΠΑ

Σε συζήτηση με ξένους επισκέπτες, στο Κρεμλίνο, προ δύο εβδομάδων, εξέφρασε την ελπίδα να εγκαταστήσει «ενεργειακές συμμαχίες» με ξένες χώρες. Ανήγγειλε την έναρξη αυτόν το μήνα εξαγωγής φυσικού αερίου σε υγρή μορφή, στις ΗΠΑ, στο πλαίσιο μιας περίπλοκης συνολικής διευθέτησης και είπε ότι θα συζητήσει το θέμα με τον Μπους. Οι ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές στις ΗΠΑ είναι στην πραγματικότητα περιορισμένες, αλλά ο Πούτιν θεωρεί ότι η δυναμική και ο συμβολισμός τους είναι σημαντικές για την πολιτική του στρατηγική. Και στην παγκόσμια αγορά, η σπατάλη ενέργειας στις ΗΠΑ ανεβάζει την τιμή όλων των αποθεμάτων, περιλαμβανομένων και αυτών της Ρωσίας.

Ο Πούτιν ανακοίνωσε επίσης ότι θα αναγάγει την ενεργειακή ασφάλεια σε μείζον θέμα της συνόδου των Οκτώ (G8), της οποίας θα προεδρεύσει τον επόμενο χρόνο, στην Αγία Πετρούπολη, τονίζοντας ότι η Ρωσία θα ήταν ένας αξιόπιστος προμηθευτής για τους βιομηχανικούς εταίρους του.

Ανεξαρτήτως των προθέσεων του Πούτιν, οι ΗΠΑ δεν θα έπρεπε να ενθαρρύνουν τη «σαουδαραβοποίηση» της Ρωσίας, επιδιώκοντας να εγγυηθούν ενεργειακή ασφάλεια, ενώ αδιαφορούν για την εσωτερική καταπίεση και την απουσία μεταρρυθμίσεων.