ΚΟΣΜΟΣ

Κοϊζούμι: Από «καμικάζι»… «σογκούν»

Μυστήριο ανεξήγητο της Απω Ανατολής μοιάζει επιφανειακά αυτή η ιστορία των πρόωρων εκλογών της Ιαπωνίας: Πώς είναι δυνατόν δεκάδες κορυφαίοι βουλευτές ενός κυβερνητικού κόμματος να αρνούνται να ψηφίσουν νομοσχέδιο για την ιδιωτικοποίηση των ταχυδρομείων της χώρας; Γιατί ο πρωθυπουργός φέρνει ένα νομοσχέδιο, το οποίο απορρίπτουν τόσο η Βουλή όσο και η Γερουσία, στις οποίες ο κυβερνητικός συνασπισμός έχει απόλυτη πλειοψηφία; Και αφού γίνεται αυτό το απερίγραπτο αλαλούμ, πώς τολμάει ο πρωθυπουργός να προκηρύξει πρόωρες εκλογές ακριβώς για το θέμα αυτό; Ακόμη πιο παράδοξο, πώς οι ψηφοφόροι δίνουν σαρωτική νίκη απόλυτης πλειοψηφίας σε αυτό το κόμμα και σε αυτόν τον πρωθυπουργό; ΄H μήπως οι Ιάπωνες, για κάποιον ανεξιχνίαστο λόγο, μισούν τόσο πολύ τα ταχυδρομεία τους και επιθυμούν την πάση θυσία ιδιωτικοποίησή τους, υπερψηφίζοντας τον πρωθυπουργό Γιουνιχίρο Κοϊζούμι, ο οποίος μετέτρεψε τις εκλογές σε δημοψήφισμα με θέμα «ναι ή όχι στην ιδιωτικοποίηση των ταχυδρομείων»;

Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι απροσδόκητη: O καβγάς δεν γίνεται στην πραγματικότητα για τα ιαπωνικά ταχυδρομεία και τα γραμματόσημά τους, αλλά για το ταχυδρομικό ταμιευτήριο. Ενα ταμιευτήριο εξαιρετικά ιδιόμορφο και απίστευτης οικονομικής επιφάνειας, καθώς αποτελεί τη… μεγαλύτερη τράπεζα του πλανήτη, με ενεργητικό άνω των 3 τρισεκατομμυρίων(!) δολαρίων. Οπως είναι ευνόητο, κάθε πολιτική σύγκρουση είναι δικαιολογημένη γύρω από την ιδιωτικοποίηση ή όχι ενός τέτοιου οικονομικού κολοσσού.

Οικονομική βάση

Η όλη υπόθεση γίνεται πιο κατανοητή, αν πληροφορηθεί κανείς το επίσης μοναδικό γεγονός ότι το ταχυδρομικό ταμιευτήριο της Ιαπωνίας αποτελεί την οικονομική βάση του πολιτικού συστήματος της χώρας. Επί δεκαετίες ολόκληρες, οι πολιτικοί άνδρες της χώρας χρησιμοποιούν τα τεράστια κεφάλαια του ταμιευτηρίου για να χρηματοδοτούν ένα ατελείωτο πρόγραμμα κατασκευής δημοσίων έργων, αρκετές φορές ελάχιστα χρήσιμων, σε όλες τις γωνιές της Ιαπωνίας.

Με τον τρόπο αυτόν, αφενός χρηματοδοτούν αφειδώς τους διαπλεκόμενους μεγαλοεργολάβους και αφετέρου ασκούν πελατειακή πολιτική απέναντι στις μάζες των ψηφοφόρων της ιαπωνικής υπαίθρου. Και οι δύο δραστηριότητες είναι ζωτικής σημασίας για το κυβερνών κόμμα, αφού από τους κατασκευαστές της διαπλοκής παίρνει πολύ μεγάλα ποσά ως μίζες, που του επιτρέπουν να διαιωνίζει την κυριαρχία του, πέρα από τον αθέμιτο πλουτισμό πληθώρας στελεχών του.

Το βάθος της πολιτικής σήψης γίνεται καλύτερα αντιληπτό, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα κυβερνά διαρκώς την Ιαπωνία εδώ και… μισό αιώνα(!), από το 1955, με μοναδική εξαίρεση μια περίοδο δέκα μηνών, το 1993-94.

Οταν, λοιπόν, ο Κοϊζούμι επιχειρεί να ιδιωτικοποιήσει το ταχυδρομικό ταμιευτήριο, στην πραγματικότητα επιδιώκει να ανατρέψει την οικονομική βάση του πολιτικού συστήματος της Ιαπωνίας. Αυτό εξηγεί τόσο τη σφοδρότητα της αντίδρασης κορυφαίων στελεχών του κυβερνώντος κόμματος, τα οποία δεν δίστασαν να «στασιάσουν» κατά του πρωθυπουργού, όσο και τη λαϊκή συμπαράσταση διά της ψήφου προς τον Κοϊζούμι, καθώς η πλειοψηφία του ιαπωνικού λαού δείχνει να έχει κουραστεί από ορισμένες πλευρές αυτής της κατάστασης.

Πατερναλιστικός καπιταλισμός

Ενα άλλο σοβαρό ερώτημα είναι γιατί ο Γιουνιχίρο Κοϊζούμι, τέκνο του ΦΔΚ, επιδιώκει να καταλύσει την οικονομική βάση κυριαρχίας του κόμματός του. Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα αυτό, απαιτείται η επισήμανση κάποιων χαρακτηριστικών τόσο του οικονομικοκοινωνικού συστήματος της Ιαπωνίας όσο και του Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος.

Στο πρώτο ζήτημα, πρέπει να υπογραμμίσει κανείς πως τόσο το ιαπωνικό κράτος όσο και οι ιαπωνικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν πολιτική «πατερναλιστικού» καπιταλισμού που τείνει να εκλείψει στην Ευρώπη πλέον, συνδυαζόμενου με τοπικές ιδιομορφίες.

Απασχολούν σε κάθε δουλειά σαφώς περισσότερους εργαζόμενους από όσους πραγματικά χρειάζονται, με βάση τις σημερινές τεχνολογικές δυνατότητες, αλλά και τις κρατούσες αντιλήψεις περί «ορθολογισμού» της απασχόλησης ανθρώπινου δυναμικού. Σε αντάλλαγμα εξασφαλίζουν εργαζόμενους άκρως πειθήνιους, με ένα σεβασμό σχεδόν… φεουδαρχικού τύπου προς τη διοικητική ιεραρχία της επιχείρησης και φυσικά συνδικάτα άκρως συνεργάσιμα και καθόλου διεκδικητικά.

Αυτή η τεχνητή συγκράτηση της ανεργίας σε χαμηλά επίπεδα, που σε ορισμένες περιπτώσεις θυμίζει νοοτροπία «υπαρκτού σοσιαλισμού», πέραν της κοινωνικής ειρήνης, διασφαλίζει επί δεκαετίες και τη συνοχή του κοινωνικού ιστού της Ιαπωνίας. Πράγμα ιδιαίτερα κρίσιμο σε ένα νησιωτικό κράτος με πολύ μεγάλη πυκνότητα πληθυσμού και γειτονικό διεθνές περιβάλλον αφιλόξενο για την εξαγωγή πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού. Αυτό το μοντέλο εξοργίζει τον νεοφιλελεύθερο Κοϊζούμι, ο οποίος αποκαλείται «Θάτσερ της Ιαπωνίας» και φυσικά θέλει να το αλλάξει και να το εκσυγχρονίσει προς νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση.

Πολιτικές αγκυλώσεις

Η μονοκομματική άσκηση της εξουσίας από το ΦΔΚ, παρά το δημοκρατικό θεσμικό πλαίσιο και τις νόμιμες εκλογικές διαδικασίες, έχει καταστήσει το κόμμα αυτό συνονθύλευμα παραγόντων που θέλουν απλώς να κυβερνήσουν, χωρίς καμιά ιδεολογία και συνοχή, πέραν μιας γενικής δεξιάς κατεύθυνσης. Φανατικοί κρατιστές και έξαλλοι νεοφιλελεύθεροι συγκατοικούν στο ίδιο κόμμα. Πανίσχυρες φατρίες, με αναγνωρισμένους ηγέτες, κυριαρχούν επί δεκαετίες μέσα στους κόλπους του ΦΔΚ. Επί πενήντα χρόνια, ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας ουσιαστικά ορίζεται από τα παζάρια των ηγετών αυτών των φατριών, αφού όποιον βάλουν αρχηγό του κόμματος γίνεται αυτόματα και πρόεδρος της κυβέρνησης.

Μάλιστα, προκειμένου να «ξεφρακάρει η επετηρίδα» για τους επίδοξους πρωθυπουργούς, το καταστατικό του κόμματος επιτρέπει σε κάθε στέλεχος να παραμένει αρχηγός του κόμματος, άρα πρωθυπουργός, μόνο μια πενταετία.

Αυτό σημαίνει ότι ο πανίσχυρος Κοϊζούμι, παρά την τεράστια λαϊκή αποδοχή είναι καταστατικά υποχρεωμένος να εγκαταλείψει την πρωθυπουργία σε ακριβώς ένα χρόνο από σήμερα, τον Σεπτέμβριο του 2006! Είναι σχεδόν «τελειωμένος» δηλαδή, όσο και αν αυτό ακούγεται παρανοϊκό.

Δύσκολες αλλαγές

Ο στόχος του Ιάπωνα πρωθυπουργού είναι μεγαλεπήβολος. Θέλει να αλλάξει το πολιτικό σύστημα της χώρας του, μέσα από μετωπική σύγκρουση με το ίδιο του το κόμμα. Σίγουρα κάτι θα μείνει από τις ενέργειές του, παρόλο που πιθανότατα δεν θα έχει τη δυνατότητα να τις συνεχίσει ο ίδιος. H δύναμη αδράνειας του συστήματος όμως είναι μεγάλη και η κοινωνική κατάσταση της χώρας δεν είναι καλή.

Το 60% των Ιαπώνων θεωρεί ότι σήμερα βρίσκεται «κάτω από τη μεσαία τάξη», ενώ το 15% των ιαπωνικών νοικοκυριών, κατά τον ΟΟΣΑ, ζει κάτω από το όριο της φτώχειας (έναντι 10% που είναι το αντίστοιχο ποσοστό στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες).

Η παροιμιώδης ασφάλεια εργασίας των Ιαπώνων σταδιακά εξαφανίζεται – ήδη περισσότερο από το 35% των μισθωτών, περίπου 20 εκατομμύρια άτομα, απασχολούνται πλέον με συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου. Ενώ το 1992 το 80% των αποφοίτων πανεπιστημίων έβρισκε δουλειά τελειώνοντας τις σπουδές του, το 2004 το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί δραματικά στο 55%. H νίκη του Κοϊζούμι είναι σημαντική. Θα φέρει αλλαγές στην Ιαπωνία. Αποτελούν όμως υπερβολή οι ισχυρισμοί, όπως π.χ. του προέδρου της Μόργκαν Στάνλεϊ στην Ιαπωνία ότι «η Παλαιά Ιαπωνία απεστάλη πλέον στην Ιστορία, η Νέα Ιαπωνία αγκαλιάζει τον καπιταλισμό, τον ατομισμό και την εκτεταμένη κατανάλωση».

«Καμικάζι» της πολιτικής είχαν βιαστεί να αποκαλέσουν κάποιοι τον Κοϊζούμι, όταν αποφάσισε τη σύγκρουση με τους ταγούς του ΦΔΚ και διέλυσε το Κοινοβούλιο. Θεωρούσαν ότι οδηγείται στην «πολιτική αυτοκτονία» για λόγους υπεράσπισης της πολιτικής του αξιοπρέπειας.

Τώρα, μετά την αποθέωσή του στις κάλπες, οι πάντες τον αναγνωρίζουν ως «σογκούν» – δηλαδή «αρχιστράτηγο» μιας γιγαντιαίας επιχείρησης ανατροπής της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος της Ιαπωνίας.