ΚΟΣΜΟΣ

Ποια είναι η μελαγχολική Κωνσταντινούπολη

Στον πρώτο τόμο των απομνημονευμάτων του που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «Κωνσταντινούπολη: Οι μνήμες και η πόλη», ο Οχράν Παμούκ περιγράφει τα παιδικά του χρόνια στη δεκαετία του ’50 ανάμεσα σε φιλοευρωπαίους κοσμοπολίτες και τα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου και διαμορφώθηκε ως συγγραφέας. Το κλειδί, υποστηρίζει ο Παμούκ, είναι η κατανόηση της λέξης χουζούν. Η τουρκική λέξη περιγράφει ένα είδος μελαγχολίας, η οποία δεν εκφράζει μια ατομική κατάσταση, αλλά ένα συναίσθημα, το οποίο μοιράζεται εξίσου ολόκληρη η κοινωνία. Πρόκειται για μια διάθεση μοιρολατρικής απογοήτευσης σχετικά με το χαμένο μεγαλείο του παρελθόντος. Μια μελαγχολία, που συνοδεύει έναν καταθλιπτικό μαυρόασπρο κόσμο από λασπωμένα σοκάκια και διαβρωμένα παλάτια.

Το νέο πρόσωπο της πόλης

«Η σκέψη που κρύβεται πίσω από τη λέξη Χουζούν είναι ότι οι άνθρωποι στην Ευρώπη χαίρονται τη ζωή τους, ενώ εμείς είμαστε καταδικασμένοι», τονίζει ο Παμούκ, ο οποίος αντιμετωπίζει με ένα μείγμα σκεπτικισμού και ευθυμίας το νέο πρόσωπο της Κωνσταντινούπολης του 21ου αιώνα. Την εικόνα δηλαδή ενός τουριστικού προορισμού της μόδας, που πήρε τη σκυτάλη από το Βερολίνο και λίγο πριν από την Πράγα.

«Ενδεχομένως να είναι ζήτημα της διαφοράς μεταξύ γενεών. Συχνά στις συζητήσεις μου με νέους ανθρώπους, με ρωτούν: «Ποια είναι η μελαγχολική πόλη για την οποία μιλάς; H Κωνσταντινούπολη που γνωρίζουμε είναι μια ηλιόλουστη πόλη», λέει ο συγγραφέας του μυθιστορήματος «Το Χιόνι». Στα 53 του χρόνια ο Παμούκ είναι ο πιο διάσημος και αμφιλεγόμενος συγγραφέας της Τουρκίας. Εις βάρος του εκκρεμούν κατηγορίες, κυρίως μετά τις θέσεις, τις οποίες εξέφρασε δημοσίως τον περασμένο Φεβρουάριο, σχετικά με τη γενοκτονία των Αρμενίων πριν από 90 χρόνια.

Πολλές γενιές Δυτικών καλλιτεχνών και ταξιδιωτών του 19ου και του 20ού αιώνα πίστευαν ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν η καρδιά της σαγηνευτικής και μυστηριώδους Ανατολής, μιας εξαιρετικά ρομαντικής και κατ’ ουσίαν φανταστικής περιοχής, με αμέτρητα εγκαταλελειμμένα ερείπια, πελώρια τεμένη και θορυβώδη παζάρια, με πλήθος τσιγγάνων, με χαρέμια και χορεύτριες ανατολίτικων αισθησιακών χορών, με σκοτεινά καφενεία γεμάτα άνδρες με φέσια, που καπνίζουν ναργιλέ.

Ολα αυτά εξακολουθούν να υφίστανται, αν εξαιρέσει κανείς τα χαρέμια και τους άνδρες με τα φέσια. Σήμερα οι θαμώνες των αναρίθμητων καφενείων, που βρίσκονται πίσω από το τζαμί Νουσρέτιγε, καπνίζουν ναργιλέ. Πρόκειται συνήθως για νεαρά ζευγάρια, που κάθονται σε φτηνές πολύχρωμες καρέκλες, φορώντας πολύχρωμα κοντομάνικα μπλουζάκια, κρατώντας σακίδια και χάρτες και επιδεικνύοντας ένα εξασκημένο μποέμικο ύφος.

Οποιο δρόμο κι αν πάρει κανείς στην Κωνσταντινούπολη, ιδιαίτερα αν πρόκειται για τον μεγάλο εμπορικό δρόμο, την Οδό της Ανεξαρτησίας -άλλοτε Μεγάλη Οδός του Πέραν- έχει την αίσθηση ότι βυθίζεται σε με μια λαοθάλασσα. Νεαροί Τούρκοι προχωρούν με γρήγορο βήμα μέσα σε σκοτεινά σοκάκια, όπου άλλοι σιγοπίνουν μπίρες, σκύβοντας πάνω στο τάβλι. Καλοντυμένες γυναίκες βαδίζουν φορτωμένες σακούλες από ακριβές μπουτίκ. Ζητιάνοι ζητούν ελεημοσύνη. Τουρίστες προχωρούν με την κάμερα στο χέρι. Ζευγάρια, ντυμένα με τζιν γνωστής μάρκας, περπατούν χέρι χέρι. Στη μέση όλων αυτών, κάπου κάπου κάποιος ηλικιωμένος Τούρκος χαζεύει μια αφίσα του κινηματογραφικού έργου «Cinderella Man», παραζαλισμένος από τις πολλές αλλαγές.

Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε ανέκαθεν μια πόλη όπου συγκεραζόταν το διαφορετικό παρελθόν. Σήμερα μεταβάλλεται σε μια πόλη με πολλές πιθανές προοπτικές, είτε ως επίδοξο επόμενο μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης είτε ως χώρα ένθερμων οπαδών του Ισλάμ. H ανανέωση της Κωνσταντινούπολης είναι διττή, εκτείνεται και προς τα πάνω, αλλά και προς τα κάτω. H διαδρομή με ταξί είναι σύντομη. Από τα στενά δρομάκια της φτωχής συνοικίας Φατίχ, όπου οι γυναίκες με μαντήλα αποφεύγουν τα ξένα βλέμματα και αγέλες σκυλιών τρέχουν μέσα στους σκονισμένους δρόμους, έως την απαστράπτουσα συνοικία του Νισάντασι, όπου τα ευρωπαϊκά και αμερικανικά καταστήματα, συναγωνίζονται στην άγρα πελατών μαζί με τα πολυτελή μπιστρό και τις μπιραρίες. Ενας υπάλληλος του καταστήματος Louis Vuitton περηφανεύεται για τις υψηλές πωλήσεις τους. Πολύ πρόσφατα οι θιασώτες της σύγχρονης τέχνης επισκέφθηκαν την Κωνσταντινούπολη στο πλαίσιο της Εβδομάδας Ντιζάιν, ενώ αναμένεται να συρρεύσουν και για την Μπιενάλε ή ακόμα για να επισκεφθούν το νέο μουσείο σύγχρονης τέχνης και το μουσείο του Πέραν.

Τα παλιά αρχοντικά των Οθωμανών πασάδων στα παράλια του Βοσπόρου κατοικούνται από τη νέα γενιά των εύπορων Κωνσταντινουπολιτών.

Ο Νεζίχ Μπαρούτ, ιδιοκτήτης φαρμακευτικής εταιρείας που είναι χορηγός πολλών πολιτιστικών εκδηλώσεων της Μπιενάλε, ζει και αυτός σε μια από τις παράκτιες επαύλεις του Βοσπόρου. Υποστηρίζει ότι έχει σημειωθεί μεγάλη αύξηση στην τουριστική κίνηση, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ, τη Γερμανία, τη Βρετανία, την Ιαπωνία, κυρίως από τη Ρωσία. «Το φαινόμενο ξεκίνησε πριν από δέκα περίπου χρόνια, και παρουσίασε πραγματική έξαρση τα τελευταία δύο», τονίζει ο κ. Μπαρούτ.

Η οικονομία της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια ενισχύθηκε, εν μέρει λόγω των κυβερνητικών μεταρρυθμίσεων στο πλαίσιο της ενταξιακής προσπάθειας της χώρας. Πολλοί φιλοευρωπαίοιΤούρκοι περιμένουν ανυπόμονα την ένταξη στην E.E. Ομως για πολλά μέλη της όλο και μεγαλύτερης κοινότητας των ευσεβών μουσουλμάνων η ένταξη δεν είναι καλή είδηση. Το κλίμα, αλλά και οι πρόσφατες σφυγμομετρήσεις στην Ευρώπη δεν αντικατοπτρίζουν θετική διάθεση έναντι της τουρκικής υποψηφιότητας. Μάλλον το αντίθετο. Απαισιοξία εκφράζουν και επιφανείς Κωνσταντινοπολίτες ως προς τις πιθανότητες πλήρους ένταξης της χώρας τους.

«Δεν νομίζω ότι θα συμβεί. Γιατί να το κάνουν άλλωστε; Είμαστε 70 εκατομμύρια με μύρια προβλήματα. Και είμαστε και μουσουλμανική χώρα, γεγονός το οποίο προκαλεί φόβο», υποστηρίζει ο κ. Μπαρούτ. Ορισμένοι θα διακρίνουν ψήγματα χουζούν σε αυτήν τη νοοτροπία.

«Ακου τη συμβουλή μου και μην επισκεφθείς την πόλη το καλοκαίρι. Ελα τον χειμώνα. Πήγαινε να περπατήσεις στα σοκάκια, όπου δεν πάνε οι τουρίστες», μου πρότεινε ο Παμούκ. Δεν μπόρεσα να περιμένω τον χειμώνα, όμως ακολούθησα την πρότασή του και ξόδεψα πολλές ώρες περπατώντας στις παλιές συνοικίες γύρω από το Φατίχ τζαμί, στο φτωχότερο και πιο συντηρητικό τμήμα της πόλης. «Δεν θα σε ενοχλήσει κανείς», μου είπε. Και όντως κανείς δεν με ενόχλησε, παρότι τα παιδιά της συνοικίας με πλησιάσαν με μεγάλη έκπληξη. «Θα ήταν ακόμη καλύτερα αν η πόλη ήταν χιονισμένη. Θα ένιωθες καλύτερα το μεγαλειώδες και ζοφερό συναίσθημα του χουζούν», επεσήμανε ο Παμούκ. Το χουζούν δεν πρέπει να αποφεύγεται. Αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες συνεισφορές της Κωνσταντινούπόλης στην ανθρωπότητα.