ΚΟΣΜΟΣ

Ο Βιλπέν θύμα του «γαλλικού Γουότεργκεϊτ»

Παρά τις σοβαρότατες καταγγελίες που τον φέρουν να έχει ενορχηστρώσει προσωπικά εκστρατεία δυσφήμησης εναντίον του υπ’ αριθμόν ένα εσωκομματικού του αντιπάλου εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2007, Νικολά Σαρκοζί, ο Γάλλος πρωθυπουργός Ντομινίκ ντε Βιλπέν κατέστησε χθες σαφές ότι δεν εννοεί να παραιτηθεί από το αξίωμά του.

Θύμα πολιτικού «λιντσαρίσματος»

«Τίποτα δεν δικαιολογεί την παραίτησή μου», δήλωσε ο Ντε Βιλπέν με συνέντευξή του στο ραδιοσταθμό «Ερόπ 1», διαβεβαιώνοντας ότι ουδέποτε ζήτησε τη διεξαγωγή δικαστικής έρευνας εναντίον του Σαρκοζί ή οποιουδήποτε άλλου πολιτικού προσώπου. Αντιστρέφοντας τις κατηγορίες, ο εκλεκτός δελφίνος του γκωλικού προέδρου Ζακ Σιράκ δήλωσε ότι είναι ο ίδιος θύμα πολιτικού «λιντσαρίσματος» και «εκστρατείας συκοφαντιών». Ο Γάλλος πρωθυπουργός πέρασε δύσκολες ώρες στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση, όπου ο ηγέτης του Σοσιαλιστικού Κόμματος, Φρανσουά Ολάντ, τον κατηγόρησε ότι «έχει βυθίσει στο πιο χαμηλό σημείο το γαλλικό κράτος» και του ζήτησε «να αναλάβει τις ευθύνες του». Πάντως, ο Ντε Βιλπέν, η δημοτικότητα του οποίου έχει κατακρημνισθεί ύστερα από αλλεπάλληλες πολιτικές αποτυχίες, όπως η απόσυρση του νομοσχέδιου για την απασχόληση υπό την πίεση λαϊκών κινητοποιήσεων, αναγνώρισε, ουσιαστικά, ότι έχει τεθεί εκτός διεκδίκησης της προεδρίας, δηλώνοντας ότι θα συμμετάσχει στη μάχη αυτή «από τη θέση του πρωθυπουργού».

Ο Ντε Βιλπέν βρέθηκε στο κέντρο του σκανδάλου «Κλίαρστριμ», που έχει πολιτογραφηθεί ήδη ως «γαλλικό Γουότεργκεϊτ», την περασμένη Παρασκευή, ύστερα από πολύκροτο δημοσίευμα της «Λε Μοντ». Η έγκυρη εφημερίδα έφερε στη δημοσιότητα ένορκη κατάθεση του στρατηγού Φιλίπ Ροντό, πρώην αξιωματούχου των μυστικών υπηρεσιών, που κέρδισε παγκόσμια φήμη με τη σύλληψη του διεθνούς τρομοκράτη Κάρλος (Το τσακάλι). Το δημοσίευμα έφερε τον Ροντό να εξομολογείται ότι τον Ιανουάριο του 2004 ο Ντε Βιλπέν, με την ιδιότητα του υπουργού Εξωτερικών, του ζήτησε να ερευνήσει κατηγορίες διαφθοράς εναντίον του Σαρκοζί.

Ωστόσο, με χθεσινές δηλώσεις του στην εφημερίδα «Φιγκαρό», ο Ροντό διαψεύδει κατηγορηματικά ότι ο Βιλπέν του ζήτησε να στρέψει τις έρευνές του εναντίον του Σαρκοζί ή οποιουδήποτε άλλου πολιτικού, προσθέτοντας ότι «σκανδαλίστηκε» από το δημοσίευμα της «Μοντ».

Το σκάνδαλο ξεκίνησε το 1991, όταν η Γαλλία πούλησε έξι φρεγάτες στην Ταϊβάν αξίας 2,8 δισ. δολαρίων. Το 2001 ξεκίνησε δικαστική διερεύνηση καταγγελιών που ενέπλεκαν Γάλλους επιχειρηματίες και κρατικούς αξιωματούχους σε υπόθεση δωροδοκίας. Η υπόθεση πήρε «άγρια» τροπή τον Απρίλιο του 2004, όταν ο δικαστής που διενεργούσε την έρευνα παρέλαβε από ανώνυμη πηγή CD-ROM με πλήθος «στοιχείων» που εμφάνιζαν τον Σαρκοζί και άλλους αξιωματούχους να διατηρούν μυστικούς λογαριασμούς στον τραπεζικό οργανισμό του Λουξεμβούργου «Κλίαρστριμ». Στην πορεία, οι καταγγελίες κατά του Σαρκοζί αποδείχθηκαν αβάσιμες.

Το «ξενοφοβικό» νομοσχέδιο

Στο μεταξύ, ο φιλόδοξος υπουργός Εσωτερικών επενδύει πολιτικά στο νέο (αντι)μεταναστευτικό του νομοσχέδιο, που επρόκειτο να συζητηθεί χθες στο Κοινοβούλιο. Το νομοσχέδιο, που καθιστά δυσκολότερη την εγκατάσταση ανειδίκευτων μεταναστών, ενώ ενθαρρύνει την επιλεκτική προσέλκυση ειδικευμένων, «ταλαντούχων» εργαζομένων από το εξωτερικό, έχει προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων από την αντιπολίτευση, τις χριστιανικές εκκλησίες, τους μουσουλμάνους της Γαλλίας και ενώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που το χαρακτηρίζουν ως «ξενοφοβικό».

Γεγονός είναι ότι το τελευταίο διάστημα, ο Σαρκοζί έχει κλιμακώσει τους ξενοφοβικούς τόνους στη ρητορική του, μη διστάζοντας να υιοθετήσει και το σύνθημα της ακροδεξιάς, κατά το οποίο οι μετανάστες οφείλουν «είτε να αγαπήσουν τη Γαλλία είτε να την εγκαταλείψουν». Η υιοθέτηση ολοένα επιθετικότερων τόνων απέναντι στους μετανάστες έγινε αισθητή μετά τις ταραχές του περασμένου Νοεμβρίου στα υποβαθμισμένα, μεταναστευτικά προάστια με τα υψηλά ποσοστά ανεργίας.

Με την τακτική αυτή, ο Σαρκοζί φιλοδοξεί να προσεταιρισθεί τμήμα της εκλογικής πελατείας του Εθνικού Μετώπου του Ζαν-Μαρί Λεπέν, ο οποίος χρησιμοποιεί το ζήτημα της μετανάστευσης ως πολιορκητικό κριό της πολιτικής του εκστρατείας εν όψει των προεδρικών εκλογών. Οι επικριτές του Σαρκοζί, ωστόσο, επισημαίνουν ότι αυτή η καιροσκοπική τακτική μπορεί να αποδειχθεί μπούμερανγκ, νομιμοποιώντας τον πολιτικό λόγο της ακροδεξιάς σε ευρύτερα στρώματα.Γαλλικό, Ρόιτερς