ΚΟΣΜΟΣ

Οι φόβοι των ΗΠΑ για τον μαύρο χρυσό

ΟΥΑΣΙΓΚΤΟΝ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν την ενεργειακή πολιτική που τους αξίζει, αν και όχι αυτή που τους χρειάζεται. Αν και συζητούνταν επί χρόνια ότι η εμμονή τους στη φθηνή βενζίνη βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με την αυξανόμενη ανασφάλεια των αποθεμάτων ξένου πετρελαίου, οι Αμερικανοί ανακαλύπτουν έντρομοι ότι όντως έτσι είναι τα πράγματα. Ωστόσο, παρά την κατακραυγή της κοινής γνώμης και την πολιτική υστερία, οι υψηλές τιμές της βενζίνης δεν έχουν πλήξει σοβαρά την οικονομία – και πιθανότατα δεν θα το κάνουν. Από το 2003 και μετά, ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας είναι περίπου 3,6% ετησίως. Κι εξακολουθεί να αυξάνεται. Αυτά μπορεί να είναι τα πραγματικά νέα.

Αλλά κατ’ αρχήν, πώς φθάσαμε στα τρία δολάρια το γαλόνι; Η βασική ιστορία είναι αρκετά απλή. Το πετρέλαιο ήταν φθηνό στη δεκαετία του 1990. Από το 1993 μέχρι το 1999, η τιμή του αργού κυμαινόταν κατά μέσο όρο στα 17 δολάρια το βαρέλι. Οι χαμηλές τιμές αποθάρρυναν την εξόρυξη και ενθάρρυναν την κατανάλωση. Η Κίνα αναδύθηκε σε μεγάλο καταναλωτή. Το 1995, η παγκόσμια ζήτηση ήταν περίπου 70 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως· σήμερα είναι 84.

Η παραπάνω παραγωγή σταμάτησε σταδιακά, πράγμα που σημαίνει σήμερα ότι οποιαδήποτε διακοπή προμήθειας -ή φήμη για διακοπή- στέλνει τις τιμές στα ύψη. Πραγματοποιείται επίθεση σε ιρακινή πετρελαιοπηγή· οι τιμές ανεβαίνουν. Οι Νιγηριανοί αντάρτες απειλούν τις πετρελαιοπηγές· οι τιμές ανεβαίνουν.

Αυτές οι πιέσεις μεταδίδονται γρήγορα στις αντλίες κατανάλωσης, επειδή υπάρχουν λίγα συμβόλαια με σταθερές τιμές στις εταιρείες πετρελαίου. Σε κάθε στάδιο διανομής -από την παραγωγή στο διυλιστήριο, απ’ το διυλιστήριο στον καταναλωτή- οι τιμές προσαρμόζονται γρήγορα. Είναι συχνά συνδεδεμένες με τιμές στα χρηματιστήρια παραγώγων, όπου διαπραγματεύονται το πετρέλαιο και άλλες πρώτες ύλες.

Το κόστος παραγωγής και διύλισης δεν έχει αυξηθεί, ακολουθώντας τις τιμές. Στην έκταση, που οι εταιρείες πετρελαίου διαθέτουν τα δικά τους αποθέματα αργού -σε αντίθεση με αυτούς, που αγοράζουν από τις παραγωγούς χώρες- έχουν χτυπήσει πλούσια φλέβα. Από το 2002 μέχρι το 2005 τα κέρδη των μεγαλύτερων αμερικανικών εταιρειών πετρελαίου υπερτετραπλασιάστηκαν σε σχεδόν 140 δισ. δολάρια τον χρόνο, σύμφωνα με στοιχεία του American Petroleum Institute. Αλλά οι πραγματικοί κερδισμένοι είναι οι παραγωγές χώρες. Το 2005 τα έσοδά τους από το πετρέλαιο έφθασαν στα 750 δισ. δολάρια από 300 δισ. δολάρια το 2002.

Είναι κοινό μυστικό ότι η μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου συνοδεύεται συνήθως από υποχώρηση -ή τουλάχιστον μια απότομη επιβράδυνση. Γιατί δεν συνέβη; Ενας λόγος που αναφέρεται συχνά είναι ότι η οικονομία είναι λιγότερο εξαρτημένη από την ενέργεια. Πράγματι. Σε σύγκριση με το 1973, οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν 57% λιγότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο ανά δολάριο παραγωγής· σε σύγκριση με το 1990 η μείωση είναι 24%. Τα αυτοκίνητα και τα φορτηγά καταναλώνουν λιγότερη βενζίνη, οι νέες βιομηχανίες (εταιρείες λογισμικού, κέντρα υγείας) χρησιμοποιούν λιγότερη ενέργεια από τις παλιές (χαλυβουργία, καλλιέργειες). Αλλά υπάρχει ένας σημαντικότερος λόγος: το κοινό μυστικό είναι «λάθος».

Οι μεγάλες αυξήσεις των πετρελαϊκών τιμών στο παρελθόν (1973-74, 1979-80 και 1990-91) δεν προκάλεσαν υποχώρηση, αν και συνοδεύτηκαν από ύφεση στην ίδια περίπου χρονική περίοδο. Αυτές οι υφέσεις ήταν κυρίως το αποτέλεσμα της αύξησης του πληθωρισμού -πληθωρισμός, που προηγήθηκε της ανόδου των τιμών- και των προσπαθειών των στρατηγικών αποθεμάτων των ΗΠΑ να τον μειώσουν. Οι υψηλές τιμές του πετρελαίου απλώς έκαναν τα πράγματα χειρότερα. Το 1980 για παράδειγμα, οι τιμές καταναλωτή ανέβηκαν κατά 12,5%· με εξαίρεση τις ενεργειακές τιμές, αυξήθηκαν 11,7%.

Και αισιόδοξες προβλέψεις

Αυτό μπορεί να εξηγήσει την ελαστικότητα της οικονομίας. Μια ελπιδοφόρα ένδειξη: οι περισσότερες εταιρείες δεν έχουν περάσει ακόμη στους καταναλωτές τους τις αυξημένες ενεργειακές τιμές. Ο Μαρκ Ζάντι του Moody’s Economy. com θεωρεί ότι η τιμή του πετρελαίου μπορεί να υποχωρήσει σε περίπου 50 δολάρια το βαρέλι από το σημερινό επίπεδο των περίπου 70 δολαρίων το βαρέλι, προς το τέλος του χρόνου. Οι υψηλότερες τιμές θα επηρεάσουν ελαφρώς τη ζήτηση και η επιπρόσθετη παραγωγή θα δημιουργήσει κάποια επιπλέον αποθέματα. Φυσικά, θα μπορούσε να κάνει λάθος. Ο ενεργειακός οικονομολόγος Φίλιπ Κ. Φερλέγκερ Τζούνιορ θεωρεί ότι το πετρέλαιο θα μπορούσε να φθάσει στα 100 δολάρια το βαρέλι, ανεβάζοντας τον πληθωρισμό σε 5% και προκαλώντας ύφεση. Η συνεχιζόμενη μεγάλη ζήτηση πετρελαίου θα έλθει σε οξεία αντίθεση με τα σταθερά αποθέματα (τόσο στην παραγωγή όσο και στη διύλιση).

Ο,τι κι αν συμβεί, το μεγάλο ερώτημα είναι πώς οι Αμερικανοί θα αντιμετωπίσουν αυτό το επεισόδιο. Θα μπορούσαν να καταφερθούν εναντίον των μεγάλων πετρελαϊκών επιχειρήσεων και του πετρελαϊκού καρτέλ. Αλλά δεν θα βοηθούσε. Σήμερα, εισάγουμε 60% του πετρελαίου μας· οι μεγάλες εισαγωγές θα συνεχιστούν επ’ αόριστον. Αλλά θα μπορούσαμε να ελαχιστοποιήσουμε τα αδύναμα σημεία μας για να καλύψουμε ελλείψεις και αυξήσεις τιμών. Θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε νέα εξόρυξη (ακόμη και στην Αλάσκα). Θα μπορούσαμε να ενορχηστρώσουμε -με αυστηρότερα οικονομικά δεδομένα κι έναν σταδιακά αυξανόμενο ενεργειακό φόρο- μια μεγάλη στροφή προς τα πιο οικονομικά αυτοκίνητα. Για μια ακόμη φορά μάς προειδοποίησαν. Θα συνεχίσουμε να το αγνοούμε;