ΚΟΣΜΟΣ

Βοήθεια, ασφάλεια και ειρήνη, το τρίπτυχο της σωτηρίας για το Νταρφούρ

Μίλησα για πρώτη φορά στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για την κατάσταση στο Νταρφούρ πριν από δύο χρόνια, χαρακτηρίζοντάς την ως εθνοκάθαρση της χειρότερης μορφής. Σήμερα, θα μπορούσα απλά να επαναλάβω πολλά από όσα είχα πει τότε. Η μεγαλύτερη παγκόσμια ανθρωπιστική επιχείρηση βρίσκεται σήμερα στο κενό, μη μπορώντας να συνεχισθεί υπό τις παρούσες συνθήκες. Αν θέλουμε να προλάβουμε την επαπειλούμενη τεράστια απώλεια ζωών, πρέπει να αναλάβουμε άμεσα δράση. Ολοι. Η κυβέρνηση του Σουδάν, οι αντάρτες, τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και οι δωρήτριες χώρες.

Εξάπλωση στο Τσαντ

Η ανθρωποσφαγή στο Νταρφούρ, όχι μόνο κλιμακώνεται αλλά εξαπλώνεται και στο Τσαντ. Μόνο κατά τους τελευταίους τέσσερις μήνες, διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι τράπηκαν σε φυγή για να σώσουν τη ζωή τους. Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια άνθρωποι είναι πρόσφυγες πολέμου. Ληστρικές πολιτοφυλακές, υποστηριζόμενες από την κυβέρνηση περιφέρονται στην ύπαιθρο ατιμώρητες, τρομοκρατώντας και λεηλατώντας, καταστρέφοντας συστηματικά ζωές και νοικοκυριά. Οι επιθέσεις των ανταρτών συνεχίζονται εναντίον των αμάχων, όπως και εναντίον των ανθρωπιστικών επιχειρήσεων.

Στο Νταρφούρ βρίσκονται σήμερα 14.000 άοπλοι εργαζόμενοι στην ανθρωπιστική βοήθεια και μόνο 7.000 στρατιώτες της Αφρικανικής Ενωσης για να επιβάλουν τη χρεοκοπημένη εκεχειρία σε μία περιοχή που έχει το μέγεθος του Τέξας. Πράγματι, όπως και στη Βοσνία πριν από μια δεκαετία, η ανθρωπιστική βοήθεια είναι μία από τις λίγες αποτελεσματικές απαντήσεις του κόσμου στη θηριωδία του Νταρφούρ. Αντί να θεραπεύσει την πληγή, ο κόσμος προτίμησε να βάλει επιδέσμους για να σταματήσει μια ανοικτή αιμορραγία.

Φυσικά, οι «επίδεσμοι» της ανθρωπιστικής βοήθειας είναι απαραίτητοι για να σωθούν ζωές. Τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε σημειώσει τεράστια πρόοδο στον ανθρωπιστικό τομέα. Το 2004, είχαμε στο Νταρφούρ μόνο 230 εργαζόμενους που προσέφεραν ανθρωπιστική αρωγή σε 350.000 ανθρώπους. Σήμερα, προσφέρουμε βοήθεια σε δεκαπλάσιο αριθμό, περίπου στον μισό πληθυσμό του Νταρφούρ. Η συνεργασία των υπηρεσιών του ΟΗΕ με τις μη-κυβερνητικές οργανώσεις είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση κατά δύο-τρίτα των θανάτων σε σχέση με το 2004, ενώ το ποσοστό του υποσιτισμού μειώθηκε στο μισό το 2005.

Ωστόσο, αυτά τα επιτεύγματα σαρώνονται από την αυξανόμενη βία που εκπορεύεται από όλες τις πλευρές και την αυξανόμενη κωλυσιεργία της σουδανικής κυβέρνησης. Η κατάσταση αυτή μας εμποδίζει να προσεγγίσουμε αυτούς που έχουν ανάγκη. Η κατάσταση αυτή μπορεί να σημάνει το τέλος αυτής της παγκόσμιας και τεράστιας προσπάθειας αρωγής στο Νταρφούρ, θέτοντας έτσι σε κίνδυνο χιλιάδες ζωές.

Εν τω μεταξύ η χρηματοδότηση της βοήθειας έχει ελαττωθεί. Η υποστήριξη των δωρητών από την Ευρώπη και τα Κράτη του Κόλπου σημειώνει σοβαρή κάμψη. Η έκκληση των Ηνωμένων Εθνών για χρηματοδότηση έχει εξασφαλίσει λιγότερο από το 20% των απαιτούμενων πόρων. Περισσότερες περικοπές -και ως εκ τούτου περισσότερες χαμένες ζωές- θα ακολουθήσουν χωρίς την εισροή επιπλέον πόρων. Είναι απαραίτητο να σημειώσουμε άμεσα πρόοδο σε όλα τα μέτωπα -ασφάλεια, πρόσβαση ανθρωπιστικής βοήθειας και πολιτική δέσμευση- για να αποτρέψουμε μια ραγδαία αύξηση των θανάτων στο Νταρφούρ.

Χρειαζόμαστε πρώτον ενισχυμένη ασφάλεια για τους πολίτες του Νταρφούρ. Οι πιστές στο καθήκον δυνάμεις της Αφρικανικής Ενωσης έχουν φτάσει στα όριά τους και πρέπει να ενισχυθούν άμεσα κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου.

Η προστασία του πληθυσμού είναι τόσο θεμελιώδης όσο και επείγουσα. Οι άνθρωποι της ανθρωπιστικής βοήθειας πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να βοηθούν όσους έχουν ανάγκη, χωρίς τον φόβο των απαγωγών, των ένοπλων επιθέσεων, των ληστειών ή τον φόβο των διώξεων από τις επίσημες αρχές. Οι σημερινές συνθήκες είναι αφόρητες. Αν δεν αλλάξουν, οι ανθρωπιστικές οργανώσεις θα αναγκασθούν να αποχωρήσουν, διακόπτοντας έτσι μια γραμμή ζωής που συντηρεί εκατοντάδες χιλιάδες ανυπεράσπιστους πολίτες. Ολες οι πλευρές -η κυβέρνηση, οι πολιτοφυλακές και οι αντάρτες- είναι υπεύθυνες για τις άθλιες συνθήκες ασφαλείας που απειλούν τη ζωή των ανθρώπων του Νταρφούρ και καθιστούν τις ανθρωπιστικές προσπάθειες όλο και πιο δύσκολες.

Δεύτερον, πρέπει να προσεγγίσουμε όλους όσοι βρίσκονται σε ανάγκη. Δυστυχώς, εδώ έχουμε οπισθοδρομήσει σε σχέση με την πρόοδο που σημειώθηκε πέρυσι. Η προσβασιμότητα της ανθρωπιστικής βοήθειας έχει επιδεινωθεί σε σχέση με την άνοιξη του 2004. Στο δυτικό και βόρειο Νταρφούρ, οι εργαζόμενοι στα προγράμματα βοήθειας έχουν πρόσβαση μόνο στο 40% του πληθυσμού εξαιτίας της αυξημένης ανασφάλειας.

Η προσβασιμότητα εξαρτάται επίσης από την καλύτερη συνεργασία μεταξύ της κυβέρνησης του Σουδάν και των ένοπλων ομάδων. Δυστυχώς, έχουμε αντιμετωπίσει μόνο το αντίθετο. Οι εργαζόμενοι στην ανθρωπιστική βοήθεια στο Νταρφούρ είναι υποχρεωμένοι να αντεπεξέρχονται στις απειλές, στον εκφοβισμό και σε έναν «οργουελιανό» εφιάλτη ατελείωτων γραφειοκρατικών περιορισμών, οι οποίοι σκόπιμα και με επιτυχία μας εμποδίζουν να προσφέρουμε βοήθεια σ’ αυτούς που τη χρειάζονται. Τον περασμένο μήνα, για παράδειγμα, ένας σημαντικός μη-κυβερνητικός οργανισμός που είχε την ευθύνη για τη λειτουργία ενός καταυλισμού 90.000 προσφύγων αναγκάσθηκε να αποχωρήσει. Η κυβέρνηση θα επιβλέπει τώρα τον καταυλισμό. Είναι περιττό να πούμε ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι ανησυχίας για την ασφάλεια των προσφύγων του καταυλισμού, με δεδομένο το ιστορικό της κυβέρνησης όσον αφορά την προστασία των πολιτών της.

Λάθος οι «ασφαλείς περιοχές»

Η ανθρωπιστική βοήθεια είναι ζωτικής σημασίας, αλλά μόνον η βοήθεια, είναι μια ανεπαρκής απάντηση στην ύπαρξη των πεδίων θανάτου. Οι άοπλοι εργαζόμενοι στα προγράμματα αρωγής μπορούν σήμερα να κρατήσουν ζωντανούς τους ανθρώπους, αλλά δεν μπορούν να αποτρέψουν την αυριανή δολοφονία τους, τον βιασμό τους ή το ξεσπίτωμά τους. Ας μην επαναλάβουμε το τραγικό λάθος των «ασφαλών περιοχών» της Βοσνίας πριν από τη Σρεμπρένιτσα. Ο ανθρωπισμός δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται ως «φύλλο συκής» για την πολιτική απραξία. Ωστόσο, αυτό ακριβώς συμβαίνει τώρα στο Νταρφούρ.

Και βοήθεια και ασφάλεια

Οι άνθρωποι του Νταρφούρ χρειάζονται επειγόντως βοήθεια, αλλά και πολύ περισσότερα. Χρειάζονται ασφάλεια και ειρήνη, όχι μόνο στα χαρτιά αλλά στην πράξη, ασφάλεια και ειρήνη που πρέπει να επιβληθούν σε κάθε χωριό του Νταρφούρ. Τέλος, οι άνθρωποι στο Νταρφούρ περιμένουν από τα κράτη – μέλη του ΟΗΕ της Αφρικής, της Ασίας και του αραβικού κόσμου -όπως επίσης και της Δύσης- να δείξουν το ηθικό τους ανάστημα. Χρειαζόμαστε έργα, όχι μόνο λόγια. Τίποτα λιγότερο απ’ αυτό δεν μπορεί να σώσει ζωές ή να φέρει την ειρήνη στους ανθρώπους του Νταρφούρ. Τίποτα λιγότερο δεν μπορεί να δώσει ένα τέλος στην επανάληψή του «ποτέ ξανά».

*Ο Γιαν Εγκελαντ είναι Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ για τις Ανθρωπιστικές Υποθέσεις και Συντονιστής της Επείγουσας Βοήθειας.