ΚΟΣΜΟΣ

Η τύχη του Ιράν θα κριθεί μέσα στις ΗΠΑ

Δεν δίστασε ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν να σηκώσει το γάντι της πρόκλησης που είχε πετάξει προς τη Μόσχα ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Ντικ Τσένι χαρακτηρίζοντας «εργαλείο εκφοβισμού και εκβιασμού» την ενεργειακή πολιτική του Κρεμλίνου. «O λύκος ξέρει ποιον να φάει, τρώει χωρίς να ακούει και δεν πρόκειται να ακούσει κανέναν», δήλωσε ο Πούτιν αναφερόμενος στις ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας τα λόγια παλιού ρωσικού παραμυθιού. «Πού πάει όλο το πάθος των Αμερικανών και η ευαισθησία τους για τα ανθρώπινα δικαιώματα όταν έρχεται η ώρα να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα;», αναρωτήθηκε σαρκαστικά, την Τετάρτη, κατά την ομιλία του προς το ρωσικό έθνος.

Ηξερε τι έλεγε. Λίγα 24ωρα νωρίτερα ο Τσένι είχε επισκεφθεί το πλούσιο σε πετρέλαια Καζακστάν, ο ηγέτης του οποίου κατά τους «Νιου Γιορκ Τάιμς» έχει «φρικιαστικές επιδόσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα και η πρόσφατη επανεκλογή του υπήρξε προϊόν απάτης», καθώς συγκέντρωσε ποσοστό… 92%, έχοντας φυλακίσει εκ των προτέρων τους σημαντικότερους αντιπάλους του για το προεδρικό αξίωμα. «Ολόκληρη η Αμερική έχει εντυπωσιασθεί από το πόσο μεγάλη πρόοδο έχει κάνει το Καζακστάν τα τελευταία 15 χρόνια» είχε δηλώσει ο Τσένι.

«Το να κατευθύνει την αιχμή της οξείας κριτικής εναντίον της Ρωσίας ενώ την ίδια ώρα φλερτάρει με τους ακόμη πιο αντιδημοκρατικούς γείτονές της αποτελεί στάση που σίγουρα προκαλεί σύγχυση ως προς το μήνυμα, ιδίως όταν αυτό το κάνει ένας αντιπρόεδρος που ταυτίζεται στενά με τα συμφέροντα πετρελαϊκών εταιρειών» σημείωναν με αγανάκτηση στο κύριο άρθρο τους οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης».

«Εσκεμμένα προκλητική» χαρακτήριζαν τη στάση του Τσένι και οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» του Λονδίνου, προσθέτοντας ότι «απευθύνοντας διαλέξεις προς τη σημερινή Ρωσία, με κατεξοχήν ψυχροπολεμικό ύφος, κάνει μόνο χειρότερα τα πράγματα».

Ρωσική συσπείρωση

Η αμερικανική ψυχροπολεμική πρόκληση, όπως ήταν αναμενόμενο, επέφερε συσπείρωση των Ρώσων γύρω από τον Πούτιν και έξαρση του αντιαμερικανισμού στη Ρωσία, κάτι που αμέσως βρήκε την αντανάκλασή του στα σχόλια του Τύπου της Μόσχας.

«Ο εχθρός προ των πυλών. O ψυχρός πόλεμος ξανάρχισε, μόνο που τώρα έχει μετακινηθεί το μέτωπο» έγραψε η οικονομική, φιλοδυτική και συνήθως επικριτική για το Κρεμλίνο εφημερίδα «Κομερσάντ», συγκρίνοντας την ομιλία του Τσένι με εκείνη του Τσόρτσιλ στο Φούλτον πριν από εξήντα χρόνια, όταν εισήγαγε τον όρο «σιδηρούν παραπέτασμα».

«Η Ασία παρέμεινε με τη Μόσχα, αλλά η πρώην σοσιαλιστική Ευρώπη πέρασε στην πλευρά της Αμερικής. Τι πρέπει να κάνει η Ρωσία; Προφανώς απαιτείται να ενισχύσει τους δεσμούς με τη Λευκορωσία και την Κεντρική Ασία και να κάνει φιλία με την Κίνα για να αντισταθμίσει τη δυτική ισχύ» έγραψε η μεγαλύτερη εφημερίδα της Ρωσίας, η «Κομσομόλσκαγια Πράβντα» που πρόσκειται στον Πούτιν.

Οι βρετανικοί «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς» δεν κρύβουν την αποδοκιμασία τους ως προς αυτή την τακτική της Ουάσιγκτον, ιδίως σε ό,τι αφορά τον στόχο της «τιμωρίας» της Ρωσίας επειδή αυτή αρνείται να συνεργασθεί με τις ΗΠΑ εναντόν του Ιράν: «Με ποσοστά στις δημοσκοπήσεις σταθερά γύρω στο 70%, ο Πούτιν είναι μάλλον πιο δημοφιλής στο εσωτερικό από όσο ο Τσένι, το σκορ του οποίου στις ΗΠΑ τώρα βρίσκεται κάτω από το 20%. Λόγοι όπως αυτός του Τσένι όχι μόνο αυξάνουν τη δημοτικότητα του Πούτιν, αλλά ενθαρρύνουν και τους σκληροπυρηνικούς που τον θεωρούν υπερβολικά πρόθυμο να εξυπηρετήσει τη Δύση» έγραψαν.

Ενδοαμερικανικό μέτωπο

Ο λόγος του Τσένι όμως δεν ήταν τυχαίος. Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου δήλωσαν ότι το περιεχόμενό του «είχε εξετασθεί εξονυχιστικά σε ανώτατο επίπεδο». Αλλωστε, όσο και αν επιφανειακά φαίνεται παράδοξο, η επαναφορά ψυχροπολεμικής γραμμής εξυπηρετεί πολύ περισσότερο ανάγκες της κυρίαρχης νεοσυντηρητικής ομάδας στο εσωτερικό των ΗΠΑ παρά σε διεθνές επίπεδο.

Εδώ και μήνες διεξάγεται στο εσωτερικό των ΗΠΑ πολύ σκληρή διαπάλη. Ισχυροί ηγετικοί κύκλοι θεωρούν ότι εξαντλήθηκαν πλέον τα οφέλη για τα αμερικανικά συμφέροντα που μπορούν να προκύψουν από τη γραμμή των νεοσυντηρητικών και τώρα πλέον υπερτερούν οι ζημιές και τα αδιέξοδα που προκαλεί η τυφλή αντιπαράθεση με τον μουσουλμανικό κόσμο και η διάσταση με την Ευρώπη.

Οι κύκλοι αυτοί κινούνται για να προετοιμάσουν αλλαγή πολιτικής. Αποκάλυψαν τις μυστικές φυλακές της CIA, την παρακολούθηση Αμερικανών πολιτών από τη NSA, εμφάνισαν τον Τσένι ως μέθυσο που πυροβολεί φίλους του σε κατάσταση μέθης, κινητοποίησαν πρωτοφανή αριθμό στρατηγών εν αποστρατεία που ζήτησαν την παραίτηση του Ράμσφελντ, πέτυχαν την υποβάθμιση του κορυφαίου συμβούλου του προέδρου Μπους, του Καρλ Ρόουβ, αρχιτέκτονα της συμμαχίας της προτεσταντικής θρησκευτικής ακροδεξιάς με το εβραϊκό λόμπι, έβγαλαν από τη μέση τον προσωπάρχη του Λευκού Οίκου Αντριου Καρντ, τον ισχυρότατο σύμβουλο Λίμπι…

Αποτέλεσμα της επιχείρησης «κατεδάφισης» του σκληρού ηγετικού πυρήνα των νεοσυντηρητικών είναι και η καταβαράθρωση της δημοτικότητας του Τζορτζ Μπους. Σύμφωνα με δημοσκόπηση, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιοποιήθηκαν την Τρίτη, κατρακύλησε στο 31%, που αποτελεί το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό στην ιστορία των προέδρων των ΗΠΑ, έπειτα από εκείνα του Ρίτσαρντ Νίξον κατά το Γουοτεργκέιτ και του Τζίμι Κάρτερ μετά την ταπείνωσή του από το Ιράν, το 1980.

Βλέποντας ότι χάνουν το παιχνίδι, οι νεοσυντηρητικοί ξεκίνησαν αντεπίθεση, αποφασισμένοι να δώσουν τη μάχη μέχρις εσχάτων. O Τσένι, λοιπόν, εγκατέλειψε την τακτική του «κλεισμένου στο καταφύγιο» και ανέλαβε προσωπικά να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ΗΠΑ στην ενέργεια, ταξιδεύοντας σε πετρελαιοπαραγωγές χώρες και κηρύσσοντας αφετέρου τον νέο ψυχρό πόλεμο εναντίον της Ρωσίας, προωθώντας εκ παραλλήλου αντιρωσικό μέτωπο με τη συμμετοχή χωρών του πρώην «σοσιαλιστικού στρατοπέδου».

Στρατηγική έντασης

Ο Ράμσφελντ έκανε επίσης μια θεαματική κίνηση, αναλαμβάνοντας κατ’ ουσίαν τον έλεγχο και της CIA μέσω του εξαναγκασμού σε παραίτηση του νεοσυντηρητικού μεν, αλλά «υπερβολικά πολιτικοποιημένου» Πόρτερ Γκος και την αντικατάστασή του από τον αφοσιωμένο στον Ράμσφελντ πτέραρχο Μάικλ Χέιντεν. Ετσι ο άρχων του Πενταγώνου ελέγχει πλέον σχεδόν το σύνολο των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ – μαζί και της CIA που έχει δικαιοδοσία διεξαγωγής υπονομευτικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό.

Το επικίνδυνο των εξελίξεων έγκειται στο εξής: Μοναδική ελπίδα των νεοσυντηρητικών να παραμείνουν στην εξουσία και μετά τις προεδρικές εκλογές του 2008 (ως πολιτικό ρεύμα, εννοείται, όχι ως πρόσωπα στις ίδιες θέσεις) είναι να δημιουργήσουν συνθήκες κρίσης και έκρυθμης κατάστασης σε διεθνές επίπεδο, με αντανάκλαση και στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Η στρατηγική της έντασης, που υπηρετείται τόσο από την επιθετικότητα εναντίον του Ιράν όσο και από την ψυχροπολεμική γραμμή εναντίον της Μόσχας, αποσκοπεί πρωτίστως στην εσωτερική επικράτηση των νεοσυντηρητικών επί των αντιπάλων τους μέσα στις ΗΠΑ. Αναπότρεπτα όμως ενδέχεται να έχει πολύ σοβαρές συνέπειες σε διεθνές επίπεδο, ιδίως αν καταλήξει σε στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράν.

Αντικειμενικά, από πλευράς διεθνών συμμαχιών, η κυβέρνηση Μπους είναι σήμερα σε πολύ χειρότερη μοίρα από όσο ήταν όταν κήρυξε τον πόλεμο για την κατάκτηση του Ιράκ.

Ο Μπερλουσκόνι δεν υπάρχει πια, ο Αθνάρ έχει και αυτός παραδώσει την εξουσία, ενώ ο Τόνι Μπλερ πνέει τα λοίσθια πολιτικά, παρ’ όλο που αντικατέστησε τον υπουργό Εξωτερικών Τζακ Στρο, ο οποίος με κάθε ευκαιρία επαναλάμβανε ότι θεωρεί «αδιανόητο» αμερικανικό στρατιωτικό πλήγμα εναντίον του Ιράν. Οσο για τη Μέρκελ, μπορεί να μην κάνει τον πολιτικό αντιπολεμικό θόρυβο του Σρέντερ, καλεί όμως τις ΗΠΑ να μη «βιάζονται» για αντιιρανικά μέτρα και καλεί την Ουάσιγκτον να συνομιλήσει απευθείας με την Τεχεράνη.

Αν συνυπολογίσει κανείς την πολύ πιο αποφασιστική αντίθεση της Ρωσίας και της Κίνας στο πλαίσιο του OHE, αντιλαμβάνεται ότι θα αποτελέσει ακραίο τυχοδιωκτισμό των νεοσυντηρητικών της κυβέρνησης των ΗΠΑ να επιτεθούν κατά του Ιράν, με κύρια επιδίωξη την παραμονή τους στην εξουσία. Είναι όμως ικανοί να το κάνουν, αν οι αντίπαλοί τους στο εσωτερικό των ΗΠΑ υποχωρήσουν.