ΚΟΣΜΟΣ

Οι ιθαγενείς που επέλεξαν τα «φώτα της πόλης»

Επί χιλιάδες χρόνια, οι Νουκάκ Μακού παρέμεναν στη Λίθινη Εποχή, χαμένοι στην απομονωμένη παρθένα ζούγκλα του Αμαζονίου. Κυνηγούσαν πιθήκους με δηλητηριώδη βέλη και μάζευαν από τα δάση τα απαραίτητα φρούτα.

Πρόσφατα, για άγνωστους μέχρι στιγμής λόγους, 80 μέλη της φυλής αποφάσισαν να δοκιμάσουν την τύχη τους στον σύγχρονο κόσμο. Ξαφνικά, πρόβαλαν από τη ζούγκλα ημίγυμνοι, συνοδευμένοι από τα παιδιά και τις μαϊμούδες τους για να διακηρύξουν ότι επιθυμούν πλέον να απολαύσουν τη ζωή στη μεγάλη πόλη.

«Δεν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω» εξήγησε ένας από τους άνδρες της ομάδας, γνωστός απλά ως Μαμπέ. «Θέλουμε να μείνουμε κοντά στην πόλη. Μπορούμε να καλλιεργούμε την τροφή μας, αλλά αρχικά πρέπει να μας βοηθήσει ο κόσμος εδώ», εξήγησε.

Αγνωστα μεγέθη

Γιατί άφησαν τη ζούγκλα πίσω; Αγνωστο. Είναι, όμως, πέρα ώς πέρα βέβαιο ότι οι νομάδες Νουκάκ δεν είναι έτοιμοι για τον κόσμο που επέλεξαν. Δεν κατανοούν την έννοια του χρήματος, της ιδιοκτησίας, αγνοούν τον ρόλο της κυβέρνησης και δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει μία χώρα που λέγεται Κολομβία. Είναι αυτονόητο ότι δεν διαθέτουν ταυτότητες. Στην πραγματικότητα για την Κολομβία οι Νουκάκ δεν υπάρχουν. Οταν ρωτήθηκαν αν ανησυχούν για το μέλλον, ο Μπελισάριο, ο μόνος της ομάδας που είχε επισκεφθεί τον «έξω κόσμο» και στο παρελθόν, ο μόνος που μιλά ισπανικά, κοιτάζει απορημένος. Οχι τόσο επειδή δεν καταλαβαίνει τη λέξη, αλλά επειδή δεν μπορεί να συλλάβει την έννοια. «Το μέλλον; Τι είναι αυτό;», διερωτάται.

Ο Μπελισάριο εκτελεί χρέη μεταφραστή για τους υπόλοιπους της φυλής. Οι Νουκάκ, μία από τις λίγες κοινότητες αυτοχθόνων που ζουν σε σχετική απομόνωση στη λεκάνη του Αμαζονίου, υπερδρασκέλισαν τα σύνορα του καταπράσινου κόσμου τους, της πυκνής ζούγκλας, μόνο μετά το 1988.

Το 2003 δεκάδες μέλη της φυλής εγκατέλειψαν τον βιότοπό τους και έφτασαν στο Σαν Χοζέ ντελ Γκουαβιάρε, υποστηρίζοντας ότι ο εμφύλιος πόλεμος που μαστίζει την Κολομβία έφτασε στις περιοχές τους και τους ανάγκασε να αναζητήσουν ασφάλεια μακριά από τα πατρογονικά εδάφη. Σήμερα, περίπου 250 Νουκάκ ζουν σε οικισμούς κοντά στην πόλη, ενώ άλλοι τόσοι -σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ανθρωπολόγων- πρέπει να επιβιώνουν στη ζούγκλα.

Τα τελευταία χρόνια κάποιες ομάδες που ζουν στη ζούγκλα ήλθαν σε επαφή με ιεραποστόλους, αγρότες και άλλες ομάδες αυτοχθόνων που καλλιεργούν τη γη τους και ανταλλάσσουν τις σοδειές τους με τα θηράματα των Νουκάκ, διδάσκοντας στους Νουκάκ την έννοια της γεωργίας

Ευαίσθητοι σε ασθένειες

Οι έστω περιορισμένες επαφές με τον έξω κόσμο αποδεκάτισαν τον πληθυσμό. Προσβλήθηκε από άγνωστες αρρώστιες, όπως η γρίπη και το κοινό κρυολόγημα. H Ζανέτ Κερμέλα, ανθρωπολόγος που έχει δουλέψει με τους Νουκάκ, υποστηρίζει ότι από μελέτες που πραγματοποίησε σε μέλη της φυλής που εγκατέλειψαν τη νομαδική ζωή και εγκαταστάθηκαν σε συγκεκριμένη περιοχή για βραχύ χρονικό διάστημα, αποδείχθηκε ότι έχουν μεγάλη ευαισθησία στα νοσήματα του «δυτικού κόσμου».

Μέχρι στιγμής το μόνο που είναι γνωστό για την ομάδα των ιθαγενών που επέλεξε τα «φώτα της πόλης» είναι ότι εγκατέλειψαν τον εθνικό δρυμό Νουκάκ στο κρατίδιο Γκουαβιάρ. H κάλυψη της απόστασης (320 χιλιόμετρα) από τη ζούγκλα μέχρι την πόλη ήταν δύσκολη. Οταν έφτασαν στην κεντρική πλατεία του Σαν Χοζέ -υποσιτισμένοι και εξουθενωμένοι από τη μακρά πορεία- κοίταζαν έκπληκτοι τον καινούργιο δρόμο που ανοιγόταν μπροστά τους. Ο κόσμος ήταν εντελώς καινούργιος και άγνωστος, με θορυβώδη τζιπ, χαμηλά κτίρια και ασφαλτοστρωμένους δρόμους. Εξίσου απορημένοι κοιτούσαν τους παράξενους επισκέπτες οι κάτοικοι της πόλης.

Οι νεόφερτοι δεν αποκάλυψαν τίποτα για τους λόγους που τους οδήγησαν μακριά από τον φυσικό τους βιότοπο. Το μόνο που είπαν είναι ότι «οι πράσινοι Νουκάκ» -ίσως οι μαρξιστές αντάρτες, που φορούν στολή παραλλαγής- τους διέταξαν να απομακρυνθούν. «Οι πράσινοι Νουκάκ μας είπαν ότι δεν μπορούμε να κινούμαστε στη ζούγκλα» εξηγεί ο Βάντι. «Οι πράσινοι Νουκάκ μας είπαν να πάμε κάπου που θα υπάρχει ασφάλεια».

Οι Κολομβιανοί αξιωματούχοι δεν αποκλείουν να ευθύνονται για τη φυγή των ειρηνόφιλων Νουκάκ οι καλλιεργητές κόκας. Ωστόσο, επισήμως, οι Νουκάκ έφυγαν εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου, γεγονός που σημαίνει ότι το κράτος πρέπει να τους παράσχει βοήθεια μέχρι ότου επιστρέψουν στα πατρογονικά εδάφη, εφόσον εκεί θα είναι ασφαλείς. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να εγγυηθεί ποτέ θα συμβεί αυτό.

Σ’ ένα ξέφωτο του Σαν Χοζέ

Ετσι, οι αρχές και οι κάτοικοι του Σαν Χοζέ παρέχουν στους Νουκάκ, που εγκαταστάθηκαν στην Αγκουαμπονίτα, ένα ξέφωτο στο γειτονικό δάσος, τροφή και ρουχισμό.

Οι άνθρωποι που τους βοηθούν γνωρίζουν ότι η κίνησή τους αυτή μπορεί να καταδικάσει τους Νουκάκ σε μόνιμη εξάρτηση, διασφαλίζοντας ότι ούτε θα επιστρέψουν στις εστίες τους ούτε θα προσαρμοστούν στον νέο τους κόσμο.

Ολοι συμφωνούν ότι οι Νουκάκ της Αγκουαμπονίτα δεν πρέπει να έχουν την τύχη αυτών που έφτασαν εδώ το 2003 και εγκαταστάθηκαν στο Μπαρανσόν. Σήμερα, δεν κάνουν απολύτως τίποτα, απλώς περιμένουν από τις αρχές να τους θρέψουν. Δεν εργάζονται και δεν έμαθαν ισπανικά, ούτε έχουν πρόθεση να επιστρέψουν στη ζούγκλα. «Νομίζω πως θα μείνουμε εδώ παντοτινά» λέει ο νεαρός αρχηγός τους, ο Μάρτιν.

Η ατμόσφαιρα στην Αγκουαμπονίτα είναι ιδιαίτερα χαρούμενη. Τα παιδιά τρέχουν και αγκαλιάζουν τους δύο ξένους δημοσιογράφους που έφτασαν στον καταυλισμό, μοιράζοντας χαμόγελα.

Ο Πιαπέ εξηγεί ότι οι Νουκάκ δεν μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι. Συνηθισμένοι στις μακρές και δύσκολες πορείες σε αναζήτηση τροφής, σήμερα απολαμβάνουν τη φροντίδα των κατοίκων του Σαν Χοζέ, που τους γεμίζουν με αγαθά. Ολα τους αρέσουν αλλά περισσότερο «οι κατσαρόλες, τα παντελόνια, τα παπούτσια και τα καπέλα» λέει ένας νεαρός και ο Μαμπέ προσθέτει «το ρύζι, η ζάχαρη, το λάδι και το αλεύρι». Λατρεύουν τα τηγάνια, ενώ αγαπούν τα αυγά και τα κρεμμύδια, τα σπίρτα, το σαπούνι. «Εμένα μου αρέσουν και οι γυναίκες» ομολογεί γελώντας ο Πιαπέ.

Μια νεαρή μητέρα Νουκάκ, που θήλαζε το παιδί της, εξηγεί ότι είναι πολύ ευτυχής που άφησε πίσω της τις μακρές πορείες. «Οταν περπατάς στη ζούγκλα πονούν πολύ τα πόδια σου».

Σχέδια για το μέλλον

Η τωρινή τους ευδαιμονία δεν τους αποστέρησε από τα σχέδια για το μέλλον. O Μαμπέ εξηγεί ότι θα μάθουν να καλλιεργούν και θα πηγαίνουν τις σοδειές τους στην πόλη, όπου θα τις «ανταλλάσσουν με χρήματα και μετά θα ανταλλάσσουν τα χρήματα με άλλα προϊόντα». Βέβαια, μέχρι να γίνει αυτό, θα πρέπει να μάθουν πώς να καλλιεργούν. «Θέλουμε να είμαστε μέλη της λευκής οικογένειας, αλλά να μην ξεχάσουμε τις λέξεις των Νουκάκ» λέει ο Πιαπέ.