ΚΟΣΜΟΣ

Ροστροπόβιτς, ένας θεσμός με παλιούς φίλους

H ιστορία της κλασικής μουσικής του 20ού αιώνα έχει πολλά μεγέθη και ένα από αυτά είναι καθισμένο απέναντί μου. Μια παρακαταθήκη, θα μπορούσε να πει κανείς, επικών ιστοριών και λυρικών αναμνήσεων. Και μια αστείρευτη πηγή ενθουσιασμού. «Είμαι ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου», μου εκμυστηρεύτηκε ο Μστισλάβ Ροστροπόβιτς με έντονη ρωσική προφορά. Και γίνεται σχεδόν πιστευτός.

Στην ακμή των δυνάμεών του σήμερα, ο 79χρονος Ροστροπόβιτς υπήρξε ένας τιτάνας του βιολοντσέλου, ένας από τους μεγαλύτερους δεξιοτέχνες όλων των εποχών. Οταν άρχισε να περιοδεύει στη Δύση, στα τέλη της δεκαετίας του 1950, κατέπληξε τη Δύση με τη δύναμη και τη συγκέντρωση του παιξίματός του, την εκφραστικότητα του ήχου του και την ηφαιστειώδη ζωντάνια που έφερνε στη σκηνή. Στη δεκαετία του 1970, το γεγονός ότι προστάτευσε και υπερασπίστηκε τον Αλεξάντερ Σολτζενίτσιν, του απέφερε την πικρή εξορία από την πατρίδα του, αλλά και τον σεβασμό για το ηθικό του κύρος, στη Δύση. Με τα χρόνια χρησιμοποίησε τη διασημότητά του με τον καλύτερο τρόπο, εμπνέοντας ποιήματα, συναντώντας προέδρους, και Πάπα κ.ά., συναναστρεφόμενος τον Πικάσο και τον Μαρκ Σαγκάλ.

Κατέχει σπίτια στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, τη Λωζάννη της Ελβετίας και έχει συγκεντρώσει μια αξιόλογη συλλογή έργων τέχνης. Κατέχει επίσης το θαυμαστό Ντιπόρτ Στραντιβάριους τσέλο. O θρύλος θέλει ότι μια αμυχή που φέρει στη μια πλευρά του προήλθε από την μπότα του Ναπολέοντα.

Διευθυντής ορχήστρας

Τα πράγματα όμως δεν είναι πια όπως ήταν. Οι μέρες όταν ο Ροστροπόβιτς ήταν ο κυρίαρχος του βιολοντσέλου ανήκουν στο παρελθόν και η κάποτε αχόρταγη ηθική του εγκυρότητα προέρχεται από την αταλάντευτη αντίθεσή του σε ένα καθεστώς το οποίο δεν υπάρχει πια. Ετσι, τα τελευταία χρόνια έχει επεκτείνει τη δραστηριότητά του, στη διεύθυνση ορχήστρας όπου αντλεί κυρίως από τις στενές σχέσεις του με συνθέτες· κυρίως τρεις από τους μεγαλύτερους συνθέτες του 20ού αιώνα, τον Σοστακόβιτς, τον Προκόφιεφ, τον Μπρίτεν. Το παίξιμο του Ροστροπόβιτς ενέπνευσε και τους τρεις να γράψουν γι’ αυτόν έργα τα οποία συνάμα αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους του ρεπερτορίου του 20ού αιώνα στο τσέλο.

Ο ίδιος μιλάει γι’ αυτούς τους συνθέτες σαν να πρόκειται για μέλη της οικογένειάς του. Παράλληλα είναι και από τους δεξιότερους ερμηνευτές της μουσικής τους, ένας σπάνιος μουσικός δεσμός με τον κόσμο τους, μια γέφυρα που ενώνει τα προσωπικά καλλιτεχνικά τους οράματα με την ευρύτερη πνευματική εποχή η οποία τα γέννησε.

Φέτος, η αγάπη του στον Σοστακόβιτς αναδεικνύεται περισσότερο, επειδή η χρονιά αυτή είναι η επέτειος των 100 χρόνων από τη γέννησή του, γεγονός που συντέλεσε στη δημιουργία πλήθους φεστιβάλ και εκδηλώσεων αφιερωμένων στη μουσική του. O Ροστροπόβιτς, απλώς Σλάβα όπως είναι παγκοίνως γνωστός, πρόσφατα διηύθυνε τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης στην 10η Συμφωνία του Σοστακόβιτς και στο 1ο Κοντσέρτο του για βιολί με τον Μαξίμ Βενγκέροφ σολίστα. Το ερχόμενο φθινόπωρο επιστρέφει στην Εθνική Συμφωνική της Ουάσιγκτον για το εκεί φεστιβάλ Σοστακόβιτς. Οι πιο πρόσφατες εμφανίσεις του ήταν στο Σιάτλ και στο Σαν Φρανσίσκο, όπου έδωσε και τούτη τη συνέντευξη στη σουίτα του στο Ριτζ Κάρλτον Χοτέλ.

Μολονότι σήμερα δείχνει πιο μικροσκοπικός, διόλου δεν έχει λιγοστέψει η χαρισματική του δύναμη. Είναι παιγνιώδης, εκδηλωτικός και παντελώς ακομπλεξάριστος όταν μιλάει για το παρελθόν. Μολονότι έχει στο πλευρό του δύο αφοσιωμένους Ρώσους, τον μεταφραστή του με τη σύζυγό του, προτίμησε να επιδοθεί στα δικά του σπασμένα αγγλικά τα οποία συνόδευε με ζωντανές, εκφραστικές χειρονομίες (σε μια στιγμή μάλιστα τραγούδησε ένα αγαπημένο λαϊκό τραγούδι του Στάλιν, το οποίο κρυφίως εισήγαγε ο Σοστακόβιτς σε ένα κοντσέρτο για τσέλο). Οταν χτύπησε το τηλέφωνο στη μέση μιας φράσης του, πετάχτηκε να το σηκώσει (ήταν ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ). Σε όλη όμως τη συζήτηση, που είχε ευρεία κλίμακα, το λαϊτμοτίφ ήταν ο Σοστακόβιτς. «Ηταν ο σπουδαιότερος άνθρωπος στη ζωή μου, μετά τον πατέρα μου», είπε ο Ροστροπόβιτς.

«Μερικές φορές όταν διευθύνω τον βλέπω μπροστά μου. Και όταν το πρόσωπό του δεν δείχνει ευχαριστημένο γιατί ο ρυθμός μου είναι αργός, τότε διευθύνω γρηγορότερα και το πρόσωπό του εξαφανίζεται». Οι δυο τους συναντήθηκαν το 1943, λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα του Ροστροπόβιτς. H φιλία τους βάθυνε όταν ο Ροστροπόβιτς φοίτησε στην τάξη ενορχήστρωσης του Σοστακόβιτς, στο Ωδείο της Μόσχας. Αρχισαν να παίζουν μαζί και ο Σοστακόβιτς αργότερα του αφιέρωσε πολλά έργα του που πρώτο ανάμεσά τους ήταν το Κοντσέρτο με τσέλο και ορχήστρα Νο 1 (1959).

«Εντυπωσιάστηκα πολύ όταν πρωτόπαιξε το κοντσέρτο για μένα στην Αγία Πετρούπολη», λέει ο Ροστροπόβιτς, και μου είπε: «Σλάβα, σ’ αρέσει αυτή η σύνθεση πολύ ή λίγο; Γιατί αν μου πεις ότι σου αρέσει πολύ θα σου την αφιερώσω». «Εμεινα ενεός». Στη διάρκεια των ετών που έπαιζε και ηχογραφούσε ο Σοστακόβιτς ο Ροστροπόβιτς ανέπτυξε ισχυρές γνώμες για το πώς πρέπει να παίζονται τα έργα. Οι πιο έκδηλες αφορούν την ένταση. Από τις ορχήστρες που διευθύνει εξάγει ένα πολύ ευρύτερο ηχητικό φάσμα από το συνηθισμένο. Από τη νηνεμία του πιανίσιμο, σημαδεμένη πότε πότε από μικρά κύματα εγχόρδων, έως την εκρηκτικότητα των μεγάλων φορτίσιμο.

«Τα άκρα είναι απολύτως απαραίτητα στον Σοστακόβιτς», πιστεύει. «Μου είπε κάποτε κάτι που λέω σε όλες τις ορχήστρες όταν κάνουμε πρόβα. «Σλάβα, μου είπε, όταν θέλω να προσβάλω κάποιο μουσικό, του λέω ότι είναι μέτριος». Παρά όμως τη στενή σχέση του με τον συνθέτη, ο Ροστροπόβιτς δεν είναι διόλου υπομονετικός με τους πολέμους που έχουν ξεσπάσει γύρω από τον Σοστακόβιτς, τις συχνά βιτριολικές αντιπαραθέσεις για το αν ο συνθέτης εν μέρει συμπαθούσε το σοβιετικό καθεστώς ή, ιδιωτικά, διαφωνούσε με αυτό. «Ξέρεις, πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρό», λέει εξομολογούμενος ότι ουδέποτε διάβασε τη «Μαρτυρία», τα αμφισβητούμενα και εν πολλοίς μη αποδεκτά απομνημονεύματα του Σοστακόβιτς όπως τα εξέδωσε ο Σόλομον Βολκόφ. Και συνεχίζει: «O Σοστακόβιτς ήταν μια πολύπλοκη προσωπικότητα», προσθέτοντας ότι μπορούσε συχνά να ψεύδεται, προκειμένου να μην απογοητεύσει ανθρώπους. «Νομίζω πως εντελώς ειλικρινής ήταν μόνο στη μουσική». O Ροστροπόβιτς είναι ένας από τους πολλούς που αφουγκράζονται στη μουσική του Σοστακόβιτς την έκφραση μιας βαθιάς υπαρξιακής αγωνίας και συλλογικές αλήθειες άρρηκτες από τη σκοτεινή εποχή της γέννησής τους. Ορισμένοι έχουν αναπτύξει ένα είδος συλλογικής ταύτισης, μια ικανότητα πρόσδοσης φωνής στα πάθη και τις αμυδρές ελπίδες του ατόμου που ζούσε κάτω από τον ζυγό του σοβιετικού συστήματος.

Φάρμακο για τον λαό

Οι πρεμιέρες των Συμφωνιών του Σοστακόβιτς ήταν μεγάλες, δημόσιες εκδηλώσεις στις οποίες, χάρη στην ιδιαίτερη αμφισημία της μουσικής, έμεναν ευχαριστημένοι και το κοινό και οι κομματικοί παράγοντες, ο καθένας ακούγοντας ό,τι ήθελε να ακούσει.

«Η μουσική στη σοβιετική περίοδο ήταν πολύ πολύ σπουδαία για τον λαό», λέει ο Σοστακόβιτς· «ήταν κάτι σαν φάρμακο». Και τελικά αυτό είναι, την αμεσότητα στην απόδοση της μουσικής ως φορέα ενός ευρύτερου ηθικού νοήματος (κάτι εξαφανιζόμενο ήδη στην πρώην ΕΣΣΔ), που ο Ροστροπόβιτς προσπαθεί να μεταδώσει στις ορχήστρες τις οποίες διευθύνει.

«Αυτό που θέλει να κοινωνήσει στους μουσικούς δεν είναι κάτι που γίνεται με τις τυπικές μεθόδους του μαέστρου», λέει ο Κάρτερ Μπρέι, βασικός τσελίστας στη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης. «Οι τεχνικές της μπαγκέτας, η αποτελεσματική χρήση του χρόνου των δοκιμών, όλα αυτά είναι δευτερεύοντα για τον Σλάβα. Αυτός προσεγγίζει τη μουσική από τα σπλάχνα».