ΚΟΣΜΟΣ

«Ας Μιλήσουμε» για αλλαγές στο βρετανικό κράτος

Το όνομα είναι το ίδιο κενό όπως και πριν και υπάρχουν πολλοί λόγοι για να είμαστε σκεπτικοί. Η τελευταία άσκηση δημοσίων διαβουλεύσεων του Τόνι Μπλερ ονομάζεται «Ας Μιλήσουμε» και είναι διάδοχος της «Μεγάλης Συζήτησης», ονόματα που θυμίζουν σλόγκαν εταιρείας κινητής τηλεφωνίας. Οι λόγοι για να είναι κάποιος σκεπτικός είναι προφανείς. Εκτός από το γεγονός ότι το αντικείμενο της συζήτησης μας αφορά όλους. Το ονομάζουν αναμόρφωση των δημοσίων υπηρεσιών, αν και η κενή αυτή διατύπωση δεν αποτυπώνει την ουσία. Είναι μια δημόσια συζήτηση σχετικά με το μέλλον και τη μορφή του κράτους και, συνεπώς, και της κοινωνία μας.

Την προηγούμενη εβδομάδα αναρωτιόμουν πώς οι μέλλουσες γενεές να αντιλαμβάνονται τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα, περιλαμβανομένης και της διάστασης Μπλερ – Μπράουν. Αναρωτιόμουν εάν θα θεωρήσουν την περίοδο που διανύουμε ως την εποχή που αποκαλύφθηκαν τα όρια των Εργατικών. Η κυβερνήσεις του κ. Μπλερ προσπάθησαν να αναδιοργανώσουν το κράτος πρόνοιας επενδύοντας μεγάλα ποσά στην εκπαίδευση, στα νοσοκομεία κ.λπ. Τα στοιχεία που διαθέτουμε αποδεικνύουν ότι η προσπάθεια δεν καρποφόρησε. Δισεκατομμύρια λίρες δαπανήθηκαν, για παράδειγμα, από το (αντίστοιχο) ΕΣΥ, αλλά ακόμη διέρχεται κρίση· το υπουργείο Εσωτερικών είναι ένα γιγάντιο υπουργείο το οποίο καταβροχθίζει χρήματα, αλλά δεν γνωρίζει πόσοι από τους κρατούμενους των φυλακών μας είναι Βρετανοί πολίτες και πόσοι ξένοι υπήκοοι.

Υψηλόβαθμος αξιωματούχος της Ντάουνινγκ Στριτ ομολογεί ότι η κρίσιμη στιγμή ήρθε λίγο καιρό πριν. «Σκεφτήκαμε: Θεέ μου, οι αποδόσεις αυτών των χρημάτων είναι θλιβερές. Συνειδητοποιήσαμε ότι το σύστημα είχε φτάσει στο όριό του». Τώρα, παραδέχεται, το επόμενο βήμα της πολιτικής θα πρέπει να είναι μια εκ θεμελίων αναμόρφωση του ίδιου κράτους.

Δεν είμαι ο μοναδικός που έχει φτάσει σε αυτό το συμπέρασμα. Πολλά από τα σχόλια που έλαβα σχετικά με το άρθρο της περασμένης εβδομάδας, υποδηλώνουν ότι πολλοί απ’ όσους ασχολούνται με τις δημόσιες υποθέσεις έχουν καταλήξει σε παρόμοια συμπεράσματα. Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι όλοι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς που απορρίπτουν τη λογική του κράτους πρόνοιας. Απλώς, αναγνωρίζουν ότι το σύστημά μας, που σχεδιάστηκε για τον 20ό αιώνα δεν μπορεί πλέον να λειτουργήσει στον 21ο. Συμφωνούν με όσα αναφέρονται στο κείμενο του προγράμματος «Ας Μιλήσουμε», όπου παρατίθενται όλες οι σαρωτικές αλλαγές -δημογραφικές, τεχνολογικές, πολιτιστικές- που έχουν προκύψει και τις οποίες προσπαθεί να αντιμετωπίσει το κράτος πρόνοιας. Και γνωρίζουν ότι δεν μπορεί.

Οπότε, προς ποια κατεύθυνση θα έπρεπε να αλλάξει το κράτος; Υπάρχουν πιλοτικά προγράμματα που φιλοδοξούν να απαντήσουν αυτό το ερώτημα, αν και ελάχιστοι πολιτικοί τολμούν να το συζητήσουν αναλυτικά. Πάντως, προκύπτουν ορισμένες βασικές θέσεις. Πρώτον, το κράτος του 21ου αιώνα δεν θα είναι τόσο συγκεντρωτικό όσο το υπάρχον. Κανείς δεν μπορεί να επιχειρηματολογήσει υπέρ τού ότι ο προϋπολογισμός για τις τάξεις μαθηματικών στο Ολνταμ (σαν να λέμε στην Ανω Ραχούλα) θα πρέπει να συντάσσεται στο Λονδίνο.

Οι δημόσιες υπηρεσίες

Οι δημόσιες υπηρεσίες, συμφωνούν οι περισσότεροι, θα πρέπει επίσης να αποκεντρωθούν. Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι θα πρέπει να μεταφέρουμε μερικές δημόσιες υπηρεσίες στο Γιορκ ή το Νιούκαστλ, όπου θα συνεχίσουν να λειτουργούν με τον ίδιο συγκεντρωτικό τρόπο, απλώς από διαφορετικό μέρος. Θα πρέπει να υπάρξει πραγματική αλλαγή, που θα επιτρέπει σε μια πόλη ή έναν δήμο να διαχειρίζεται εξ ολοκλήρου τις δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν στα όριά του. Πολλοί πολιτικοί δηλώνουν ενθουσιασμένοι με αυτή την ιδέα περί «τοπικισμού» (localism), μεταξύ αυτών και ο Ντέιβιντ Κάμερον, ο νέος ηγέτης των Τόρις. Ωστόσο, ο καρπός του τοπικισμού σπανίως επιβιώνει από την επαφή με την εξουσία. Μία δεύτερη θέση είναι η εγκατάλειψη των μεγάλων υπηρεσιών, ακόμη και των μεγάλων κτιρίων, και η στροφή προς μικρότερες υπηρεσίες που θα λειτουργούν σχεδόν αόρατες. Η Χίλαρι Κόταμ, η οποία ονομάστηκε αρχιτέκτονας της χρονιάς το 2005 για τα σχέδιά της που αφορούν σχολεία και φυλακές, παρουσίασε στους βουλευτές των Εργατικών και την (αντίστοιχη) ΓΣΕΕ μια μελέτη, ζητώντας τους να υιοθετήσουν νέα προσέγγιση όσον αφορά τις δημόσιες υπηρεσίες. Ας εξετάσουμε τον τομέα της υγείας. Αντί να έχουμε ως μέτρο τον αριθμό γεμάτων κλινών στα νοσοκομεία, στο σύστημα πρόνοιας του 21ου αιώνα θα επικεντρωνόμαστε στην πρόληψη των ασθενειών, προσέγγιση που είναι και πολύ φθηνότερη.

Ενα παράδειγμα

Εάν όλα αυτά σας φαίνονται πολύ αφηρημένα, ιδού μερικά παραδείγματα. Η κ. Κόταμ αναφέρει ένα πιλοτικό πράγραμμα στο Κεντ που αφορά μια ομάδα γυναικών που βγάζουν βόλτα τους σκύλους τους μετά το σχολείο. Η Πολιτεία δαπάνησε δημόσια χρήματα παρέχοντάς τους έναν προπονητή, ώστε να περπατούν γρηγορότερα. Επιπλέον τους έδωσε τη δυνατότητα να εργάζονται εθελοντικά σε μια φάρμα, προκειμένου να διατηρούνται σε φόρμα. Το αποτέλεσμα ήταν αυτές οι γυναίκες να είναι υγιέστερες και συνεπώς το ΕΣΥ να έχει λιγότερα έξοδα.

Ενα από τα μεγαλύτερα λάθη του Μπλερ ήταν ότι επέτρεψε στη μεταρρύθμιση να γίνει συνώνυμο της ιδιωτικοποίησης. Η Ντάουνινγκ Στριτ υπερασπίζεται με πάθος την πολιτική της σε αυτό το σημείο, επιμένοντας ότι εάν μια υπηρεσία χρηματοδοτείται από το Δημόσιο, το γεγονός ότι τροφοδοτείται από μια ιδιωτική εταιρεία δεν έχει σημασία. Πρόκειται για ένα αρκετά κόσμιο επιχείρημα, αλλά η ζημιά έχει ήδη γίνει· και οι επιπτώσεις της επιδεινώθηκαν από το φλερτ της κυβέρνησης με τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η λύση, τουλάχιστον γι’ αυτήν την πρώτη φάση, είναι να βεβαιωθούμε ότι, σε περίπτωση εμπλοκής ανεξάρτητων προμηθευτών, αυτοί δεν θα είναι ιδιωτικές εταιρείες αλλά οργανισμοί-εθελοντές ή άλλοι, προερχόμενοι από τον «τρίτο τομέα».

Ο δρόμος της πολιτικής, όμως, είναι πολύ ευρύτερος. Είναι πιθανό να φανταστούμε τον Κάμερον να υποστηρίζει έναν νέο, πιο χαλαρό δημόσιο τομέα – αλλά θα είναι πολύ διαφορετικός. Το βέβαιο είναι ότι ο κ. Κάμερον δεν θα προτιμήσει παράγοντες του ιδιωτικού παρά του «τρίτου» τομέα. Οδηγός του δεν θα είναι η αρχή που ενθαρρύνει τη μεταρρύθμιση, δηλαδή την ισότητα – την επιθυμία να δημιουργήσεις μια κοινωνία, στην οποία οι φτωχοί έχουν την ευκαιρία να ζήσουν μια ολοκληρωμένη και ελεύθερη ζωή.

Και αυτός είναι ο λόγος που η εξέλιξη του κράτους πρέπει να αποτελεί σχέδιο της Αριστεράς. Η αναμόρφωση πρέπει να γίνεται βάσει προοδευτικών αρχών. Ορισμένοι ελπίζουν, προσεύχονται μάλιστα, ότι ο υπουργός Οικονομικών θα είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για την αποστολή: πεποίθησή του, παρατηρούν, είναι ότι οι πολιτικοί θα ανακτήσουν την εμπιστοσύνη του κοινού μόνον εάν παραχωρήσουν περισσότερες εξουσίες. Οι «μπλερικοί», ωστόσο, χλευάζουν, υπονοώντας ότι ο Γκόρντον Μπράουν είναι πολύ προσκολλημένος στο παλαιό σύστημα και δεν πρόκειται να αντισταθεί στον πειρασμό της ανώτατης διοίκησης. Δεν ξέρουμε ακόμη την απάντηση σ’ αυτό. Αλλά εάν είναι αυτή πράγματι η κατεύθυνση της πολιτικής, πρέπει να αρχίσουμε πάραυτα την αναμόρφωσή της.