ΚΟΣΜΟΣ

Ο άγνωστος κρυφός πόλεμος στην Ινδία…

Σαράντα νέοι, άνδρες και γυναίκες, με αταίριαστες στολές παραλλαγής, πιστόλια και παλιά ντουφέκια στα χέρια, κάθονται στη σκιά ενός δέντρου μάγκο. Δίπλα τους κυματίζει μια κόκκινη σημαία με ένα σφυροδρέπανο στο κέντρο της. Οι στρατιώτες (Ναξαλίτες) παίρνουν μέρος σε έναν κρυφό πόλεμο για τον έλεγχο πλούσιων σε ορυκτό πλούτο περιοχών της Ινδίας, που κατοικούνται από φυλές ιθαγενών.

Οι Ναξαλίτες είναι κληρονόμοι της επαναστατικής ιδεολογίας του Μάο τσε Τουνγκ. Αντίθετα όμως με τους ομοϊδεάτες τους στο Νεπάλ, οι Ινδοί αντάρτες δεν σκέφτονται να αφήσουν τις σφαίρες και να πιάσουν τα ψηφοδέλτια. Σε μια τεράστια έκταση, από το κρατίδιο Αντρα Πραντές στον Νότο μέχρι τα σύνορα με το Νεπάλ στον Βορρά, καθημερινά καταλαμβάνουν τρένα, οργανώνουν τολμηρές αποδράσεις από φυλακές και δολοφονούν τοπικούς αξιωματούχους. Τον περασμένο μήνα, ο πρωθυπουργός της Ινδίας Μανμοχάν Σιγκ περιέγραψε τους αντάρτες ως «τη μεγαλύτερη πρόκληση στον τομέα της εσωτερικής ασφαλείας που αντιμετώπισε η χώρα».

Στο νότιο τμήμα του κρατιδίου Τσχαντισγκάρ, όπου η εξέγερση είναι ιδιαίτερα οξεία, το ινδικό κράτος πέρασε πέρυσι στην αντεπίθεση, εξοπλίζοντας χιλιάδες χωρικούς με περίστροφα, ακόντια, τόξα και βέλη. Στρατιώτες που είναι ακόμη παιδιά, αποστέλλονται να πολεμήσουν συνομηλίκους τους. Η πολιτοφυλακή, γνωστή ως Σάλβα Τζούντουμ (Πορεία Ειρήνης), υποστηρίζεται από τάγμα παραστρατιωτικών.

Η σύγκρουση έχει ερημώσει χωριά – στο νότιο Τσχαντισγκάρ, 50.000 άνθρωποι ζουν χωρίς δουλειά η τροφή,

Ισως ο λόγος που η κυβέρνηση άνοιξε αυτό το νέο μέτωπο είναι το υπέδαφος του Τσχαντισγκάρ, που κρύβει πλούσια κοιτάσματα σιδήρου, άνθρακα και βωξίτη. Πάνω του ζουν οι φτωχότεροι της Ινδίας – ημιαγράμματες εξαθλιωμένες φυλές.

Στο μεταξύ, οι μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας έχουν διεισδύσει σιωπηρά στα δάση, αγοράζοντας γη και δικαιώματα εξόρυξης του κρυμμένου πλούτου. Πέρυσι, η κυβέρνηση του Τσχαντισγκάρ υπέγραψε συμφωνίες αξίας 1,6 δισ. στερλινών για την κατασκευή βιομηχανίας σιδήρου και μονάδας ηλεκτροπαραγωγής.

Θέλουν να μας πάρουν τα πλούτη

Το κράτος λέει ότι η ανάπτυξη θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας και θα τροφοδοτήσει την οικονομία με πρώτες ύλες. Ομως οι αντάρτες λένε ότι η «εκμετάλλευση» πρέπει να σταματήσει. «Η κυβέρνηση θέλει να αντλήσει όλα τα πλούτη από την περιοχή και να μη μας αφήσει τίποτα», λέει ο διοικητής του Λαϊκού Απελευθερωτικού Αντάρτικου Στρατού, Γκοπάνα Μαρκάμ.

Η αστυνομία εκτιμά πως στο Τσχαντισγκάρ υπάρχουν 4.500 οπλισμένοι αριστεροί αντάρτες. Τους τελευταίους μήνες έχουν επιτεθεί σε ορυχεία, έχουν τινάξει στον αέρα πυλώνες ηλεκτρικού και έχουν βάλει φωτιά σε αυτοκίνητα των εταιρειών. Εχουν φτιάξει λαϊκά δικαστήρια που δικάζουν, και μερικές φορές εκτελούν συνεργάτες των καπιταλιστών. Το πολιτικό τους σκέλος, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ινδίας (μαοϊκό), έχει ένοπλη παρουσία σχεδόν στα μισά ινδικά κρατίδια. «Ο δρόμος θα γίνει πιο δύσκολος, αλλά ξέρουμε ότι η ιστορία είναι μαζί μας» είπε ο διοικητής Μαρκάμ, υποστηρίζοντας ότι οι φεουδαρχικές παραδόσεις, το σύστημα των καστών και ο τρόπος που είναι μοιρασμένη η γη προσφέρουν γόνιμο έδαφος για εξεγέρσεις.

Οι Ναξαλίτες ισχυρίζονται ότι επέβαλαν την τάξη, αν όχι τον νόμο, στην περιοχή – έδιωξαν μεγαλοϊδιοκτήτες γης και διεφθαρμένους αξιωματούχους, ανέβασαν, με την απειλή των όπλων, την αμοιβή που εισπράττουν οι αγρότες για την καλλιέργεια των φύλλων τεντού. Οι αντάρτες χρηματοδοτούνται εισπράττοντας «φόρους» 12% από προμηθευτές και εμπόρους.

Σύμφωνα με επίσημους υπολογισμούς, στις περιοχές που κατοικούνται από ιθαγενείς φυλές, ο μισός πληθυσμός υποστηρίζει τους Ναξαλίτες, είτε από επιλογή είτε επειδή υποχρεώνεται.

Ο Μαχέντρα Κάρμα, πολιτικός που έχει καταγωγή από τις φυλές, λέει ότι οι Ναξαλίτες «διέλυσαν την παραδοσιακή κοινωνική, οικονομική και διοικητική δομή» και ότι οι φυλές είναι «καθυστερημένοι άνθρωποι που θέλουν να προχωρήσουν μπροστά με τη βιομηχανία». Ο Κάρμα θεωρείται ευρέως ο ιδρυτής της πολιτοφυλακής Σάλβα Τζούντουμ, αν και ο ίδιος λέει ότι το κίνημα ήταν «αποτέλεσμα αυθόρμητου θυμού». Τα πρώτα σημάδια αυτού του θυμού φάνηκαν τον περασμένο Ιούνιο, όταν χιλιάδες χωρικοί μπήκαν, μαζί με την αστυνομία, στο χωριό Κοτραπάλ, όπου οι Ναξαλίτες είχαν απαγάγει φιλοκυβερνητικούς. Ακολούθησε άγρια μάχη. Το χωριό σήμερα είναι ερημωμένο και πολλά σπίτια έχουν υποστεί βανδαλισμούς. Αυτή η πολιτική της ερήμωσης χωριών που υποστηρίζουν τους Ναξαλίτες εφαρμόζεται σε όλο το νότιο Τσχαντισγκάρ με επιθέσεις όλο και πιο τολμηρές, όλο και πιο αιματηρές. Η απάντηση των Ναξαλιτών ήταν εξίσου καταστροφική. Τον Φεβρουάριο, ανατίναξαν φορτηγά που μετέφεραν μέλη της Σάλβα Τζούντουμ, σκοτώνοντας πάνω από 50 άτομα. Φέτος, η σύγκρουση εκτιμάται πως έχει κοστίσει πάνω από 150 ζωές.

Στις περιοχές που ελέγχει η πολιτοφυλακή, έφηβοι με τόξα και βέλη φυλούν τα σημεία ελέγχου και παραστρατιωτικοί επιτηρούν τα στρατόπεδα προσφύγων. Οι ιθαγενείς λένε ότι δεν πρόκειται για στρατόπεδα προσφύγων αλλά για φυλακές. Οι τρόφιμοί τους λένε ότι πλήθη φιλοκυβερνητικών εισέβαλαν στο χωριό τους, με την υποστήριξη οπλισμένων στρατιωτών, που άνοιξαν πυρ σε «σπίτια Ναξαλιτών». Οτι οι αντάρτες δεν μπορούσαν να επικρατήσουν και έφυγαν. Και μόλις η περιοχή «καθαρίστηκε», τα σπίτια που χρησιμοποιούσαν οι αντάρτες καταστράφηκαν και οι ιδιοκτήτες τους μεταφέρθηκαν στα στρατόπεδα.