ΚΟΣΜΟΣ

Εnron: Ο αυτοκράτορας ήταν γυμνός…

Οι καταθέσεις στη δίκη εις βάρος των στελεχών της ΕnroΚένεθ Λ. Λέι και του Τζέφρι Κ. Σκίλινγκ, που ακούστηκαν επί 56 μέρες, επισφράγισαν την ετυμηγορία της Ιστορίας στην υπόθεση, μια ετυμηγορία η οποία είναι απίθανο να αποδειχθεί ευάλωτη σε εφέσεις. Οι κατηγορίες για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι επισείουν ώς και 20ετή κάθειρξη. Ετσι, το σκάνδαλο Εnroθα αποτελεί εις το εξής την ύστατη ανάμνηση μιας εποχής παραφροσύνης των χρηματαγορών, μια περίοδο στα τέλη της δεκαετίας του ’90, κατά την οποία η αυτοπεποίθηση και η χειραγώγηση υποκατέστησαν την οικονομική ανάλυση και τα συνεπή επιχειρηματικά μοντέλα. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί κατέρρευσαν και η διοίκηση διελύθη στα εξ ων συνετέθη, καθώς η οίηση επικράτησε της συνετής κρίσης, επιτρέποντας σε ανώτατα στελέχη να παραμερίσουν τους επικριτές τους.

Πράγματι, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως το σημαντικότερο δίδαγμα της δίκης δεν αφορούσε τόσο το κατά πόσον οι κατηγορούμενοι, αμφότεροι στελέχη της Enron, διέπραξαν τα εγκλήματα τα οποία τους είχαν αποδοθεί. Αντίθετα, οι μαρτυρίες και τα έγγραφα που έγιναν δεκτά σκιαγράφησαν ένα πλήρες και ενοχλητικό πορτρέτο της επιχειρηματικής κουλτούρας, δηλητηριασμένης από την ύβρι, που οδήγησε τελικά σε απερισκεψίες, οι οποίες λίγο έλειψαν να θέσουν σε κίνδυνο την επιβίωση της επιχείρησης.

Απάτη ή σύμβολο;

«Η Εnroείναι μια από τις μεγάλες απάτες στην αμερικανική επιχειρηματική ιστορία», πιστεύει ο Τζέιμς Ποστ, καθηγητής διοίκησης επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. «Είναι όμως επίσης σύμβολο μιας συγκεκριμένης εποχής στον τομέα της διαχείρισης. Οι υπερβολές της αποκαλύπτουν ευκρινώς όσα συνέβαιναν σε εταιρείες κατά μήκος του επιχειρηματικού τοπίου στη δεκαετία του 90», συμπληρώνει. Ισως μάλιστα από την υπόθεση αυτή να προκύψει πώς και γιατί η επιχειρηματική Αμερική μπολιάστηκε κατά τη δεκαετία του ’90 από μια τεράστια ποσότητα απληστίας και εγκληματικότητας, οδηγώντας σε σκάνδαλα μια σειρά επιχειρηματικών κολοσσών, από την Εnroώς τη WorldCom και από την Adlephia ώς τη HealthSouth. Δεν ήταν μόνο ότι εν μια νυκτί μετεβλήθη η ηθική υπόσταση του επιχειρηματικού κόσμου· η διογκούμενη «φούσκα» στις τιμές των μετοχών δημιούργησε στα στελέχη των εταιρειών την ψευδαίσθηση ότι είναι αήττητοι. Ακολούθως η έπαρση έδωσε τη θέση της στην απερισκεψία και αυτή με τη σειρά της άνοιξε την πόρτα στην εγκληματική δράση. Η Πόλα Ρίκερ, υπεύθυνη για τις σχέσεις της εταιρείας με τους μετόχους, περιέγραψε πόσο φοβόταν να διορθώσει τον κατηγορούμενο Τζέφρι Σκίλινγκ, όταν εκείνος παρουσίαζε ψευδή στοιχεία στους επενδυτές.

Ο Βινς Καμίνσκι, αναλυτής στον τομέα των επισφαλών επενδύσεων, πλειοδότησε, περιγράφοντας πόσο δύσκολο ήταν να αντικρούσει τον Σκίλινγκ, καθώς η Εnroκυριαρχούσε στην αγορά. Ο ταμίας Μπεν Γκλίζαν Τζούνιορ παρομοίασε την κατάσταση με το παραμύθι «Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα», αφού ουδείς τολμούσε να αμφισβητήσει τις επιχειρηματικές επιλογές της διοίκησης.

Η προσοχή προς ζωτικής σημασίας στοιχεία της επιχείρησης -τα προγράμματα δανειοληπτικής ωριμότητας, η ρευστοποίηση, τα επενδυτικά ρίσκα- είχε περάσει σε δεύτερη μοίρα στη συνείδηση των ανώτατων κλιμακίων της διοίκησης. Αντιθέτως, έμφαση είχε δοθεί στην πώληση της εικόνας, όχι μόνο της εταιρείας, αλλά και των ίδιων των στελεχών. Ηταν μια προσέγγιση που είχε μεγάλη επιτυχία και αποτέλεσε αντικείμενο μίμησης από ολόκληρη την επιχειρηματική Αμερική. Στο τέλος, αν και πολλοί πιστεύουν ότι η υπόθεση είχε να κάνει με την κατάρρευση της εταιρείας, η δίκη ελάχιστη σχέση είχε με τις κατηγορίες. Στις τελικές αγορεύσεις η κυβέρνηση φρόντισε να διαχωρίσει σαφώς τις κατηγορίες από την ευθύνη για την κατάρρευση της Εnron.

Η κατάθεση άφησε πολύ περισσότερο να εννοηθεί πως η χρεοκοπία οφειλόταν στη φρενήρη πορεία μιας εταιρίας που απώλεσε τον έλεγχο εξαιτίας στελεχών τα οποία εξωθούσαν τις συμφωνίες στις παρυφές της νομιμότητας, αφού οι αμφιλεγόμενες συναλλαγές ελάχιστα αναθεωρούνταν και επιβλέπονταν μετά τη σύναψή τους. Οι δύο κατηγορούμενοι παρουσίαζαν ένα επιχειρηματικό πλοίο, στο οποίο όλα παρέμεναν σταθερά και ασφαλή. Ομως, από τις μαρτυρίες που ακούσαμε στη διάρκεια της δίκης, προκύπτει ότι τα στελέχη της επιχείρησης δεν μπορούσαν καν να συμφωνήσουν ποιος ήταν ο χαρακτήρας και το έργο της Enron. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εταιρεία αποκόμισε τα περισσότερα των κερδών της από συμβόλαια φυσικού αερίου. Ωστόσο εμπορικές επιχειρήσεις σπάνια επιτυγχάνουν εκτόξευση της τιμής της μετοχής τους. Ετσι κάποια στελέχη αντιμετώπισαν την επιχείρηση ως εταιρεία παροχής ολοκληρωμένων υπηρεσιών στον τομέα, για να δικαιολογήσουν τη χρηματιστηριακή της αξία.

Απερίσκεπτη πορεία

Οι νέες ταμπέλες στο παλιό κρασί δεν άλλαξαν την επιχειρηματική συμπεριφορά των στελεχών της. Οι περισσότερες εμπορικές επιχειρήσεις, γνωρίζοντας ότι μια αιφνιδιαστική κατάρρευση των αγορών μπορεί να εξανεμίσει τα διαθέσιμα κεφάλαια, φρόντιζαν να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα. Η Εnroπροτίμησε να συνεχίσει την απερίσκεπτη πορεία της με την πεποίθηση ότι η κακή μέρα δεν θα ξημερώσει. Αυτή η σκέψη επέτρεψε την αποδέσμευση κεφαλαίων και τον δανεισμό, κατευθύνοντας την αναπτυξιακή στρατηγική της επιχείρησης σε νέα επιχειρηματικά μονοπάτια. Ολα τους οδηγούσαν σε βάραθρα. Στη διάρκεια της δίκης υπήρξαν επανειλημμένες καταθέσεις για τις καταστροφικές επενδύσεις σε διεθνείς ενεργειακούς σταθμούς και επιχειρήσεις ύδρευσης, που οδήγησαν στην απόκτηση υποδομής αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, καθιστώντας την Εnroένα οικονομικό άλμπατρος, με πλατιά φτερά και ασταθή, πήλινα πόδια.

Το αποτέλεσμα ήταν πως μόλις η εταιρεία βρέθηκε αντιμέτωπη με την κρίση, συνειδητοποίησε πως ήταν ανίκανη να αναχαιτίσει οικονομικά την καταιγίδα. Οι πιστωτικές αντλίες είχαν στεγνώσει, ελάχιστα ακίνητα είχαν την απαραίτητη αξία για πρόσθετο δανεισμό και η αναγκαία ρευστοποίηση εξαντλήθηκε ταχύτατα. Ο συνδυασμός αυτών των παραγόντων οδήγησαν την Εnroστην κατάρρευση.

«Η απληστία τυφλώνει»

Φαίνεται ότι τα διδάγματα περί ποιοτικής διαχείρισης και της σοβαρότητάς της ή περί των ισχυρών οικονομικών δεικτών, παράγοντες χάρη στους οποίους αποφεύγονται τα σκάνδαλα, δεν πήγαν χαμένα για το μεγάλο ακροατήριο με το ειδικό βάρος, που απαρτίζουν οι διευθύνοντες σύμβουλοι και τα στελέχη της επιχειρηματικής Αμερικής ή οι κυβερνητικοί ελεγκτές που τους εποπτεύουν.

«Ορισμένοι πιστεύουν ότι αυτό είναι το τέλος μιας εποχής, αλλά δεν συμμερίζομαι την άποψή τους», λέει ο Τζορτζ Σταμπουλίδης, ο οποίος διορίστηκε στη Merrill Lynch στο πλαίσιο του συμβιβασμού της εταιρείας σε μία υπόθεση, στην οποία είχε εμπλακεί η Enron. «Απλώς με αφορμή την Enron, η κυβέρνηση, τα Δ.Σ. και οι επενδυτές παρακινούνται να εντείνουν τις πιέσεις για μεγαλύτερη διαφάνεια και καλύτερη διαχείριση, ώστε οι εταιρείες να λογοδοτούν στους μετόχους και τους ελεγκτές», συμπληρώνει. Οι συνεχιζόμενες αυτές προσπάθειες θα έπρεπε κανονικά να εμποδίσουν την επανεμφάνιση τέτοιων φαινομένων στο επιχειρηματικό τοπίο. «Ελπίζω ότι οι επιχειρήσεις διοικούνται το 2006 διαφορετικά από ό,τι τη δεκαετία του ’90», ελπίζει ο κ. Σταμπουλίδης. «Αυτό που μας διδάσκει η κοινωνική ψυχολογία είναι πως η απληστία τυφλώνει. Δυστυχώς, η απληστία δεν έχει εξαφανιστεί. Είναι εδώ, μαζί μας», αντιτείνει ο Αρθουρ Μπριφ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιου Τιουλέιν. Ισως, όμως, η Εnroνα είναι η αρχή, όχι του τέλους της απληστίας, αλλά της καθυπόταξής της.