ΚΟΣΜΟΣ

Ενα αντιπυρηνικό καταφύγιο ανοίγει τις πόρτες του

Εκεί που τελειώνει ο γεμάτος στροφές δρόμος, αφού διασχίσει πολλές χιλιάδες στρέμματα αμπελώνες, βρίσκεται σκαμμένο στα σωθικά του λόφου ένα από τα πιο καλά φυλαγμένα μυστικά της πάλαι ποτέ δυτικής Γερμανίας. Πρόκειται για ένα πελώριο υπόγειο καταφύγιο, ένα σωστό μπούνκερ, όπου επρόκειτο να καταφύγει η κυβέρνηση της χώρας σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου.

Η κλειστή πόρτα του άνοιξε την εβδομάδα που πέρασε, όταν η κυβέρνηση της ενιαίας πια Γερμανίας αποφάσισε ότι θα μετατρέψει τον χώρο σε μουσείο. «Πολλοί επιθυμούν να δουν πώς είναι αυτό το μυστικό υπόγειο οικοδόμημα», εξηγεί ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Πολεοδομικής Αρχής, κ. Φλοριάν Μάουσμπαχ, που επιβλέπει τη μετατροπή. «Κι εμένα μου έκανε τρομερή εντύπωση η αντίθεση μεταξύ του ειδυλλιακού τοπίου και του εφιαλτικού εσωτερικού του μπούνκερ».

Δαιδαλώδες

Και πράγματι, το δαιδαλώδες εσωτερικό θυμίζει τα σκηνικά της ταινίας του dr Stangelove, αφού βέβαια έχουν σβήσει οι προβολείς. Στην είσοδο υπάρχει μια σειρά ειδικών χώρων απολύμανσης των εισερχομένων, ενώ τεράστια ολόμαυρα χωνιά στους τοίχους είναι έτοιμα να ηχήσουν, να προειδοποιήσουν τους παρευρισκόμενους ότι οι θύρες -βάρους είκοσι πέντε τόνων εκάστη- πρόκειται να κλείσουν, αφήνοντας έξω τον πυρηνικό όλεθρο. Παντού υπάρχουν προειδοποιητικές πινακίδες, όπου αναγράφεται «lebensgefahr», δηλαδή κίνδυνος.

Το μπούνκερ άρχισε να οικοδομείται το 1960, ένα χρόνο πριν από την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου, και κόστισε 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Ολοκληρώθηκε το 1972 και αποτελείται συνολικά από σήραγγες συνολικού μήκους 19,2 χιλιομέτρων, 936 υπνοδωμάτια, 897 γραφεία και πέντε μικρά νοσοκομεία. Χωρίζεται σε πέντε τομείς, με ανεξάρτητα δίκτυα παροχής ύδατος και ηλεκτρισμού. Το σύμπλεγμα διέθετε ότι χρειαζόταν ώστε να μπορούν να επιβιώσουν εκεί, αποκομμένοι από τον έξω κόσμο, τρεις χιλιάδες άνθρωποι επί τριάντα ημέρες μετά την επίθεση με πυρηνικά. Ανάμεσά τους είχε προβλεφθεί ότι θα βρισκόταν και ο Γερμανός καγκελάριος, ο οποίος, εξάλλου, μπορούσε να βρεθεί εκεί μέσα σε λίγο χρόνο, εγκαταλείποντας τη Βόννη, πρωτεύουσα της τότε δυτικής Γερμανίας. Προστατευμένο με συρματοπλέγματα κρυμμένα στα αμπέλια, το μπούνκερ υπήρξε ίσως το πιο καλά φυλαγμένο μυστικό του Ψυχρού Πολέμου.

Ομως, μετά τη λήξη του πολέμου, αποδείχθηκε ένα πολύ ακριβό και μάλλον άχρηστο παιχνίδι. Απλά και μόνο η συντήρησή του κόστιζε 14 εκατομμύρια δολάρια ετησίως και απαιτούσε αδιάκοπη εργασία 180 υπαλλήλων. Γι’ αυτό τον λόγο η γερμανική κυβέρνηση το εγκατέλειψε στην τύχη του το 1997. Ταυτόχρονα, ιδιωτικοί φορείς προτείναν διάφορες εναλλακτικές χρήσεις που θα μπορούσαν να αποβούν κερδοφόρες, όπως τη μετατροπή του σε λούνα παρκ, σε εστιατόριο, ντισκοτέκ ή ακόμα και σε χώρο καλλιέργειας μανιταριών. Ωστόσο, η κυβέρνηση αποφάσισε την εκκένωση του χώρου από τα υπάρχοντα και τη σφράγιση των τούνελ.

Το τρομοκρατικό πλήγμα του Σεπτεμβρίου του 2001 σταμάτησε για λίγο τις εργασίες κατεδάφισης του καταφυγίου, καθώς η γερμανική κυβέρνηση θεώρησε ότι τελικά ίσως να ήταν σώφρων πράξη η διατήρησή του.

Τελικά, σύμφωνα με τον κ. Μάουσμπεχ της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Πολεοδομίας, καλύτερη λύση αποδείχθηκε η διατήρηση ενός τμήματος του μπούνκερ στη «φυσική του κατάσταση», ακριβώς όπως θα ήταν αν φιλοξενούσε τους κυβερνητικούς επιτελείς την ώρα Μηδέν. Σε συνεργασία με το ιστορικό μουσείο της Βόννης, το Haus der Geschichte, η κυβέρνηση ετοιμάζει έκθεση στην οποία θα καταγράφονται όχι μόνο οι ψυχροπολεμικές χρήσεις του καταφυγίου, αλλά και η προτεραία ιστορία του.

Στη Ρηνανία

Οι σήραγγες, αξίζει να σημειωθεί, χρονολογούνται πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν αποτελούσαν μέρος σιδηροδρομικού δικτύου που συνέδεε τη βιομηχανική Ρηνανία με τη Γαλλία. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ναζί μετέτρεψαν τις στοές σε βιομηχανία κατασκευής όπλων, όπου μόχθησαν και έχασαν τη ζωή τους κρατούμενοι του στρατοπέδου συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ.

«Δεν υπάρχει άλλο σύμπλεγμα που να εκπροσωπεί τελειότερα την ιστορία της Γερμανίας κατά τον 20ό αιώνα», εξηγεί ο Γιούργκεν Ράιχε, έφορος του Ηaus of Geschichte.

Βέβαια, για τους κατοίκους ετούτης της γωνίας της Ρηνανίας, η κατάσταση δεν είναι τόσο απλή και η παρουσία του υπόγειου καταφυγίου δεν είναι απαραίτητα κακή.

Ο Πολ Γκρος, τεχνικός, ζει σε τούτο τον τόπο τα τελευταία 36 χρόνια. Ο ίδιος θυμάται ότι η ατμόσφαιρα στα έγκατα του λόφου θύμιζε περισσότερο οικογενειακή συνάθροιση παρά τόπο εργασίας. Μαζί με τους συναδέλφους του, ο Πολ διέσχιζε σε καθημερινή βάση τις σήραγγες με το ποδήλατό του ή με μικρά ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα. Κάθε δύο χρόνια, η κυβέρνηση δοκίμαζε τα συστήματα, φιλοξενώντας δύο χιλιάδες άτομα επί δύο εβδομάδες.

Ομως, η εργασία σε μια τοποθεσία που παρέμενε επτασφράγιστο μυστικό για τους πολλούς είχε το τίμημά της. Ο κ. Γκρος, που σήμερα είναι 65 ετών, θυμάται ότι δεν μπορούσε να μιλήσει σε κανέναν για τη δουλειά του, να αποκαλύψει τι γνώριζε ή τι έκανε. Δεν έλεγε κουβέντα, ούτε στους συγγενείς. «Ο κόσμος ήθελε πάντα να μάθει πόσο μεγάλο ήταν το καταφύγιο, αν οι σήραγγες έφταναν μέχρι τη Βόννη, τι κάναμε εμείς», θυμάται σήμερα. «Δεν μπορούσαμε όμως να αποκαλύψουμε τίποτα».

Αν και οι εργαζόμενοι, οι εργάτες και όσοι φρόντιζαν τη συντήρηση του μπούνκερ διέθεταν εγγυημένη θέση εκεί σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, δεν ίσχυε το ίδιο για τις οικογένειές τους. Αυτό προκαλούσε άγχος σε πολλούς από τους συναδέλφους του κ. Γκρος, όχι όμως και στον ίδιο, που θεωρούσε, ούτως η άλλως, αμελητέα την πιθανότητα πυρηνικού ολοκαυτώματος.

Σήμερα, καθώς ο κ. Γκρος ανάβει τον φακό του και φωτίζει τη θεοσκότεινη σήραγγα που απλώνεται προς το πουθενά, ομολογεί ότι λυπάται που ο κόσμος δεν θα μπορέσει να απολαύσει μεγαλύτερο κομμάτι αυτού του κρυμμένου μυστικού κόσμου.

«Δυστυχώς το σκέφτηκαν κάπως αργά. Ηταν, ομολογουμένως, πολύ σκληρό να βλέπουμε τα πράγματα που φροντίζαμε με τόση επιμέλεια να καταστρέφονται».