ΚΟΣΜΟΣ

Ο νέος Αμερικανός υπουργός Αμυνας αντιμέτωπος με το χάος στο Ιράκ

Το χάος του πολέμου στο Ιράκ είναι η κυριότερη από τις εκκρεμότητες που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο νέος υπουργός Αμυνας, Ρόμπερτ Γκέιτς. Θα αναλάβει το δύσκολο έργο να σταματήσει την κατάρρευση της αμερικανικής στρατηγικής τώρα που έχουν περιορισθεί τα περιθώρια ελιγμών του προέδρου μετά τη συντριπτική νίκη των Δημοκρατικών και εξαιτίας της ανεξέλεγκτης θρησκευτικής βίας στο Ιράκ.

Χωρίς εμπειρία και στήριξη

Ο κ. Γκέιτς αναλαμβάνει χωρίς εμπειρία από τη διοίκηση της τεράστιας αμερικανικής στρατιωτικής μηχανής και τη διεξαγωγή μεγάλου πολέμου αλλά και χωρίς ευρεία πολιτική υποστήριξη. Διαθέτει μόνο τη γνώση τού πώς να προωθεί μια αμφιλεγόμενη πολιτική, όπως η εκστρατεία του Ρόναλντ Ρέιγκαν κατά των Σαντινίστας στη Νικαράγουα τη δεκαετία του 1980, και στενές σχέσεις με τον πατέρα του Αμερικανού προέδρου. Ηταν ο πατέρας του σημερινού προέδρου των ΗΠΑ που τον διόρισε στη σημαντικότερη θέση του, επικεφαλής της CIA. Ο στοιχειώδης ρεαλισμός καταδεικνύει ότι το Ιράκ βρίσκεται σε σημείο καμπής. Ανάλογη ήταν η κατάσταση πριν από 41 χρόνια, όταν ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον αντιμετώπιζε το θλιβερό ενδεχόμενο μιας κατάρρευσης των συμμάχων του Νοτιοκορεατών στη Σαϊγκόν. Ηταν το 1965 και ο Τζόνσον είχε μόλις επανεκλεγεί πρόεδρος υπερισχύοντας του γερουσιαστή Μπάρι Γκολντγουότερ με την υπόσχεση να μη στείλει τα αγόρια της Αμερικής να πολεμήσουν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά σ’ έναν πόλεμο που αφορά την Ασία. Επρεπε να διαλέξει ανάμεσα σε μια ήττα ή μια επέκταση του πολέμου. Επέλεξε το δεύτερο.

Τρία χρόνια αργότερα, το 1968 ο Ρόμπερτ Γκέιτς προσεχώρησε στη CIA. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών, Γουίλιαμ Κάσεϊ, τον επέλεξε για αναπληρωτή διευθυντή της CIA όταν η υπηρεσία προωθούσε τον στρατό τον Κόντρας για να υπονομεύσει την κυβέρνηση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, κάτι που ουδέποτε παραδέχθηκαν δημοσίως ο Ρέιγκαν και ο Κάσεϊ. Οι Κόντρας ήσαν ακριβοί και αναποτελεσματικοί.

Η κοινή γνώμη ήταν εναντίον του πολέμου και τελικά το Κογκρέσο ψήφισε την τροπολογία Μπόλαντ, με την οποία εμπόδιζε κάθε περαιτέρω δαπάνη για τον πόλεμο. Ο κ. Γκέιτς κατέθεσε ότι δεν γνώριζε τι έκανε ο προϊστάμενός του και ο εισαγγελέας που είχε αναλάβει το σκάνδαλο Ιράν-Κόντρας δεν κατόρθωσε ποτέ να αποδείξει το αντίθετο. Ετσι, όχι μόνον απέφυγε τη δίωξη, αλλά κέρδισε την εμπιστοσύνη δύο προέδρων, που τον πρότειναν για αρχηγό της CΙΑ.

Το δίλημμα της Ουάσιγκτον

Σήμερα, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει ένα δίλημμα σχεδόν εξίσου δυσεπίλυτο. Ο κ. Γκέιτς διετέλεσε επί εννέα μήνες μέλος της ομάδας μελέτης του Ιράκ. Η αποχώρηση θα ήταν η απλούστερη λύση, αλλά κανείς δεν θέλει να αναλάβει την ευθύνη για το τι θα ακολουθήσει. Ο πρόεδρος έχει αποκλείσει την παραμονή με την τακτική που τηρείτο έως τώρα. Η νίκη επί των ανταρτών είναι μόνον ένα μέρος της πρόκλησης. Θα είναι δυσκολότερο να αναχαιτισθούν ή να διαλυθούν οι παραστρατιωτικές οργανώσεις των σιιτών χωρίς να εκδηλωθεί πόλεμος ανάμεσα σ’ αυτούς και τις αμερικανικές δυνάμεις. Διαγράφεται μια σύγκρουση που είναι εξίσου αδύνατον να καταλήξει σε νίκη των αμερικανικών δυνάμεων όσο και ο πόλεμος στο Βιετνάμ. Οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν μεν τις εκλογές, αλλά ο πρόεδρος δεν είναι πρόθυμος να δεχθεί οτιδήποτε θα έμοιαζε με ήττα.

Η ετυμηγορία των εκλογών ήταν σαφής. Η κοινή γνώμη θέλει να αφήσουμε τους Ιρακινούς να χειριστούν μόνοι τους τα προβλήματά τους στο εξής και να αρχίσουμε να φέρνουμε πίσω τους στρατιώτες μας. Αλλά δεν θέλει το ίδιο και ο πρόεδρος Μπους γι’ αυτό και θα διεξαχθούν πολλές μάχες για το θέμα του Ιράκ μέχρι την τελευταία ημέρα της θητείας του προέδρου.