ΚΟΣΜΟΣ

Το διπλό μήνυμα της επίσκεψης

Ενα ακόμα παπικό ταξίδι, ίσως το πλέον πολυσυζητημένο, ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄, εμφανώς συγκρατημένος από την πρώτη στιγμή και καθόλη τη διάρκεια της παρουσίας του στην Τουρκία, πραγματοποίησε τον στόχο του, να εκφράσει τον σεβασμό και την αδελφική αγάπη της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας επισκεπτόμενος την πρωτόθρονη Εκκλησία της Ορθοδοξίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Παράλληλα, ανεξάρτητα από τις συνθήκες που ίσως τον «υποχρέωσαν», υπογράμμισε και το ενδιαφέρον του για την ανάγκη επικοινωνίας με το Ισλάμ. Εστω κι αν η τουρκική σουνιτική εκδοχή ενός «εκκοσμικευμένου και κρατικοποιημένου» Ισλάμ αποτελεί στην καλύτερη περίπτωση παράδειγμα προς αποφυγήν για ένα σημαντικό μέρος του μουσουλμανικού -και δη του αραβικού- κόσμου. Μια πρώτη, λοιπόν, προσπάθεια αποτίμησης της παπικής επισκέψεως καταγράφει ικανοποίηση όλων των εμπλεκομένων πλευρών, δηλαδή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του Βατικανού αλλά και της τουρκικής ισλαμικής κυβέρνησης του κ. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η πορεία προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Η επίσκεψη στο Φανάρι και η συνάντηση με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο ήταν ο αντικειμενικός -και αποκλειστικός αρχικά- σκοπός του παπικού ταξιδιού. Μια συμβολική κίνηση στο πλαίσιο της επαναπροσέγγισης δυτικού και ανατολικού χριστιανισμού που ξεκίνησε ουσιαστικά μετά την ιστορική συνάντηση του Πάπα Παύλου ΣΤ΄ με τον Πατριάρχη Αθηναγόρα το 1964 στα Ιεροσόλυμα. Τα βήματα επαναπροσέγγισης συνεχίστηκαν, παρά τις κατά καιρούς έντονες δυσκολίες που ανέκυψαν στο πλαίσιο του επίσημου θεολογικού διαλόγου.

Σήμερα, έπειτα από 42 χρόνια προσπαθειών, οι δύο Εκκλησίες επαναβεβαιώνουν τη βούλησή τους να συνεχίσουν τον δύσκολο δρόμο, με στόχο την ενότητα του Χριστιανισμού. «Η αδελφική συνάντηση των δύο Αρχηγών Εκκλησιών ανανεώνει τη δέσμευσή τους να εργασθούν για την αποκατάσταση της πλήρους ενότητας μεταξύ των δύο Εκκλησιών, η οποία αποτελεί θέλημα και επιταγή του Θεού» υπογραμμίζουν στην κοινή διακήρυξη που υπέγραψαν, την Πέμπτη το μεσημέρι, στην αίθουσα του Πατριαρχικού Θρόνου, Βενέδικτος και Βαρθολομαίος. «Απευθύνουν έκκλησιν προς τους πιστούς αμφοτέρων των Εκκλησιών να εντείνουν τις προσευχές και τις προσπάθειές τους για την προώθηση της ενότητας των Εκκλησιών».

Το χρέος των δύο Εκκλησιών

Επισημαίνουν το χρέος της Εκκλησίας να μεταφέρει το μήνυμα του Ευαγγελίου στον σύγχρονο κόσμο και μάλιστα στις λεγόμενες χριστιανικές χώρες, όπου παρατηρείται έξαρση της εκκοσμίκευσης, του σχετικισμού και αυτού ακόμη του μηδενισμού, ιδιαίτερα στη Δύση. Η κοινή κληρονομιά των παραδόσεων των δύο Εκκλησιών πρέπει να λάβει υπόψη τις σύγχρονες πολιτισμικές τάσεις, τις αναζητήσεις και τα προβλήματα του ανθρώπου σήμερα» επισημαίνεται στη διακήρυξη των δύο προκαθημένων.

Τα υψωμένα χέρια, σφιγμένα σε μια γροθιά, των Βαρθολομαίου και Βενέδικτου, αποτέλεσαν ένα ισχυρό μήνυμα προς όλους, στον χριστιανικό κόσμο αλλά και προς την Τουρκία, για την αλληλεγγύη και την αλληλοϋποστήριξη των Εκκλησιών της πρεσβυτέρας και της νέας Ρώμης. Ενα μήνυμα που συμπυκνώνεται στην αναφορά των δύο προκαθημένων, στην κοινή διακήρυξή τους για την πορεία της ενωμένης Ευρώπης. «Οι πρωταγωνιστές της μεγάλης αυτής προσπάθειας ασφαλώς θα λάβουν υπόψη όλα όσα άπτονται του ανθρωπίνου προσώπου και των αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του, ιδίως τη θρησκευτική ελευθερία, η οποία είναι απόδειξη και εγγύηση του σεβασμού κάθε άλλης ελευθερίας. Σε κάθε πρωτοβουλία ένωσης πρέπει να προστατεύονται οι μειονότητες με τις πολιτισμικές παραδόσεις και τις θρησκευτικές ιδιαιτερότητές τους». Με απόλυτη σαφήνεια δε, καλούν Ρωμαιοκαθολικούς και Ορθοδόξους να αναλάβουν από κοινού δράση υπέρ του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ενίσχυση του Πατριαρχείου

Το Φανάρι έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένο, γιατί εκτός από την ενίσχυση του διαχριστιανικού διαλόγου υπογραμμίσθηκε και η οικουμενική διάσταση του ρόλου του. Ενα γεγονός σημαντικό για τη θέση του όχι τόσο στον χριστιανικό κόσμο, που είναι ιστορικά και εκκλησιαστικά κατοχυρωμένη, αλλά κυρίως -λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών- στην «ευρωπαϊκή» Τουρκία.

Παράλληλα, σε πανορθόδοξο επίπεδο η επίσκεψη του Πάπα στην πρωτόθρονη Εκκλησία της Ορθοδοξίας τονίζει τους ιδιαίτερους δεσμούς αδελφότητας της πρεσβυτέρας με τη νέα Ρώμη, η οποία αναγνωρίζεται ως βασικός εκφραστής της Ορθοδοξίας.

Η «πύρρειος νίκη Ερντογάν»

Η ισλαμική κυβέρνηση και το βαθύ κράτος της Τουρκίας πέτυχαν να αποδείξουν στην Ευρώπη τα φιλόξενα αισθήματα του τουρκικού λαού απέναντι σ’ έναν θρησκευτικό ηγέτη που έθιξε τη μουσουλμανική πίστη τους. Εστω κι αν χρειάσθηκε να κινητοποιήσει περισσότερους από 20 χιλιάδες αστυνομικούς σε μια πρωτοφανή επιχείρηση που παρέλυσε τις πόλεις που επισκέφθηκε ο Βενέδικτος. Παράλληλα, η κυβέρνηση Ερντογάν έδειξε στους Τούρκους ισλαμιστές αλλά και στους μουσουλμάνους του κόσμου ότι μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντα του Ισλάμ υποχρεώνοντας ακόμα και τον «αλάθητο» Πάπα να ζητήσει ουσιαστικά συγγνώμη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η «ταπεινωτική» στάση του Τούρκου πρωθυπουργού απέναντι στον προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, τον οποίο συνάντησε τελικά για λίγα λεπτά στο αεροδρόμιο της Αγκυρας! Στη συνάντηση αυτή, ο κ. Ερντογάν, απέσπασε -κατά δήλωσή του- τη στήριξη του Βατικανού στο ευρωπαϊκό εγχείρημα της Τουρκίας. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Αγκυρα κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να αποπροσανατολίσει τη διεθνή κοινή γνώμη από τον βασικό σκοπό του παπικού ταξιδιού. Η επίσκεψη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και η συνάντηση Βενέδικτου – Βαρθολομαίου προβλήθηκε πολύ λιγότερο από την επίσκεψη του Πάπα στο Μπλε Τζαμί. Οι πρόσφατες δηλώσεις Βενέδικτου, οι «αυθόρμητες» αντιδράσεις των Τούρκων εθνικιστών και η σκληρή στάση της τουρκικής κυβέρνησης «έριξαν» το βάρος στον διάλογο Χριστιανισμού – Ισλάμ σε μια σαφή προσπάθεια να μην προβληθεί ο οικουμενικός χαρακτήρας του Πατριαρχείου.

Τα οφέλη για το Βατικανό

Ο Βενέδικτος ΙΣΤ΄ πέτυχε να υλοποιήσει τον αντικειμενικό σκοπό του ταξιδιού του στην Τουρκία -που ήταν να επισκεφθεί το Φανάρι- στηρίζοντας ταυτόχρονα το βαλλόμενο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μια στήριξη που προσφέρθηκε από την πρεσβυτέρα Ρώμη χωρίς να ζητηθεί κανενός είδους «υποταγή», όπως συνέβη πριν από σχεδόν 600 χρόνια, αλλά στο πλαίσιο της αδελφικής αγάπης μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Η στήριξη αυτή, ωστόσο, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα εξαιτίας της πολιτικοθρησκευτικής δύναμης και επιρροής που διαθέτει η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία αριθμεί περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο πιστούς. Ταυτόχρονα, ο Πάπας είχε την ευκαιρία να θέσει στην ατζέντα των συνομιλιών του με την τουρκική πολιτική και πολιτειακή ηγεσία τον σεβασμό των θρησκευτικών και μειονοτικών δικαιωμάτων δίνοντας έμφαση στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ολιγάριθμη ρωμαιοκαθολική κοινότητα που ζει στη χώρα. Ενδιαφέρον που υπογράμμισε με τις λειτουργίες που τέλεσε σε ρωμαιοκαθολικούς ναούς στην Εφεσο και την Κωνσταντινούπολη. Δεν παρέλειψε μάλιστα στις επαφές που είχε στην Αγκυρα να υπενθυμίσει ότι «το τουρκικό σύνταγμα αναγνωρίζει στον κάθε πολίτη της χώρας την ελευθερία της θρησκευτικής πίστης και συνείδησης». Παράλληλα, επιχείρησε να ανατρέψει το αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί εις βάρος του στην Τουρκία λόγω παλαιότερων δηλώσεών του κατά της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας, αλλά και των αντιδράσεων που προκάλεσε η αποσπασματική προβολή μια πρόσφατης ομιλίας του στη Γερμανία στην οποία αναφέρθηκε στις απόψεις ενός βυζαντινού αυτοκράτορα για τον προφήτη Μωάμεθ και το Ισλάμ. Η «τουριστική» ξενάγησή του στην Αγία Σοφία και κυρίως η προσευχή που έκανε κατά την επίσκεψή του στο Μπλε Τζαμί καθησύχασαν τους ισλαμιστές και εν μέρει τους εθνικιστές της Τουρκίας, ενώ ταυτόχρονα εξέφρασε και τον σεβασμό του στη μουσουλμανική θρησκεία.