ΚΟΣΜΟΣ

Η μικροπρέπεια του νέου «μαζικού» σνομπισμού

Εχουμε περάσει, αναμφίβολα, σε καιρούς μαζικού σνομπισμού. Χάρη στη δημιουργικότητα των πολιτιστικών μας επιχειρηματιών, ζούμε σε μια εποχή όπου μπορούμε να μαζευόμαστε σε μεγάλες ομάδες και να κοιτάζουμε αφ’ υψηλού τους κοινωνικά, διανοητικά και πνευματικά κατωτέρους μας.

Αναδρομικά, είναι εύκολο να διακρίνεις πότε ξεκίνησε η πολιτισμική αυτή τάση. Υπάρχουν οι τηλεοπτικές εκπομπές -American Idol στις ΗΠΑ, Fame Story, Dream Show κ.ο.κ. αλλού- που επιτρέπουν σε εκατομμύρια θεατές να παρακολουθούν διάφορους τηλεαστέρες να γελοιοποιούν ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν πόσο ατάλαντοι είναι. Ακόμα και στο Daily Show (αμερικανική κωμική εκπομπή που μεταδίδεται και στην Ελλάδα από τον ΣΚΑΪ) υπάρχει ένα τμήμα του προγράμματος όπου ρεπόρτερ βγαίνουν και παίρνουν συνεντεύξεις από διάφορα ψώνια που πιστεύουν ότι τους απήγαγαν εξωγήινοι ή κάτι παρόμοιο.

Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει και άλλους προδρόμους αυτής της τάσης: μαγκαζίνο και τοκ-σόου εκπαίδευσαν επαγγελματίες της τηλεόρασης να χρησιμοποιούν τη δύναμη της ενέδρας και του μοντάζ για να κυριαρχούν στα αδαή ως προς τα τηλεοπτικά κόλπα θύματά τους· ταινίες τύπου «νεανική κωμωδία της χοντρής πλάκας» ή «φάρσα με ηλίθιους» που εθίζουν το κοινό σε ένα μείγμα φρικαλεοτήτων και γέλιου. Η κορωνίδα, όμως, όλων αυτών είναι το φιλμ που παίζεται αυτό τον καιρό στους κινηματογράφους, ο «Μπόρατ», ένα εκρηκτικά αστείο ψευδοντοκιμαντέρ ενορχηστρωμένο από έναν ταλαντούχο τραμπούκο.

Η ιδιοφυΐα του Σάσα Μπάρον Κοέν έγκειται στον δουλοπρεπή σεβασμό του για το κοινό του, στην άρνησή του να προκαλέσει τις ιερές αγελάδες της μορφωμένης μπουρζουαζίας. Στη διάρκεια της ταινίας, ο Μπόρατ γελοιοποιεί Πεντηκοστιανούς, κατόχους όπλων, πωλητές αυτοκινήτων, αφελή κολεγιόπαιδα, φεμινίστριες χωρίς χιούμορ, αγαθιάρηδες χωρικούς, αγροίκους θιασώτες των αγώνων ροντέο. Κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί πιο ασφαλή λίστα.

Ο Κοέν καταλαβαίνει πως όταν λες σε κοινωνικά ανασφαλείς θεατές ότι είναι ανώτεροι από τους συμπολίτες τους δεν υπάρχει ανάγκη να επιδείξεις λεπτότητα. Καταλαβαίνει επίσης ότι οποιαδήποτε νύξη που θα αμφισβητούσε τις πολιτιστικές σταθερές των ανθρώπων που αγοράζουν εισιτήρια για την ταινία του -όπως αν γελοιοποιούσε κάποιον πελάτη των Starbucks ή του Βιολογικού Κύκλου- θα υπονόμευε μοιραία την ατμόσφαιρα αυτοϊκανοποίησης του όλου εγχειρήματος.

Ο Κοέν γνωρίζει επίσης πολύ καλά πώς να κερδίζει ένα στημένο παιχνίδι κι ύστερα να αντλεί το μάξιμουμ της ταπείνωσης από κάθε κατάσταση. Ο πυρήνας της ταινίας είναι ότι ο ίδιος και το κοινό του ξέρουν ότι παίζει ένα ρόλο και αυτό φέρνει αυτόν και τους θεατές του, σε πλεονεκτική, εξουσιαστική θέση απέναντι στα «κορόιδα» που δεν το ξέρουν. Ο κόσμος εμφανίζεται διαιρεμένος: από τη μια μεριά η λέσχη εκείνων που είναι μυημένοι στο αστείο, από την άλλη οι αμύητοι αφελείς. Οσο πιο ανεκτικοί προσπαθούν να φανούν οι «στόχοι» του Μπόρατ απέναντί του, τόσο πιο πολύ τους τραβάει στο γλιστερό μονοπάτι της γελοιοποίησης. Οσο πιο οικεία νιώθουν μαζί του, τόσο πιο εύκολα τους παρασύρει να εκφράσουν τις όποιες προκαταλήψεις τους – αντισημιτισμό, ομοφοβία, σεξιστικές αντιλήψεις. Και όσο πιο φιλόξενα πασχίζουν να φερθούν, τόσο πιο ηλίθιοι εμφανίζονται επειδή δεν έχουν καταλάβει ότι πρόκειται για φάρσα.

Ο αμερικανικός σνομπισμός

Σε μια κοινωνία τόσο ρευστή όσο των ΗΠΑ, ο σνομπισμός αλλάζει συνεχώς μορφή. Στο τελευταίο ρεύμα που έχει επικρατήσει στο τηλεοπτικό και κινηματογραφικό τοπίο, συγκλίνουν πολλά είδη. Εμείς οι Εβραίοι γνωρίζουμε τα πάντα για τον εβραϊκό σνομπισμό του Σάσα Μπάρον Κοέν – βασισμένο στην υπόθεση ότι η έλλειψη ρατσισμού της «επαρχιώτικης» Αμερικής απέναντι στους Εβραίους πρέπει να είναι φενάκη και ότι πίσω από κάθε καουμπόης της υπαίθρου ή Ροταριανό της κωμόπολης πρέπει να κρύβεται ένας Κοζάκος έτοιμος να εξαπολύσει παναμερικανικό πογκρόμ.

Υπάρχει επίσης εκείνο το ιδιαίτερο στυλ του νεανικού σνομπισμού. Τα νεαρά άτομα δεν έχουν ακόμα πραγματώσει πολλά επιτεύγματα κι έτσι συχνά νομίζουν ότι μπορούν να εξυψώσουν τον εαυτό τους τονίζοντας συνεχώς την ανωτερότητα των διανοητικών τους ικανοτήτων και των ευαισθησιών τους. Τέλος, υπάρχει και ένας «παραθαλάσσιος» αμερικανικός σνομπισμός, όταν οι κάτοικοι της ανατολικής όσο και της δυτικής ακτής των ΗΠΑ -Νέα Υόρκη, Καλιφόρνια κ.λπ.- προσπαθούν να εξιχνιάσουν τους λόγους που οι κάτοικοι της ενδοχώρας ψήφισαν τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο. Η μόνη λογική εξήγηση που πρόχειρα βρίσκουν είναι πως οι άνθρωποι αυτοί είναι ρατσιστές, θρησκόληπτοι και βλάκες που τους αξίζει να γελοιοποιηθούν.

Υποψιάζομαι ότι αυτό το κύμα σνομπισμού στο χώρο του θεάματος αηδιάζει εξίσου πολλούς ανθρώπους με εκείνους που γοητεύει. Σίγουρα, πάντως, δείχνει μια ενδιαφέρουσα αλλαγή στο πολιτιστικό τοπίο.

Πριν από ογδόντα χρόνια, τα περιοδικά του Χ.Λ. Μένκεν The Smart Set και The American Mercury, γελοιοποιούσαν τους ίδιους ακριβώς στόχους όπως οι σημερινοί πρωθιερείς του σνομπισμού: τους Ευαγγελιστές, τους χοντρόπετσους επαρχιώτες κ.λπ. (Πιστεύω ότι οι σημερινοί κωμικοί είναι πιο αστείοι από τον Μένκεν, αλλά αυτό ίσως είναι θέμα γούστου). Τότε, οι ψηλομύτες που έβλεπαν με συγκατάβαση τους άλλους ήταν μια μικρή σέκτα μορφωμένων αστών, πολύ λιγότερο δημοφιλείς από τους ρομαντικούς που δόξαζαν την αγνότητα και τη γενναιότητα του απλού ανθρώπου της αμερικανικής υπαίθρου σε ταινίες, μυθιστορήματα και τραγούδια. Τώρα, ωστόσο, το στυλ αυτό του σνομπισμού έγινε μαζικό φαινόμενο που το συναντάς παντού, από την τηλεόραση και το Διαδίκτυο έως τα μούλτιπλεξ. Εκδημοκρατίσαμε τον σνομπισμό και τον μετατρέψαμε σε καταναλωτικό προϊόν για τις «μορφωμένες» τάξεις. Η λαϊκή κουλτούρα ταξίδεψε από τα «Σταφύλια της οργής» στον Μπόρατ τον Τρομερό.