ΚΟΣΜΟΣ

Βραβείο, 63 χρόνια μετά, στην κυρία κατάσκοπο

Το πρόσωπό της κοσμούσε το Παρίσι του 1942, πάνω στις αφίσες της Γκεστάπο με τις οποίες οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής αναζητούσαν τη «γυναίκα που κούτσαινε» γιατί ήταν «η πιο επικίνδυνη από τους κατασκόπους που εργάζονταν για λογαριασμό των συμμάχων». Ηταν απαραίτητο να βρεθεί και να εξοντωθεί. Η «επικίνδυνη» αυτή γυναίκα, η Βιρτζίνια Χολ, γεννήθηκε στη Βαλτιμόρη των ΗΠΑ. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκε στη Γαλλία και στην υπηρεσία της βρετανικής κατασκοπείας. Η ελαφρά χωλότης της οφειλόταν σε κυνηγετικό ατύχημα, που είχε ως αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό του ποδιού της το 1930.

Πράκτωρ λόγω ατυχήματος

Το ατύχημα διέλυσε τα όνειρά της να γίνει «μυστική πράκτορας» των Αμερικανών, αλλά δεν την εμπόδισε να γίνει μία από τις πιο διάσημες και επιτυχημένες κατασκόπους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Χθες, έφτασε η ώρα να τιμηθεί έστω και 24 χρόνια μετά τον θάνατό της για την προσφορά της σε τελετή στην οικία του Γάλλου πρέσβη στη Ουάσιγκτον. Επειτα από τόσα χρόνια, ο Βρετανός πρέσβης θα παραδώσει στην ανιψιά της Χολ τιμητικό δίπλωμα υπογεγραμμένο από τον Βασιλιά Γεώργιο Στ΄, που θα έπρεπε να της είχε παραδοθεί το 1943, μαζί με το παράσημο της Τάξεως της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Η Βιρτζίνια Χολ ζούσε στο Παρίσι όταν εισέβαλαν οι ορδές των ναζί το 1940. Πήγε στο Λονδίνο, όπου στρατολογήθηκε από τη μυστική στρατιωτική υπηρεσία (SOE) και έγινε η πρώτη γυναίκα πράκτορας.

Με εντολή της υπηρεσίας της η Χολ ταξίδεψε στη Λιόν, όπου έγινε ψυχή της γαλλικής αντίστασης στην περιοχή. «Οποιος πράκτορας ερχόταν από το Λονδίνο περνούσε από το σπίτι της. Αυτή συντόνισε τα μέλη των αντιστασιακών οργανώσεων. Συνήθως οι πράκτορες παρέμεναν στην υπηρεσία για τρεις μήνες, αλλά η Χολ κατάφερε να μείνει 15 μήνες» λέει βιογράφος της Τζούνιθ Πίρσον.

Μετά την ανάρτηση των αφισών της Γκεστάπο, η «κυρία που κουτσαίνει», αναγκάστηκε να διαφύγει στην Ισπανία μέσω των Πυρηναίων. Κατά τη διάρκεια της περιπέτειάς της απέστειλε κωδικοποιημένο μήνυμα στους ανωτέρους της στο Λονδίνο ότι ο «Κιουμπέρ» (όπως είχε ονομάσει το ξύλινο πόδι της, την ταλαιπωρούσε. «Εάν ο Κιουμπέρ προκαλεί προβλήματα, να τον εξουδετερώσετε» ήταν η απάντηση. Προφανώς δεν κατανοούσαν τι συνέβαινε.

Οταν επέστρεψε στο Λονδίνο έγινε μέλος της αμερικανικής Υπηρεσίας Στρατηγικών Υπηρεσιών -πρόδρομος της CIA- και το 1944 επέτρεψε στη Γαλλία, μεταμφιεσμένη σε ηλικιωμένη χωρική. Εντόπισε ζώνες όπου μπορούσαν να ρίξουν οι σύμμαχοι όπλα και χρήματα στους αντιστασιακούς και στη συνέχεια συντόνισε τις κινήσεις των αντιστασιακών ομάδων, που κατέστρεψαν γέφυρες, προκάλεσαν εκτροχιασμούς τρένων και σκότωσαν δεκάδες Γερμανούς.

Παραδόξως ακόμα και μετά τον πόλεμο διατήρησε τον μανδύα της μυστικότητας που κάλυπτε τη ζωή της. Χαρακτηριστικά το παράσημο και το δίπλωμα του Βρετανού μονάρχη, που παραδόθηκε χθες στην ανιψιά της παρέμεινε σε θησαυροφυλάκιο επί μισό αιώνα καθώς η κυβέρνηση δεν μπορούσε να την εντοπίσει. Ο αρχηγός της αμερικανικής υπηρεσίας, στην οποία υπηρέτησε, της απένειμε ειδικό παράσημο διακεκριμένης υπηρεσίας το 1945, σε τελετή στην οποία ήταν παρούσα μόνο η μητέρα της. Το 1950 παντρεύτηκε τον επίσης πράκτορα της Υπηρεσίας Στρατηγικών Υπηρεσιών Πολ Γκοΐγιο και εργάστηκε για τη CIA (1951-1966), απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε.