ΚΟΣΜΟΣ

Ανθεί το σύγχρονο σκλαβοπάζαρο στη Βρετανία

Ο Νεχάντ έχει την κυρτή όψη του ανθρώπου που έζησε με τον φόβο για πολλά χρόνια. Για να ξεφύγει από αυτόν το φόβο εγκατέλειψε το Ιράκ για την Ευρώπη το 2003 με την ελπίδα μιας νέας ζωής, μακριά από τα βασανιστήρια και τις φυλακές του Σαντάμ Χουσεΐν στο βόρειο Ιράκ. Μετά τέσσερα χρόνια απορρίψεων των αιτήσεων για απόκτηση ασύλου στη Βρετανία, εξακολουθεί να ζει μέσα στον φόβο.

Η ανησυχία του είναι τέτοια, που δεν θέλησε να μου πει την ιστορία του μέσα σε καφέ, φοβούμενος ενδεχόμενους ωτακουστές κι έτσι καθίσαμε σε ένα παγκάκι. Ζαρώνει μόλις βλέπει να περνάει μια αστυνομικίνα. Μου ομολογεί ότι ποτέ δεν απαντά όταν του χτυπούν την πόρτα στο σπίτι του, στο Μπίρμιγχαμ. Οι φίλοι του τον παίρνουν τηλέφωνο πριν περάσουν να τον δουν.

Νομικό «κενό»

Γνωρίζει -καθώς οι αξιωματούχοι του υπουργείου Εσωτερικών τού το υπενθυμίζουν σε κάθε μηνιαία επίσκεψη στην υπηρεσία- ότι μπορεί ανά πάσα να απελαθεί στο Ιράκ. Μπορεί να τον αρπάξουν μέρα μεσημέρι στη μέση του δρόμου ή από το κρεβάτι του μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα. Ωστόσο, γνωρίζει πολύ καλά ότι η περίπτωσή του δεν έχει τίποτε το αξιοπερίεργο: Είναι ένας από τους μυριάδες παράνομους μετανάστες, τους οποίους το υπουργείο Εσωτερικών υπολογίζει χονδρικά στο μισό εκατομμύριο. Ζουν λάθρα σε ένα νομικό «κενό» χώρο, γέννημα της βρετανικής γραφειοκρατίας.

Ζει διαρκώς με τον φόβο της απέλασης. Χρήζει άμεσης θεραπείας λόγω προβλημάτων στα νεφρά, αλλά ενδεχόμενη επέμβαση συνεπάγεται μεγάλο διάστημα ανάρρωσης. Αλλά, εάν δεν μπορεί να δουλέψει, ποιος θα πληρώσει το ενοίκιο και το φαΐ του; Νιώθει ότι η κατάσταση του νεφρού του επιδεινώνεται. «Ηρθα εδώ για να επιβιώσω, όχι για να πεθάνω αργά», ψιθυρίζει ενώ τρέχουν δάκρυα στα μάγουλά του.

Ομολογεί πως εργάζεται στην κουζίνα ενός μαγέρικου και ζητεί ταυτόχρονα συγγνώμη γι’ αυτό. Γνωρίζει ότι δεν έχει δικαίωμα να εργάζεται, αλλά εξηγεί πως, όταν πριν από δύο χρόνια απορρίφθηκε η αίτηση ασύλου, εκδιώχθηκε από την πανσιόν για μετανάστες, όπου είχε βρει κατάλυμα, σταμάτησαν τα κουπόνια και βρέθηκε σε αδιέξοδο. Προμηθεύθηκε πλαστά χαρτιά και ο εργοδότης του δεν τον πιέζει για τα χαρτιά της κοινωνικής ασφάλισης. Ο διακανονισμός αυτός εξυπηρετεί και τους δύο. Ο Νεχάντ εισπράτει 272 ευρώ καθαρά για 40 ώρες εργασία την εβδομάδα και ο εργοδότης του αγοράζει φθηνή εργασία χωρίς πληρωμένες αναρρωτικές άδειες και δώρα γιορτών. Ο Νεχάντ θα εργάζεται ολόκληρη την περίοδο των Χριστουγέννων.

Παρ’ όλα αυτά, ο Νεχάντ θεωρεί ότι ανήκει στους τυχερούς. Ξέρει κάποιον, ο οποίος αγόρασε μια σακαράκα για 75 ευρώ, για να κοιμάται μέσα σε αυτή. Ο Νεχάντ πληρώνει νοίκι 150 ευρώ και του περισσεύουν χρήματα για τους λογαριασμούς, το φαγητό και την ένδυσή του. Συχνά βοηθάει άλλους λαθρομετανάστες, που βρίσκονται σε χειρότερη κατάσταση.

«Υπάρχει κόσμος που ζει μια δεύτερη, τρομερή παράλληλη υπόγεια ζωή σε αυτή τη χώρα. Η κυβέρνηση μας χαρακτηρίζει παράνομους. Αλλά πώς μια ανθρώπινη ζωή μπορεί να είναι παράνομη; Με ρωτούν τι ελπίδες τρέφω για το μέλλον. Δεν έχω το δικαίωμα να ελπίζω, αλλά αυτό που θα ήθελα θα ήταν να μπορώ να κρατώ το κεφάλι μου ψηλά και να πω στους ανθρώπους: ορίστε, αυτός είμαι εγώ».

Χαμένη αξιοπρέπεια

Αυτή η ανάγκη ανάκτησης της χαμένης του αξιοπρέπειας τον έκανε να αψηφήσει τους κινδύνους και να με αναζητήσει. Η αδιαφορία του κόσμου για την κατηγορία των «παράνομων» ανθρώπων που δημιούργησε η γραφειοκρατία μας του τρώει τα σωθικά. Ορισμένοι «παράνομοι» μετανάστες ζουν εδώ πολλά χρόνια, στις γειτονιές μας, και παίρνουν τα ίδια λεωφορεία με μας χωρίς να τους αντιλαμβανόμαστε, γιατί σήμερα τα καταστήματα μεταχειρισμένων ρούχων τους επιτρέπουν να κρύβουν τη φτώχεια και την απελπισία τους.

Το κράτος απελαύνει περίπου 20.000 ανθρώπους ετησίως. Σύμφωνα με την Επιτροπή Δημόσιων Οικονομικών θα χρειαστούν τουλάχιστον 18 χρόνια για την απέλαση όλων των λαθρομεταναστών. Βασική παράμετρος είναι και το κόστος. Κάθε απέλαση στοιχίζει 16.426 ευρώ. Για την απέλαση μισού εκατομμυρίου ανθρώπων απαιτούνται γύρω στα 7 δισεκατομμύρια ευρώ. Κανείς δεν πρόκειται να διαθέσει αυτά τα χρήματα, οπότε και ολόκληρη η πολιτική για τους λαθρομετανάστες βασίζεται στη διάδοση του τρόμου της απέλασης: δεν πρόκειται ποτέ να απελαθούν όλοι. Ωστόσο, κανένας πολιτικός δεν είναι έτοιμος να το παραδεχθεί, λόγω του αισθήματος ξενοφοβίας που σοβεί στη χώρα. Αυτό το μισό εκατομμύριο άνθρωποι είναι πολιτικά ανύπαρκτοι, κι αυτό εξυπηρετεί τους πάντες. Παρέχουν εργατικά χέρια στη Βρετανία, καλύπτοντας νευραλγικούς τομείς και ενισχύουν την οικονομία.

Καταγγελίες στις Αρχές

Σε αυτή την κατηγορία των «παράνομων» είναι κανείς εξαιρετικά ευάλωτος σε κάθε εγκληματική πράξη, καθώς δεν μπορεί να προσφύγει στην αστυνομία. Οι εργοδότες κλέβουν χρήματα από τους πενιχρούς μισθούς, αυξάνοντας κατά το δοκούν τις ώρες εργασίας, ενώ συγχρόνως απειλούν τους εργαζόμενους με καταγγελίες στις Αρχές. Οι ιδιοκτήτες αυξάνουν επίσης αλόγιστα τα ενοίκια και κωφεύουν όταν απαιτούνται επισκευές.

Κανείς δεν τολμάει να θίξει το ζήτημα. Οι οργανώσεις για την προάσπιση των δικαιωμάτων των μεταναστών δεν ευκαιρούν, καθώς μάχονται για τη θέσπιση ενός δίκαιου συστήματος παροχής ασύλου και τα σωματεία των εργαζομένων, οι οποίοι ενώ γνωρίζουν ότι οι εργοδότες εκμεταλλεύονται σκαιά τους λαθρομετανάστες, αποφεύγουν να αγγίξουν ένα ζήτημα με μεγάλο πολιτικό κόστος. Αυτό το κενό προσπαθεί να καλύψει το Ιδρυμα Οργάνωσης Πολιτών (COF), το οποίο εκπροσωπεί τοπικές πολιτικές και θρησκευτικές οργανώσεις του Λονδίνου και του Μπίρμιγχαμ και σχεδιάζει τη διεξαγωγή εκστρατείας με τη νέα χρονιά με σύνθημα: «Πολίτες όλοι οι ξένοι» για τη συζήτηση του θέματος. To COF είναι εκείνο που αναζητεί σπάνιες περιπτώσεις λαθρομεταναστών σαν τον Νεχάντ, που έχουν το κουράγιο να μιλήσουν και οι οποίοι έχουν επαρκή γνώση των αγγλικών, ώστε να είναι σε θέση να διηγηθούν μια ιστορία που η αναπτυσσόμενη Βρετανία δεν θέλει να ακούσει.

Υπάρχει μια προφανής πολιτική λύση. Η Ισπανία και η Γερμανία θέσπισαν πρόσφατα ένα πλαίσιο νομιμοποίησης των μεταναστών που ζουν πολλά χρόνια «στην παρανομία». Το σχέδιο αυτό είναι εξαιρετικά προσοδοφόρο, καθώς οι μετανάστες αρχίζουν να πληρώνουν φόρους: Ενα δισεκατομμύριο ευρώ στην Ισπανία το πρώτο έτος εφαρμογής, με αυξητικές τάσεις.

Η νομιμοποίηση

Τα πλεονεκτήματα είναι πολλά: Οποιοδήποτε σχέδιο περιορισμού του αριθμού του μεταναστευτικού ρεύματος είναι άμεσα συνυφασμένο με τη νομιμοποίηση των υφιστάμενων λαθρομεταναστών. Η νομιμοποίηση θα περιορίσει τα πεδία στην οικονομία που απορροφούν τάχιστα και προσελκύουν συνεχώς νέους μετανάστες. Μέχρι σήμερα, όμως, η προάσπιση οποιουδήποτε μοντέλου νομιμοποίησης των μεταναστών στη Βρετανία θεωρείται πολιτική αυτοκτονία.

Ενώ οι πολιτικοί κόπτονται και ρητορεύουν περί κοινωνικής ένταξης και συνοχής, κανείς δεν θίγει τον πυρήνα του προβλήματος: Τον στρατό των φτηνών εργατικών χεριών, από τον οποίο εξαρτάται ο άνετος τρόπος ζωής που διάγουμε.

Την ερχόμενη χρονιά συμπληρώνουμε 200 χρόνια από την κατάργηση της δουλείας στη βρετανική αυτοκρατορία. Αυτό που καθιστά την εκστρατεία του Ιδρύματος Οργάνωση Πολιτών εξαιρετικά προκλητική είναι ότι μας εξαναγκάζει να αναγνωρίσουμε ότι η σύγχρονη εκδοχή της ανθεί. Οι άνθρωποι σαν τον Νεχάντ γνωρίζουν πως δεν έχουν καμία πιθανότητα να παντρευτούν, να αποκτήσουν παιδιά, σπιτικό, ένα αξιοπρεπές επάγγελμα, μια ζωή που να αξίζει κάποιος να τη ζει. Απλώς περιμένουν, χωρίς καμία ελπίδα για τερματισμό της αναμονής.