ΚΟΣΜΟΣ

Οι «ανατέλλοντες αστέρες»

Σεγκολέν Ρουαγιάλ

Πριν από ένα χρόνο, ουδείς θα στοιχημάτιζε στο πολιτικό μέλλον της βουλευτού του γαλλικού Σοσιαλιστικού κόμματος, Σεγκολέν Ρουαγιάλ. Το πολιτικό παρελθόν της συντρόφου του ηγέτη του Γάλλων Σοσιαλιστών, Φρανσουά Ολάντ, περιελάμβανε σύντομες θητείες στο υπουργείο Περιβάλλοντος και στο υφυπουργείο Κοινωνικών Θεμάτων. Στις 16 Νοεμβρίου, όμως, η Ρουαγιάλ εξελέγη υποψήφια του κόμματός της για τις προεδρικές εκλογές του 2007, αποσπώντας ποσοστό 60,6% στις προκριματικές εκλογές και κατατροπώνοντας τους συνυποψηφίους της -το βαρύ πυροβολικό των Γάλλων σοσιαλιστών-, τον πρώην πρωθυπουργό της Γαλλίας Λοράν Φαμπιούς και τον Ντομινίκ Στρος Καν, πρώην υπουργό Οικονομίας. Η Ρουαγιάλ, στην οποία προσάπτουν «αριστεροδεξιές» θέσεις -ακόμη και ανυπαρξία πολιτικών απόψεων-, περιορισμένη πείρα στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και υπερβολική εμπιστοσύνη στις δημοσκοπήσεις, θα πρέπει στο εξής να επιλέξει τη σωστή στρατηγική στην προεκλογική της εκστρατεία με σκοπό να νικήσει τον Νικολά Σαρκοζί, υπουργό Εσωτερικών και πιθανότερο υποψήφιο της γαλλικής κεντροδεξιάς. Στο τέλος του 2006, το «ματς» Σαρκό – Σεγκό λήγει ισόπαλο, σύμφωνα με τις σφυγμομετρήσεις. Στην πολιτική, όμως, πέντε μήνες είναι μεγάλο διάστημα. Ως τα τέλη Απριλίου, οπότε θα διεξαχθούν οι εκλογές, η πρώτη γυναίκα υποψήφια πρόεδρος της Γαλλίας θα πρέπει να δώσει σκληρή μάχη για να αυξήσει υπέρ της το ρεύμα.

Ντέιβιντ Κάμερον

Ο πρώτος χρόνος του Βρετανού Ντέιβιντ Κάμερον στην ηγεσία των Βρετανών Συντηρητικών σφραγίστηκε από τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού των Τόρις με στόχο τη νίκη στις επόμενες εκλογές. Το μήνυμα του 39χρονου Κάμερον ήταν σαφές: Οι Τόρις πρέπει να στραφούν προς το πολιτικό κέντρο, να εκφράσουν τις αλλαγές στη βρετανική κοινωνία. Δίνοντας έμφαση σε κοινωνικά ζητήματα, στον περιορισμό της φτώχειας, στην αναβάθμιση του εθνικού συστήματος υγείας, στην προστασία του περιβάλλοντος, ο Κάμερον κερδίζει τη συμπάθεια των προοδευτικών όχι μόνον του κόμματός του αλλά και του ευρύτερου κεντρώου χώρου. Ο εκσυγχρονιστής Κάμερον, ωστόσο, διατρέχει τον κίνδυνο να δυσαρεστήσει τους παραδοσιακούς Βρετανούς Συντηρητικούς, καθώς προσπαθεί να αποσυνδέσει την εικόνα των Τόρις από τις αυστηρές πολιτικές για τη μετανάστευση, την πάταξη της εγκληματικότητας και τον έντονο ευρωσκεπτικισμό. Στην εξωτερική πολιτική, πάντως, η σκιώδης κυβέρνησή του περιλαμβάνει αρκετούς παραδοσιακούς συντηρητικούς, που υποστηρίζουν τον πόλεμο στο Ιράκ. Το 2006, ο Κάμερον κατάφερε εν μέρει να ανανεώσει το κόμμα, το οδήγησε με επιτυχία σε νίκη στις τοπικές εκλογές και το διατηρεί σταθερά πρώτο στις δημοσκοπήσεις στην πρόθεση των Βρετανών ψηφοφόρων, πίσω από τους Εργατικούς που έχουν φθαρεί έπειτα από 10 χρόνια στην εξουσία. Ο ίδιος πάντως αναγνωρίζει ότι έχει ακόμη δρόμο να διανύσει μέχρι την επόμενη εκλογική νίκη των Τόρις.

Σίνζο Αμπε

Γόνος πολιτικής οικογένειας, ο 52χρονος Σίνζο Αμπε διαδέχτηκε τον συντηρητικό Γιουνιχίρο Κοϊζούμι στην πρωθυπουργία της Ιαπωνίας και στα ηνία του κυβερνώντος φιλελεύθερου Δημοκρατικού κόμματος τον περασμένο Σεπτέμβριο. Πιο συντηρητικός από τον προκάτοχό του, τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις του οποίου δεσμεύτηκε ότι θα συνεχίσει, ο εθνικιστής Αμπε αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του βρέθηκε αντιμέτωπος με την κρίση της πυρηνικής δοκιμής της κομμουνιστικής Βορείου Κορέας, στις αρχές Οκτωβρίου. Αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Αμπε μπορεί να ωφεληθεί πολιτικά από την κρίση και να λάβει την υποστήριξη της ιαπωνικής κοινής γνώμης ώστε το Τόκιο να διαδραματίσει σημαντικότερο ρόλο στη διεθνή σκηνή. Στα μέσα Δεκεμβρίου, ο Αμπε έκανε το πρώτο βήμα για την ενίσχυση του διεθνούς ρόλου της Ιαπωνίας, αφού κατάφερε να ψηφιστεί από το Κοινοβούλιο αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο με το οποίο η Ιαπωνία θα αποκτήσει στρατό. Το γεγονός συνιστά σημαντική στροφή στη φιλειρηνική πολιτική της Ιαπωνίας μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεταξύ των προτεραιοτήτων του Αμπε είναι και η εξομάλυνση των σχέσεων με το Πεκίνο, καθώς η συνεχιζόμενη άνοδος της Κίνας στη διεθνή σκηνή εκλαμβάνεται ως απειλή για την Ιαπωνία. Επιπλέον ο Αμπε επιθυμεί τη διευθέτηση των διαφορών των δύο χωρών αναφορικά με την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Θάλασσα της Κίνας αλλά και την επίλυση των εδαφικών διαφορών με τη Νότιο Κορέα.

Νάνσι Πελόσι

Η Νάνσι Πελόσι, η νέα πρόεδρος της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, ενσαρκώνει με τον καλύτερο τρόπο την ιστορική νίκη των Δημοκρατικών στις εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου για το Κογκρέσο, τον έλεγχο του οποίου ανέκτησαν έπειτα από δώδεκα χρόνια. Η Πελόσι, βουλευτής επί σειρά ετών, γίνεται η πρώτη γυναίκα που καταλαμβάνει το τρίτο σημαντικότερο αξίωμα στις ΗΠΑ μετά τον πρόεδρο της χώρας και τον αντιπρόεδρο. Η μαχητική Πελόσι όρισε τις προτεραιότητες για τις πρώτες εκατό μέρες της Βουλής των Δημοκρατικών: Υιοθέτηση των συστάσεων της επιτροπής που ερεύνησε τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, αύξηση του κατώτατου μισθού, ενίσχυση της έρευνας για τα βλαστοκύτταρα και νομοθεσία για την πάταξη της διαφθοράς στο Κογκρέσο. Ο,τι δηλαδή δεν έκανε μέχρι τώρα η ρεπουμπλικανική κυβέρνηση Μπους. Η Πελόσι έχει αποκαλέσει «ψεύτη, ανίκανο και επικίνδυνο» τον Αμερικανό πρόεδρο, όμως τώρα δεν προτίθεται να επιδείξει ρεβανσισμό: Στόχος των Αμερικανών Δημοκρατικών είναι η νίκη στις προεδρικές εκλογές του 2008, η οποία θα επιτευχθεί με την ανάκτηση του πολιτικού κέντρου. Και οι ψήφοι των κεντρώων ψηφοφόρων δεν κερδίζονται μόνο με το αριστερό προφίλ της Πελόσι, η οποία το 2002 είχε ψηφίσει κατά του πολέμου στο Ιράκ, ζητεί ήπια αντιμετώπιση των λαθρομεταναστών και προκρίνει τους γάμους μεταξύ των ομοφυλοφίλων.

Μπαν Κι Μουν

Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Νοτίου Κορέας Μπαν Κι Μουν, διάδοχος του Κόφι Ανάν στη θέση του Γ.Γ. του ΟΗΕ, αναλαμβάνει τα ηνία του Οργανισμού σε μια κρίσιμη διεθνή συγκυρία. Στην ευρύτερη Μέση Ανατολή, η κατάσταση στο Ιράκ βρίσκεται ένα στάδιο πριν από τη διολίσθηση της χώρας στο χάος, το αδιέξοδο στη σύγκρουση Ισραηλινών και Παλαιστινίων συνεχίζεται, όπως και το αδιέξοδο στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Επιπλέον, ο Μπαν Κι Μουν θα κληθεί να χειριστεί το ζήτημα του πυρηνικού οπλοστασίου της Βορείου Κορέας, μια κρίση που αναζωπυρώθηκε μετά την πυρηνική δοκιμή της Πιονγιάνγκ, τον περασμένο Οκτώβριο. Το ότι ο Μπαν Κι Μουν είναι Νοτιοκορεάτης θεωρείται πλεονέκτημα, όμως ο ίδιος θα πρέπει να αποδείξει ότι θα χειριστεί το ζήτημα με αντικειμενικότητα. Σοβαρότατη πρόκληση για τον Μπαν αποτελεί επίσης η μεταρρύθμιση στον ΟΗΕ. Η επιλογή του Μπαν αντικατοπτρίζει την επιθυμία των ισχυρών χωρών για έναν Γ.Γ. του ΟΗΕ λιγότερο παρεμβατικό από τον Κόφι Ανάν. Οι ΗΠΑ επιθυμούν έναν Γ.Γ. του ΟΗΕ που θα είναι κυρίως διαχειριστής του διεθνούς οργανισμού. Η Κίνα στηρίζει τον Μπαν, θεωρώντας την επιλογή του ως αντίβαρο στην αμερικανική επιρροή, ενώ και τα άλλα τρία μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας -η Ρωσία, η Βρετανία και η Γαλλία- είναι ικανοποιημένα με ένα γραμματέα που δεν αναμένεται να προκαλέσει εντάσεις. Το μέλλον θα δείξει εάν ο Μπαν θα επαληθεύσει τη φήμη του ως «ισορροπιστή και διαμεσολαβητή».

Ο Νίκολας Στερν και η έκθεση για το περιβάλλον

Αισθήματα φόβου και ανησυχίας προκάλεσε η έκθεση του κορυφαίου οικονομολόγου Νίκολας Στερν για τις επιπτώσεις που θα έχει στον πλανήτη και στους κατοίκους του η κλιματική αλλαγή που οφείλεται στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. «Γνωρίζουμε ήδη αρκετά ώστε να συνειδητοποιήσουμε το μέγεθος της απειλής», δήλωσε ο κ. Στερν, καλώντας τις κυβερνήσεις όλου του κόσμου να αναλάβουν επειγόντως δράση. Αν δεν το πράξουμε σήμερα, προειδοποιεί ο κ. Στερν, η θερμοκρασία του πλανήτη, που έχει ήδη αυξηθεί κατά μισό βαθμό Κελσίου, είναι πολύ πιθανό να αυξηθεί δύο με τρεις βαθμούς ακόμη στα επόμενα πενήντα χρόνια. Σε αυτή την περίπτωση, παγετώνες που θα λιώνουν θα αυξήσουν τις πλημμύρες και οι σοδειές θα μειωθούν, ιδιαίτερα στην Αφρική. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα αναγκάσει 200 εκατομμύρια ανθρώπους να μεταναστεύσουν μόνιμα και το 40% των ειδών θα απειληθεί με εξαφάνιση.

Η έκθεση Στερν επικεντρώνεται στον οικονομικό αντίκτυπο αυτών των αλλαγών. Εάν η θερμοκρασία αυξηθεί κατά 2-3 βαθμούς, η παγκόσμια οικονομία θα μειωθεί κατά 3%. Στην περίπτωση που η θερμοκρασία αυξηθεί κατά 5 βαθμούς, οι απώλειες για την παγκόσμια οικονομία θα φτάσουν μέχρι και το 10%. Το χειρότερο σενάριο προβλέπει μείωση της παγκόσμιας παραγωγής κατά 20%. Συγκριτικά, το κόστος για τη μείωση των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, σύμφωνα με τον κ. Στερν, ανέρχεται στο 1% του παγκόσμιου ΑΕΠ, γεγονός που ίσως τελικά πείσει κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να αναλάβουν δράση.