ΚΟΣΜΟΣ

«Κόπωση» και «απορροφητικότητα» της Ε.Ε.

Η γένεση, σε λίγες ημέρες, της Ευρώπης των «27» με την προσχώρηση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση κλείνει τον κύκλο της αποφασιστικής μεταψυχροπολεμικής μετάλλαξης της Ε.Ε. από το σχετικά συνεκτικό σύνολο που ακόμα ήταν στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας στη σημερινή κάπως ετερόκλητη και κυρίως εμπορικού προσανατολισμού κοινοπραξία. Ομως αυτή η εκ πρώτης όψεως ανεμπόδιστη και συνεχής διεύρυνση αρχίζει πια να προσκρούει σε ένα αμάλγαμα αντιδράσεων που χωρίς να έχουν ακόμα μορφοποιηθεί ή να έχουν αποδώσει συγκεκριμένα αποτελέσματα, απέκτησαν τα τελευταία χρόνια όνομα και μάλιστα διπλό: είναι η λεγόμενη «κόπωση» της Ενωσης έναντι των αλλεπάλληλων προσχωρήσεων νέων μελών, με συναφή όρο και αγωνία το ερώτημα της «δυνατότητας απορρόφησης» νέων μελών από την Ενωση.

Τα συμπτώματα

Τι ακριβώς είναι η «κόπωση» αυτή ή ποια συμπτώματα τη χαρακτηρίζουν δεν είναι σήμερα σαφές. Οι περισσότεροι υποδεικνύουν την αρνητική στάση της κοινής γνώμης σε κάθε περαιτέρω προσχώρηση όπως αυτή αποτυπώνεται στα λεγόμενα «ευρωβαρόμετρα». Αλλοι πάλι καταγράφουν μια εντεινόμενη δυσκολία λήψης αποφάσεων στο Συμβούλιο Υπουργών, ιδίως σε τομείς στους οποίους διατηρείται το εθνικό βέτο και, τέλος, ορισμένοι θεωρούν ότι η Ευρώπη απλώς δεν είναι πια σε θέση, ανεξαρτήτως συνθηκών, να διευρυνθεί περαιτέρω, «τελεία και παύλα».

Οσο για την απορροφητικότητα, αυτή είναι ελαφρώς πιο ξεκάθαρη ως έννοια αλλά σε καμία περίπτωση σαφέστερη ως αποτέλεσμα. Η πρώτη αναφορά σχετικά χρονολογείται από το 1993, όταν απλώς επισημάνθηκε η ανάγκη διαφύλαξης της «ικανότητας της Ενωσης να απορροφήσει νέα μέλη, διατηρώντας παράλληλα τη δυναμική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Παρενθετικά, είναι κάπως αξιοσημείωτο ότι οι αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα της Ενωσης να απορροφήσει νέα μέλη για πρώτη φορά ετέθησαν επισήμως στην Ευρώπη των «12» το 1993 και παραμένουν υπό συζήτηση στην Ευρώπη των «27» του 2007.

Υποχρεώσεις

Τα τελευταία χρόνια πάντως έχει προκύψει μια ελαφρώς σαφέστερη ερμηνεία, την οποία οι «25» επανέλαβαν στη Σύνοδο Κορυφής της προηγουμένης εβδομάδος: τα υποψήφια κράτη θα πρέπει να εκπληρώσουν πλήρως τις υποχρεώσεις τους για να έχουν ελπίδες ένταξης αλλά, ταυτόχρονα, η ίδια η Ενωση θα πρέπει να είναι έτοιμη να τα «απορροφήσει».

Να τα απορροφήσει, εν προκειμένω, σημαίνει να έχει ολοκληρώσει τις εσωτερικές θεσμικές και συνταγματικές ανακατατάξεις της ώστε να έχει αποσαφηνισθεί, πριν ενταχθούν (και αποκτήσουν λόγο στα της Ενωσης) το ειδικό βάρος τους στις ποικίλες ψηφοφορίες και η εν γένει επιρροή τους στους κοινοτικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, προφανώς με φορά να είναι αυτά όσο το δυνατόν λιγότερο «ενοχλητικά» για τις υφιστάμενες μεγάλες δυνάμεις της Ενωσης.

Πέραν του ότι η εμμονή των ηγετών των «25» στο κάπως αυτονόητο, ότι τα κριτήρια θα εφαρμόζονται στο εξής «αυστηρά», δείχνει σε τι βαθμό εκτροχιάσθηκε με τις πρόσφατες διευρύνσεις η όλη υπόθεση των κριτηρίων, η απόφαση είναι σαφής: οι συνταγματικές διευθετήσεις αποκτούν πλέον το προβάδισμα έναντι της εισδοχής νέων κρατών, με άλλα λόγια το σύνταγμα εξέρχεται της κοινοτικής κατάψυξης και τη θέση του παίρνουν Κροάτες, Σέρβοι και άλλοι τινές Βαλκάνιοι υποψήφιοι.

Η Τουρκία

Για δε την Τουρκία, το θέμα έχει δύο όψεις. Σε ένα επίπεδο η όλη αυτή συζήτηση ουδόλως την αφορά, καθώς η ένταξή της έχει προσδιορισθεί χρονικά για πολύ μετά τη θεσμική ανασυγκρότηση, όπως άλλωστε και η ένταξη των κρατών των δυτικών Βαλκανίων και μοναδική αναξιοπαθούσα είναι η απολύτως έτοιμη να ενταχθεί Κροατία που έρχεται να αποτελέσει το εξιλαστήριο θύμα τις αγωνίας περί κοπώσεως και της χρονοτριβής περί την ελέω απορροφητικότητος θεσμική ανασυγκρότηση. Από μια άλλη άποψη όμως, κάθε συζήτηση περί κόπωσης και περί απορροφητικότητας παραπέμπει, εν τέλει, στη Μεγάλη Ανεπιθύμητη του Βοσπόρου και η συντήρηση της συζήτησης, με τον ένα ή άλλο τρόπο σίγουρα δεν διευκολύνει τη θέση της, καθώς τροφοδοτεί όλους εκείνους που χρησιμοποιούν ακριβώς τις λέξεις «κόπωση» και «απορροφητικότητα» ως συνώνυμες της λέξης «Τουρκία».

Για τον λόγο αυτόν ακριβώς είναι χρήσιμη η περιοριστική ερμηνεία που οι ίδιες οι ευρωπαϊκές ηγεσίες δίνουν στην απορροφητικότητα: κριτήρια ένταξης και θεσμική ανασυγκρότηση.

Η πρόκληση για την Ευρώπη και την πολιτική της τάξη είναι τώρα πια σαφής. Αφενός θα πρέπει η διαβόητη ανασυγκρότηση να είναι πραγματική και ουσιαστική, να αποδώσει πράγματι έναν καλύτερο και πιο συνεκτικό τρόπο λειτουργίας της Ε.Ε. Αφετέρου θα πρέπει να καταδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η «αυστηρή» εφαρμογή των κριτηρίων ένταξης θα είναι μεν, πράγματι, αυστηρή, θα είναι όμως και ακριβοδίκαιη. Και αυτό είναι, αναμφίβολα, το πιο δύσκολο όλων.