ΚΟΣΜΟΣ

Ποιοι θα ρυμουλκήσουν μπροστά την Ευρώπη;

Με την έναρξη του 2007, η γερμανική προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα πρέπει να ασχοληθεί με την τύχη του Ευρωσυντάγματος. που απορρίφθηκε από τους Γάλλους και τους Ολλανδούς στα αντίστοιχα δημοψηφίσματα που έγιναν το 2005.

Επειτα από αυτή την απόρριψη σταμάτησε η ουσιαστική συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης και άρχισε η συζήτηση για το μέλλον… του Ευρωσυντάγματος. Αρχισε, δηλαδή, μια αδιέξοδη συζήτηση, η οποία επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση με τη σημερινή θεσμική της συγκρότηση έχει εξαντλήσει τα όρια περαιτέρω πολιτικής εξέλιξής της.

Ετσι όπως έχουν τα πράγματα, η γερμανική προεδρία, για να αναθερμάνει τη συζήτηση επί της ουσίας, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να θυμίσει σε εκείνους που απέρριψαν τη νέα συνθήκη γιατί την απέρριψαν, αλλά και σε εκείνους που την ενέκριναν γιατί την ενέκριναν! Το εγχείρημα δεν θα είναι και τόσο εύκολο. Κανείς δεν θυμάται σήμερα ποιο ήταν το διακύβευμα της νέας συνθήκης. Το μόνο ουσιαστικό διακύβευμα που θυμόμαστε σήμερα ήταν η προσπάθεια για την έγκρισή της. Και αυτό απαντήθηκε.

Πράγματι, ποιος θυμάται τώρα -και γιατί να το θυμάται- ότι με τη νέα συνθήκη ο κ. Σολάνα, αντί να λέγεται ύπατος εκπρόσωπος για την εξωτερική πολιτική θα λέγεται υπουργός των Εξωτερικών; Ποιος συγκινείται με την ιδέα ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αντί να προεδρεύεται κάθε φορά από τον πρωθυπουργό της χώρας που έχει την προεδρία, θα έχει έναν μόνιμο πρόεδρο χωρίς δικαίωμα ψήφου; Τέλος, ποιος θυμάται ότι ο πρόεδρος της Επιτροπής, αντί να εγκρίνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τώρα θα… εκλέγεται, παρά το γεγονός ότι θα είναι και πάλι ο μοναδικός υποψήφιος που θα υποδεικνύεται όπως και πριν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο;

Οι προηγούμενες αναθεωρήσεις

Στις προηγούμενες αναθεωρήσεις των συνθηκών υπήρχαν ξεκάθαρα μηνύματα, με τα οποία οι πολίτες μπορούσαν να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν.

-Το 1986 αναθεωρήθηκαν οι συνθήκες για να επιτευχθεί ο στόχος της ενιαίας αγοράς, που συνοδεύτηκε με την πολιτική της συνοχής και τα γνωστά πακέτα.

-Το 1991 αναθεωρήθηκαν οι συνθήκες για να επιτευχθεί ο στόχος του ενιαίου νομίσματος.

-Στην αναθεώρηση του 1996 τέθηκε ο στόχος της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.

-Το 2000 τέθηκε ο στόχος της διεύρυνσης με την είσοδο 12 νέων χωρών.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο στόχος ήταν κατανοητός ακόμα και όταν δεν ήταν από όλους αποδεκτός.

Αντίθετα, στην παρούσα αναθεώρηση δεν υπάρχει τέτοιου είδους στόχος.

Το Ευρωσύνταγμα προσπάθησε να δώσει λύση σε ένα πρόβλημα που υπήρχε και στις προηγούμενες αναθεωρήσεις και δεν αντιμετωπιζόταν. Το πρόβλημα αυτό ήταν η συγκρότηση μιας ισχυρής ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας.

Κάτι τέτοιο θα σήμαινε:

1. Αρμοδιότητα για λήψη αποφάσεων σε κρίσιμα θέματα που αφορούν την οικονομία, την κοινωνία και την εξωτερική πολιτική και

2. Απόλυτη δημοκρατική νομιμοποίηση αυτών των αποφάσεων με τη στήριξη της πλειοψηφίας των Ευρωπαίων πολιτών – και όχι απαραίτητα όλων των κυβερνήσεων.

Αυτό το πρόβλημα κλήθηκε να αντιμετωπίσει η νέα συνθήκη και δεν τα κατάφερε.

Συμβιβαστικές ισορρροπίες

Την ευθύνη τη φέρουν πρωτίστως οι κυβερνήσεις, οι οποίες έπρεπε αφενός να αποδεχθούν μια σημαντική μεταφορά της εξουσίας τους στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και αφετέρου να βρουν συμβιβασμούς μεταξύ τους λόγω του κανόνα της ομοφωνίας. Επιπλέον, όμως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι και οι πολίτες της Ευρώπης -ή, τουλάχιστον, οι πολίτες όλων των κρατών-μελών- είναι ώριμοι να δεχθούν κάτι τέτοιο.

Κατά τις προηγούμενες αναθεωρήσεις των συνθηκών έγιναν κάποιες προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση, ιδιαίτερα με τις διαδοχικές ενισχύσεις των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και με την ενίσχυση και την προβολή της δράσης των ευρωπαϊκών κομμάτων. Εντούτοις, όπως φάνηκε σε όλες τις ευρωεκλογές που μεσολάβησαν, δεν υπήρξε ποτέ ευρωπαϊκό εκλογικό πολιτικό διακύβευμα. Αυτό σημαίνει ότι η μέχρι τώρα ενίσχυση του Ευρωκοινοβουλίου και των κομμάτων ήταν επιφανειακή και δεν άγγιξε τους πολίτες.

Το Ευρωσύνταγμα θα ήταν μια καλή ευκαιρία για να τεθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια το ερώτημα της ισχυρής πολιτικής ηγεσίας για τη λήψη των αποφάσεων, διευκρινίζοντας ότι μόνον έτσι θα υπάρξει μια ενιαία ευρωπαϊκή απάντηση στις μελλοντικές προκλήσεις, τις οποίες έπρεπε και να περιγράφει με σαφήνεια (μελλοντικές διευρύνσεις, ισχυρότερη οικονομική ένωση, ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας).

Επίσης, θα μπορούσε να προβλέπει ότι μαζί με τους ευρωβουλευτές οι πολίτες θα εκλέγουν και τον πρόεδρο της Επιτροπής, ο οποίος θα είναι και αυτός ένας ευρωβουλευτής υποστηριζόμενος για πρόεδρος από την πλειοψηφία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβαίνει και με την Επιτροπή. Ο εκλεγμένος πρόεδρος θα συγκροτούσε την Επιτροπή του από ευρωβουλευτές, δεσμευμένος να σεβαστεί και κάποια γεωγραφική ισορροπία ώστε να υπάρχουν επίτροποι από όλες τις περιοχές της Ευρώπης. Αυτή η διαδικασία θα προσέθετε ένα πραγματικό, πολιτικό ενδιαφέρον στις ευρωεκλογές.

Θα μπορούσε κάποιος να διαφωνήσει κατηγορηματικά και με τους στόχους αλλά και με τη χορήγηση τέτοιων αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικά όργανα. Σε αυτή όμως την περίπτωση θα ξέραμε ποιοι διαφωνούν και για ποιον λόγο. Σήμερα, δεν ξέρουμε τίποτα.

Οι πολιτικές συγκυρίες

Το συμπέρασμα που βγαίνει από την περιπέτεια του Ευρωσυντάγματος είναι ότι το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με τη σημερινή της μορφή, είναι όμηρος του μεγάλου αριθμού των μελών της και του κανόνα της ομοφωνίας για την αλλαγή των συνθηκών. Είναι όμηρος της πολιτικής συγκυρίας σε κάθε χώρα. Αυτή η κατάσταση, αφενός μεν, δεν επιτρέπει στην Ενωση να θέσει φιλόδοξους στόχους γιατί οι συμβιβασμοί της απαιτούμενης ομοφωνίας τους ακυρώνουν, αφετέρου δε, μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη κατά τη διαδικασία της επικύρωσης και το καλύτερο σχέδιο μελλοντικής συνθήκης. Ταυτόχρονα, οι σκληροί πυρήνες εντός της Ενωσης έχουν εξαντλήσει τα όριά τους. Δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, γιατί η λειτουργία τους εμποδίζεται θεσμικά και υπονομεύεται πολιτικά από εκείνους που δεν συμμετέχουν. Ακόμα και η λειτουργία της ευρωομάδας στην οποία συμμετέχουν όλες οι χώρες που έχουν ως νόμισμα το ευρώ, δεν διαθέτει θεσμική ανεξαρτησία.

Ο μόνος τρόπος να προχωρήσουν οι χώρες των οποίων οι λαοί επιθυμούν πολιτική ενοποίηση, είναι να εγκαταλείψουν τη σημερινή Ενωση και να προχωρήσουν μόνοι τους με μια νέα συνθήκη και με δικούς τους θεσμούς. Η πόρτα θα πρέπει να μείνει ανοιχτή και για τους υπόλοιπους, οι οποίοι όποτε θελήσουν και μπορέσουν θα ακολουθήσουν. Αυτό θα γίνει, όμως, με διαδικασία διεύρυνσης. Ο κάθε υποψήφιος, για να συμμετάσχει στο νέο σχήμα, θα φέρει ο ίδιος το βάρος της απόδειξης όσον αφορά την ικανότητα και τη θέλησή του για συμμετοχή. Σήμερα, όπως είναι τα πράγματα, το βάρος της απόδειξης ενός καλύτερου μέλλοντος της Ευρώπης το φέρουν εκείνοι που θέλουν να προχωρήσουν έναντι και της τελευταίας συγκυριακής ή καιροσκοπικής πλειοψηφίας, ακόμα και σε ένα μόνο κράτος-μέλος.

Να δούμε, λοιπόν, τι θα μας πει για όλα αυτά η νέα γερμανική προεδρία και τι θα αποφασίσουν οι αρχηγοί τον ερχόμενο Ιούνιο. Για το μέλλον της Ευρώπης ή για το μέλλον του ξεχασμένου Ευρωσυντάγματος.

* Ο Γιώργος Γλυνός είναι πρώην στέλεχος της Ευρωπαϊκής Ενωσης.