ΚΟΣΜΟΣ

Αποχρωσεις

Εκλεψε… απολογία

Κινέζος πρώην αξιωματούχος του Κομμουνιστικού Κόμματος, κατηγορούμενος για διαφθορά, χρησιμοποίησε στην απολογία του, στο δικαστήριο την απολογία άλλου στελέχους, η οποία είχε δημοσιευτεί στα εισαγγελικά χρονικά, λίγες μέρες πριν από τη δίκη του. Ο… αθεόφοβος αξιωματούχος χρησιμοποίησε σχεδόν λέξη προς λέξη τα λόγια ενός πρώην κομματικού στελέχους από τη νοτιοδυτική επαρχία Σιχουάν, προκειμένου να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να ευαισθητοποιήσει τους δικαστές του. Μόνο που κάποιοι εύκολα αναγνώρισαν από τα λεγόμενα του κατηγορούμενου για δωροληψία, τα απολογητικά λόγια ενός άλλου αξιωματούχου, ο οποίος είχε εξασφαλίσει την επιείκεια του δικαστηρίου, στην οποία προφανώς αποσκοπούσε και ο… κλέφτης. Παρά τις άψογες υποκριτικές του ικανότητες, όμως, ο κατηγορούμενος δεν έπεισε κανέναν με τα κροκοδείλια δάκρυα του κι απλώς προσέθεσε μια ακόμη περίπτωση κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας (copyright), η οποία ωστόσο οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι διακρίνεται για την πρωτοτυπία της.

Εγκλημα και τιμωρία

Στην Πολωνία, τώρα, περιφερειακό δικαστήριο καταδίκασε σε 25ετή κάθειρξη συγγραφέα ως ηθικό αυτουργό του θανάτου επιχειρηματία, η δολοφονία του οποίου παρουσίαζε εξαιρετικές ομοιότητες με την περιγραφή αποτρόπαιου εγκλήματος, σε μυθιστόρημά του. Ο 34χρονος συγγραφέας Κρίστιαν Μπάλα, ο οποίος στο βιβλίο του «Αμόκ» περιγράφει τη δολοφονία μιας γυναίκας, δεμένης χειροπόδαρα, στον ποταμό Οντερ, άκουσε εμβρόντητος τους δικαστές του να τον κατηγορούν για ηθικό αυτουργό της δολοφονίας νεαρού επιχειρηματία, το πτώμα του οποίου βρέθηκε από ψαράδες στο ίδιο ποτάμι, το 2000. Μετά από εξάμηνη έρευνα, η υπόθεση της δολοφονίας είχε κλείσει ελλείψει στοιχείων. Μέχρι την έκδοση του «Αμόκ», το 2003 οπότε οι αστυνομικοί εντόπισαν ύποπτες ομοιότητες της μυθιστορηματικής δολοφονίας με την πραγματική, οι οποίες και έφεραν τον συγγραφέα στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Το δικαστήριο πάντως αναγνώρισε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, τα οποία να αποδεικνύουν ότι δράστης ήταν ο συγγραφέας.

Ροζ «βόμβα»

Το τελευταίο της χαρτί φαίνεται ότι παίζει η «Μαντάμ της Ουάσιγκτον», προκειμένου να διασώσει τον εαυτό της από μια ενδεχόμενη καταδίκη, αλλά και την αξιοπρέπεια των υψηλά ιστάμενων πελατών της. Η Μαντάμ της Ουάσιγκτον, κατά κόσμον Ντέμπορα Τζέιν Πάλφρεϊ, κατηγορείται ότι διατηρούσε δίκτυο εκδιδόμενων κοριτσιών για την πολιτική και επιχειρηματική ελίτ της αμερικανικής πρωτεύουσας. Λέγεται ότι στην ατζέντα της βρίσκονται τα ονόματα εκατοντάδων αξιωματούχων του Λευκού Οίκου, του Πενταγώνου, της Παγκόσμιας Τράπεζας και άλλων τέτοιων… ιδρυμάτων, οι οποίοι έχουν απολέσει εσχάτως τον ύπνο τους για τον φόβο της αποκάλυψής τους. Ωστόσο, εκείνη φαίνεται ότι προσδοκά στη διέγερση ενός σίγουρου φόβου, εκείνου της εθνικής ασφάλειας, που απειλείται από τη διεθνή τρομοκρατία και ισχυρίζεται ότι, αν μιλήσει, θα αναγκαστεί να αποκαλύψει απόρρητα μυστικά και ντοκουμέντα. Τέτοια που βεβαίως σχετίζονται με την αποφράδα 11η Σεπτεμβρίου, μουσουλμάνους πελάτες της και τις διασυνδέσεις τους στη Μέση Ανατολή και άλλα τέτοια τρομοκρατικά και επίφοβα. Γιαυτό και ζητεί να καταθέσει κεκλεισμένων των θυρών με ομοσπονδιακό δικαστή. Για να του «πλασάρει» άραγε κάποιο από τα πανέμορφα και μορφωμένα κορίτσια της;

Τίγρεις στην κατάψυξη

Βάλτε έναν τίγρη στη μηχανή σας, έλεγε μια παλιά διαφήμιση και πάντως όχι έναν τίγρη στο ψυγείο σας, όπως έκανε 40χρονη Βιετναμέζα, προς ίδιον όφελος. Η κυρία, όπως μαθαίνουμε, διατηρούσε στην κατάψυξη του ψυγείου της στο Ανόι δύο τίγρεις, τα οστά των οποίων ετοιμάζονταν να βράσουν τρεις ειδικοί μάγειροι-φαρμακοποιοί, προκειμένου να παρασκευάσουν παραδοσιακά φάρμακα, τα οποία θα πωλούνταν έναντι 600 ευρώ τα 100 γραμμάρια. Μόνο που τα σχέδια της ομάδας ανατράπηκαν, δεδομένου ότι η πρώτη ύλη, που χρησιμοποιούσαν για τα θαυματουργά (;) φάρμακα τους συγκαταλέγεται στα υπό εξαφάνιση και γι’ αυτό προστατευόμενα είδη.