ΚΟΣΜΟΣ

Απέχω, απέχεις, απέχει; Αδιαφορούν

«Μόνο η αποχή μπορεί να νικήσει τον δικομματισμό» ισχυρίζεται το φυλλάδιο που εμφανίστηκε τις τελευταίες ημέρες κάτω από εξώπορτες σπιτιών, σε υαλοκαθαριστήρες αυτοκινήτων και σε σταθμούς του μετρό. Η υπάλληλος της διαφημιστικής εταιρείας που μοίραζε τα έντυπα στους περαστικούς χαμογέλασε αμήχανα όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει το σλόγκαν. Οσο κι αν προσπαθούσε, δεν θα μπορούσε, αφού στην πραγματικότητα ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Η αποχή δεν πλήττει τον δικομματισμό, τον εδραιώνει. Οσοι σχεδιάζουν να σνομπάρουν τις κάλπες, να ρίξουν λευκό, να γεμίσουν τον φάκελο αποκαΐδια ή να γράψουν στο ψηφοδέλτιο την προσωπική πολιτική τους διακήρυξη, ενισχύουν το πολιτικό σύστημα που επιθυμούν να κατακρίνουν. Δυστυχώς, όπως είναι φτιαγμένοι οι κανόνες του παιχνιδιού, η διαμαρτυρία μέσω της μη ψήφου ισοδυναμεί με τη μη διαμαρτυρία. Είναι ενδιαφέρον να δει κανείς τι γίνεται στις χώρες όπου τα επίπεδα αποχής είναι πολύ υψηλότερα από τα ελληνικά. Εχει κλονίσει η αποχή από τις εκλογές το πολιτικό κατεστημένο; Εχουν κάνει κάτι οι αιρετοί άρχοντες για να πείσουν τον αγανακτισμένο κύριο Χ και την αηδιασμένη κυρία Ψ να προσέλθει στις κάλπες ή να ρίξει έγκυρο ψηφοδέλτιο; Μάλλον το αντίθετο. Αγνοούν όσους επιλέγουν να βγουν εκτός πολιτικού συστήματος και «κάνουν παιχνίδι» με τους υπόλοιπους.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Βρετανία, σχεδόν τέσσερις στους δέκα ενήλικες δεν ψηφίζουν. Αυτό το φοβερό «πλήγμα στον δικομματισμό» διόλου δεν εμποδίζει την εξουσία στις χώρες αυτές να εναλλάσσεται αενάως ανάμεσα σε δύο καλά εδραιωμένα κόμματα. Οι Ρεπουμπλικανοί και οι Δημοκρατικοί, οι Συντηρητικοί και οι Εργατικοί μετρούν τη δύναμή τους σε σχέση με τη δύναμη του αντιπάλου, όχι σε σχέση με τον απόλυτο αριθμό των ψήφων. Το 2001 στη Βρετανία η προσέλευση στις κάλπες έπεσε στα ιστορικά χαμηλά επίπεδα του 59,3%. Ο Τόνι Μπλερ τιμήθηκε με πολύ λιγότερες ψήφους από ό,τι το 1997, αλλά απέσπασε «υγιή» κοινοβουλευτική πλειοψηφία και σχημάτισε μια χαρά κυβέρνηση.

Οσο περισσότεροι ψηφοφόροι απέχουν από τις εκλογές, τόσο λιγότερους πρέπει να πείσουν τα κόμματα εξουσίας για να εκλεγούν. Επιπλέον, με την αποχή απαλλάσσονται από ένα δύσκολο κομμάτι απογοητευμένων ψηφοφόρων. Στη Βρετανία, στην πιο φτωχή περιφέρεια, την περιφέρεια του Λίβερπουλ Ρίβερσαϊντ, τα ποσοστά αποχής έφθασαν το 68% το 2001 και το 59% το 2005. Στις ΗΠΑ, τα μεγαλύτερα ποσοστά αποχής καταγράφονται στις περιφέρειες όπου κατοικούν φτωχές μειονότητες. Θα ήταν πολύ διαφορετική η πολιτική σκηνή και στις δύο αυτές χώρες αν δεν υπήρχαν τόσοι αποκλεισμένοι από την πολιτική διαδικασία.

Η τάση για αύξηση της αποχής εμφανίζεται, με μικρότερες ή μεγαλύτερες διακυμάνσεις, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Πορτογαλία, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση από το 1975 προσέρχονται 3% λιγότεροι ψηφοφόροι. Στην Πολωνία, μετά την ευφορία των αρχών του ’90, και τη μαζική προσέλευση στις κάλπες, η αποχή κυμαίνεται στο 40%. Πανευρωπαϊκά, οι συνεπείς στα εκλογικά ραντεβού είναι οι άνω των 45 και κυρίως οι άνω των 55. Οι πιο απογοητευμένοι και αποστασιοποιημένοι ανήκουν, ανάλογα με τη χώρα, στις ηλικιακές κατηγορίες 25-35 ή 35-45 ετών.

Θα υπήρχε πράγματι ένας τρόπος να γίνει αισθητή η διαμαρτυρία τους. Αν στη Βουλή κάθε χώρας έμεναν κενά έδρανα, ανάλογα με το ποσοστό αποχής και τα κόμματα έβλεπαν την κοινοβουλευτική τους δύναμη να μειώνεται όσο η αποχή αυξάνεται, θα είχαν σίγουρα περισσότερα κίνητρα να ακούσουν τις βουβές διαμαρτυρίες. Τότε ίσως θα μπορούσε πράγματι να ισχυριστεί κανείς ότι η αποχή βλάπτει το εκλογικό κατεστημένο.