ΚΟΣΜΟΣ

Οταν η «ντιλανολογία» γίνεται εμμονή

Οι φήμες κυκλοφορούσαν από μέρες. Οσοι παρακολουθούν τις εξελίξεις περί τα κινηματογραφικά, στοιχημάτιζαν ότι αυτή θα ήταν η μεγάλη κερδισμένη του κινηματογραφικού φεστιβάλ της Βενετίας που ολοκληρώθηκε την περασμένη Κυριακή. Και δεν είχαν άδικο: η Κέιτ Μπλάνσετ, η Αυστραλή ηθοποιός κέρδισε το πρώτο βραβείο γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία του Αμερικανού σκηνοθέτη, Τοντ Χέινς, με τον τίτλο «I’ m Not There». Στην ταινία η Μπλάνσετ υποδύεται ένα διάσημο άνδρα. Με κοντά αχτένιστα καστανά μαλλιά και βλέμμα ολίγον απλανές, φορώντας δερμάτινο μπουφάν, και πουκάμισο με τεράστια μανικετόκουμπα, η Μπλάνσετ «μεταμορφώνεται» στον Μπομπ Ντίλαν του 1965. Είναι η περίοδος της πρώτης μεγάλης ρήξης του Ντίλαν με το παρελθόν, η περίοδος που το κοινό του διχάζεται ανάμεσα σε αυτούς που τον αποκαλούν «Ιούδα», γιατί προτιμά την ηλεκτρική -αντί της ακουστικής- κιθάρα (!) και πιο ανορθόδοξους στίχους για τα τραγούδια του. Από το μικρής διάρκειας βίντεο-απόσπασμα της ταινίας, που κυκλοφόρησε στον δικτυακό τόπο YouTube, -η ταινία του Χέινς θα προβληθεί σύντομα στην Ελλάδα- φαίνεται ότι η Κέιτ Μπλάνσετ πείθει. Ισως πολύ περισσότερο από τους άλλους έξι ηθοποιούς που υποδύονται τον Ντίλαν σε αυτή την ταινία, που ο σκηνοθέτης της εμπνεύστηκε από την προσωπικότητα ενός καλλιτέχνη, για τον οποίο, κάποιος βιογράφος έγραψε ότι «κυριαρχεί στα όρια της ταυτότητας καταστρέφοντας κάθε ταυτότητα».

Ο Ντίλαν εμπνέει. Και πουλάει. Κάθε φθινόπωρο, τα τελευταία χρόνια είναι στην επικαιρότητα είτε με έναν καταπληκτικό δίσκο, όπως το περυσινό «Modern Times», είτε με το «Chronicles», τον πρώτο τόμο της αυτοβιογραφίας του, (2004), είτε με το αριστουργηματικό ντοκιμαντέρ του Μάρτιν Σκορσέζε, με τίτλο «No direction Home» (2005). Φέτος εκτός από την ταινία του Τοντ Χέινς, θα κυκλοφορήσει και μια καινούρια συλλογή τραγουδιών του, τα οποία επέλεξαν οι λάτρεις του Ντίλαν. Για μήνες ψήφιζαν τραγούδια στο Διαδίκτυο οι θαυμαστές του και συνόδευαν την ψήφο τους με μια ιστορία – οι καλύτερες θα δημοσιευτούν, υποσχέθηκε η δισκογραφική εταιρεία. Οι αετοί του μάρκετινγκ βάφτισαν τη συλλογή «Everything except compromise», «Οτιδήποτε εκτός από συμβιβασμό», εκμεταλλευόμενοι για εκατομμυριοστή φορά την «αντισυμβατική» ιδιοσυγκρασία του Ντίλαν. Μην αμφιβάλλετε ότι ο δίσκος θα πουλήσει. Η συνταγή είναι δοκιμασμένη. Και ύστερα γιατί όχι, μια ακόμη συλλογή που θα περιλαμβάνει εξαιρετικά τραγούδια -στα 45 χρόνια που γράφει μουσική, ο Ντίλαν έχει γράψει πολλά εξαιρετικά τραγούδια- είναι προς όφελος όλων, των δισκογραφικών εταιρειών και του κοινού.

Αυτό όμως που αδυνατούμε να κατανοήσουμε είναι σε τι ωφελούν ορισμένα πειράματα, με αφορμή τον Ντίλαν, όπως το βιβλίο με τίτλο «O Bob Dylan: ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ 1962-2001, LYRICS, Α΄ τόμος,» σε μετάφραση και επίμετρο του Γιώργου-Ικαρου Μπαμπασάκη, που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες, από τις εκδόσεις ΙΑΝΟΣ. Σε 378 σελίδες, ο Μπαμπασάκης καταπιάνεται με το ομολογουμένως δύσκολο έργο της μετάφρασης των στίχων 11 δίσκων του Ντίλαν. Ο Μπαμπασάκης εμφανώς λατρεύει τον καλλιτέχνη. Γι’ αυτό και τον αδικεί τόσο πολύ, μεταφράζοντας τους στίχους του σε ένα ιδίωμα που παρότι μοιάζει ελληνικό, είναι ακατάληπτο. Τι μας λέει, για παράδειγμα, το «Πλάγιασε, πάγκαλη, πλάγιασε», ως απόδοση του τίτλου του πασίγνωστου τραγουδιού «Lay, Lady, Lay»; Ή η απόδοση του πρώτου στίχου του διασημότερου ίσως τραγουδιού του Ντίλαν, του «Like A Rolling Stone», με τη φράση, «Ενα καιρό και μια φορά, ντυνόσουν φίνα και καλά»; Ο Ντίλαν είναι λαϊκός τραγουδιστής, δεν είναι όμως ρεμπέτης. Συγκινητική η αφοσίωση του μεταφραστή στο έργο του Ντίλαν, όμως είναι προτιμότερο, ενίοτε, να διατηρούμε τα αντικείμενα της αγάπης μας σε απόσταση.