ΚΟΣΜΟΣ

Στο Ιράκ δημιουργήθηκε ένα νέο μοντέλο πολέμου αλλά και ανοικοδόμησης

Στη διάρκεια της πτήσης μου από τη Βαγδάτη, οι θέσεις ήταν γεμάτες ξένους εργολάβους που εγκατέλειπαν το σκηνικό της βίας. Ηταν Απρίλιος του 2004, όταν η Φαλούτζα και η Νατζάφ βρίσκονταν σε κατάσταση πολιορκίας. Χίλιοι πεντακόσιοι εργολάβοι αποσύρθηκαν από το Ιράκ μέσα σε μια εβδομάδα μόνο. Πολύ περισσότεροι επρόκειτο να τους ακολουθήσουν. Ημουν πεπεισμένη, τότε, ότι ζούμε την πρώτη ολοκληρωτική ήττα της εταιρικής σταυροφορίας. Αλλά τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Ο Αμερικανός απεσταλμένος, Πολ Μπρέμερ, εστάλη στο Ιράκ για να χτίσει μια συντεχνιακή ουτοπία· αυτό είναι αλήθεια. Αλλά το Ιράκ εξελίχθηκε σε μια μακάβρια παγίδα, όπου ακόμη και η συμμετοχή σε μια απλή επιχειρηματική συνάντηση θα μπορούσε να καταλήξει στο λιντσάρισμά σου, την πυρπόληση ή τον αποκεφαλισμό σου. Εως τον Μάιο του 2007, αναφέρθηκε ο θάνατος τουλάχιστον 900 εργολάβων, ενώ άλλοι 12.000 τραυματίστηκαν στη μάχη ή εν ώρα εργασίας, σύμφωνα με ανάλυση των New York Times. Οι δε επενδυτές, που ο κ. Μπρέμερ είχε κοπιάσει τόσο πολύ για να προσελκύσει, δεν εμφανίστηκαν ποτέ. Ούτε η HSBC ούτε η Procter & Gamble ούτε η General Motors. Η New Bridge Strategies, η εταιρεία που ανέλυε με επιχειρήματα «πώς η χώρα θα κατακτηθεί από μια Wal-Mart», παραδέχτηκε τελικά ότι «δεν αναμένεται προσεχώς η λειτουργία των Mc Donald’s». Επιπλέον, τα συμβόλαια της Bechtel για την ανοικοδόμηση δεν προσέφεραν βιώσιμα συστήματα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης. Και έως τα τέλη του 2006, οι προσπάθειες ανοικοδόμησης που βρίσκονταν στο επίκεντρο του «Σχεδίου αντι-Μάρσαλ» (στο πλαίσιο του οποίου οι δυτικές εταιρείες θα αναμόρφωναν το Ιράκ κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους αντί να βοηθήσουν τους Ιρακινούς να ξαναχτίσουν την οικονομία μόνοι τους) εγκαταλείφθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά.

Ο Στιούαρτ Μπόουεν, ειδικός επιθεωρητής των ΗΠΑ αρμόδιος για θέματα ανοικοδόμησης, ανέφερε ότι στις ελάχιστες περιπτώσεις που τα συμβόλαια δόθηκαν απευθείας σε ιρακινές εταιρείες «η διαδικασία ήταν πιο αποτελεσματική και πιο φθηνή. Και τόνωσε την οικονομία, διότι έδωσε δουλειά στους Ιρακινούς» Αποδείχθηκε λοιπόν ότι η χρηματοδότηση των Ιρακινών προκειμένου να αναλάβουν την ανοικοδόμηση της χώρας τους είναι πιο αποτελεσματική από την πρόσληψη άχρηστων πολυεθνικών, που δεν γνωρίζουν τη χώρα ή τη γλώσσα. Οπως παρατήρησε ο Τζον Μπάουερσοξ, ο οποίος εργάστηκε ως σύμβουλος υγείας στην αμερικανική πρεσβεία στη Βαγδάτη, «το πρόβλημα με την ανοικοδόμηση του Ιράκ είναι αυτή η μανία να τα ξαναχτίσουμε όλα από το μηδέν». «Θα μπορούσαμε βέβαια να επιχειρήσουμε χαμηλού κόστους μεταρρυθμίσεις αντί να μεταμορφώσουμε ολόκληρο το υγειονομικό σύστημα μέσα σε δύο χρόνια».

Νέο πρόγραμμα

Τον Δεκέμβριο του 2006, το Πεντάγωνο ανήγγειλε ένα νέο πρόγραμμα για τη λειτουργία των ιρακινών κρατικών εργοστασίων, εκείνων ακριβώς που ο Μπρέμερ είχε αρνηθεί να εφοδιάσει με γεννήτριες επειδή θύμιζαν σταλινικές εγκαταστάσεις. Τώρα το Πεντάγωνο είχε συνειδητοποιήσει πια ότι, αντί να αγοράσει τσιμέντο και εξαρτήματα μηχανών από την Ιορδανία και το Κουβέιτ, θα μπορούσε να τα προμηθευτεί από τα μαρασμώδη ιρακινά εργοστάσια, δίνοντας σε δεκάδες χιλιάδες άτομα εργασία και στέλνοντας εισόδημα στις περιβάλλουσες κοινότητες. Δυστυχώς, όλες αυτές οι ενδείξεις μετάνοιας δεν ήταν δυνατόν να τερματίσουν τον καπιταλισμό του ολέθρου. Την ημέρα που οι Αμερικανοί αξιωματούχοι κατόρθωσαν να αντιληφθούν ότι δεν χρειαζόταν να ξαναχτίσουν ένα λαμπρό κράτος από το μηδέν, ότι ήταν πιο σημαντικό να δώσουν δουλειά στους Ιρακινούς και συμβόλαια στη βιομηχανία τους, τα χρήματα που θα στήριζαν ένα τέτοιο εγχείρημα είχαν ήδη δαπανηθεί.

Στο μεταξύ, εν μέσω κύματος νεο-κεϊνσιανικών εμπνεύσεων, το Ιράκ επλήγη από την πλέον θρασεία απόπειρα εκμετάλλευσης. Τον Δεκέμβριο του 2006, η δικομματική επιτροπή του Τζέιμς Μπέικερ εξέδωσε την πολυαναμενόμενη έκθεσή της. Η επιτροπή καλούσε τις ΗΠΑ να «βοηθήσουν τους Ιρακινούς ηγέτες να αναδιοργανώσουν την εθνική πετρελαϊκή βιομηχανία ως εμπορική επιχείρηση» και να «ενθαρρύνουν τις επενδύσεις της διεθνούς κοινότητας και των διεθνών εταιρειών ενέργειας στον ιρακινό πετρελαϊκό τομέα».

Οι περισσότερες συστάσεις της επιτροπής Μπέικερ αγνοήθηκαν από τον Λευκο Οίκο, αλλά όχι αυτή: η κυβέρνηση Μπους προχώρησε πάραυτα στην εκπόνηση μιας νέας ριζοσπαστικής νομοθεσίας για τα πετρέλαια του Ιράκ, που θα επέτρεπε σε εταιρείες όπως η Shell και η BP να υπογράψουν συμβόλαια 30ετίας, στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να αποσπάσουν μεγάλο μερίδιο των κερδών από το ιρακινό πετρέλαιο, ύψους δεκάδων ή και εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Επρόκειτο για μια διόλου δημοφιλή πρόταση, που ακόμη και ο Μπρέμερ δεν τόλμησε να θέσει στη διάρκεια του πρώτου έτους της κατοχής. Στη συνέχεια, ωστόσο, η πρόταση ετέθη χάρη στο διογκούμενο χάος. Για να υποστηρίξουν ότι είναι λογικό ένα τόσο μεγάλο ποσοστό των κερδών να καταλήγει εκτός του Ιράκ, οι πετρελαϊκές εταιρείες επικαλέστηκαν λόγους ασφαλείας. Με άλλα λόγια, η ίδια η καταστροφή κατέστησε πιθανή τη ριζοσπαστική νομοθεσία. Την περίοδο που προωθήθηκε η πρόταση, το Ιράκ ζούσε την πλέον σοβαρή κρίση του έως τότε: ο εμφύλιος σπαραγμός είχε αρχίσει, χίλιοι Ιρακινοί σκοτώνονταν κάθε μέρα και ο Σαντάμ Χουσεΐν είχε μόλις εκτελεστεί. Ο νόμος υιοθετήθηκε τελικά από το ιρακινό υπουργικό συμβούλιο τον Φεβρουάριο του 2007.

Υπήρξε και μια άλλη επίπτωση του χάους στο Ιράκ: όσο πιο βαθιά βυθιζόταν η χώρα στα δεινά, τόσο πιο ιδιωτικοποιημένη γινόταν η ξένη παρουσία, προβάλλοντας ένα νέο πρότυπο πολέμου, ένα νέο πρότυπο αντιμετώπισης ανθρωπιστικών καταστροφών. Από τη στιγμή που ο Ντόναλντ Ράμσφελντ απέρριψε όλες τις λύσεις που απαιτούσαν αύξηση του μεγέθους του στρατού, ο στρατός έπρεπε να βρει τρόπους για να αποκτήσει περισσότερους στρατιώτες σε ρόλο μάχης. Ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας συνέρρευσαν στο Ιράκ για να αναλάβουν αρμοδιότητες που έως πρότινος ήταν των στρατιωτών, όπως η προστασία ανώτατων αξιωματούχων, η φρούρηση βάσεων και η ασφάλεια άλλων εργολάβων. Μόλις πατούσαν το πόδι τους στο Ιράκ, οι ρόλοι τους γίνονταν ολοένα και πιο σημαντικοί, ακολουθώντας την επεκτατική πορεία του χάους. Κατά την έναρξη της κατοχής, υπήρχαν στο Ιράκ περίπου 10.000 ιδιωτικοί στρατιώτες, ήδη πολύ περισσότεροι σε σύγκριση με τον πρώτο πόλεμο στον Κόλπο. Τρία χρόνια μετά, έκθεση της αμερικανικής κυβέρνησης έδειξε ότι ο αριθμός των ιδιωτικών στρατιωτών απ’ όλον τον κόσμο ανήλθε στους 48.000. Και χάρη στην εμμονή του κ. Ράμσφελντ με την ιδιωτικοποίηση, οι στρατιώτες που επέστρεφαν στην πατρίδα υποφέροντας από μεταπολεμικά ψυχικά τραύματα, αναζητούσαν θεραπεία σε ιδιωτικές εταιρείες περίθαλψης, για τις οποίες το βαρύ ψυχολογικό τίμημα του πολέμου παρήγαγε απρόσμενα κέρδη. Μια από αυτές τις εταιρείες, η Health Net, κατέκτησε την έβδομη θέση στην πυραμίδα των 500 πλουσιότερων εταιρειών του κόσμου το 2005, χάρη στον μεγάλο αριθμό των καταπονημένων στρατιωτών από το Ιράκ. Οι αριθμοι είναι στ’ αλήθεια συγκλονιστικοί. Στη διάρκεια του πρώτου πολέμου στον Κόλπο, υπήρχε ένας εργολάβος ανά 100 στρατιώτες. Κατά την έναρξη της εισβολής στο Ιράκ, το 2003, η αναλογία ήταν ένας ανά δέκα στρατιώτες. Τρία χρόνια μετά την κατοχή έγινε ένας εργολαβος ανά τρεις στρατιώτες και λίγους μήνες μετά ένας ανά 1,4 στρατιώτες… Και τα στοιχεία αφορούν μόνο τους εργολάβους που εργάζονται απευθείας για την αμερικανική κυβέρνηση.

Συνεπώς δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το Ιράκ δημιούργησε πράγματι ένα νέο μοντέλο οικονομίας, ένα νέο μοντέλο ιδιωτικοποιημένου πολέμου και ανοικοδόμησης· ένα μοντέλο έτοιμο προς εξαγωγή. Μια νέα αγορά μπορει να ανοίξει οπουδήποτε ξεσπάσει η επόμενη κρίση.