ΚΟΣΜΟΣ

Θα γίνει τελικά Μαλαισία, η Τουρκία;

Το πόσο αντιπαθής θα γινόταν μεταξύ πολλών Τούρκων σίγουρα ούτε το φανταζόταν ούτε το έλπιζε ποτέ ο παλαίμαχος Αμερικανός διπλωμάτης Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ. Ούτε ίσως είχε φανταστεί πως μια δήλωση στην οποία προέβη – ομολογουμένως χωρίς πολλή περίσκεψη – επρόκειτο να δώσει αφορμή για μια φλογερή συζήτηση δίχως τελειωμό, που απασχολεί τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης ανελλιπώς το τελευταίο δεκαήμερο.

Τον προηγούμενο μήνα, ο κ. Χόλμπρουκ είχε χαρακτηρίσει την Τουρκία τη δεύτερη χώρα με πολιτική κουλτούρα «ήπιου Ισλάμ» μετά τη Μαλαισία. Ο Αμερικανός διπλωμάτης εκτόξευσε το χαρακτηρισμό ως φιλοφρόνηση. Επισήμανε ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου, οι ΗΠΑ επιθυμούν καθεστώτα ήπιου Ισλάμ σε ολόκληρο τον Ισλαμικό κόσμο, εκφράζοντας παράλληλα την απογοήτευση που «μόνο δύο τέτοια καθεστώτα υφίστανται».

Η δήλωση είχε εξοργίσει τους οπαδούς του κοσμικού κράτους στην Τουρκία, Κεμαλιστές αλλά και φιλελεύθερους, που δικαίως διαμαρτύρονταν ότι η Τουρκική Δημοκρατία αποτελεί κράτος κοσμικό, όχι κράτος «ήπιου Ισλάμ». Μεσούσης της εορτής του Ραμαζανίου ωστόσο, δηλώσεις ενός Τούρκου κοινωνιολόγου, εμπνευσμένες προφανώς από κάποια ανησυχητικά δείγματα θρησκευτικού ζηλωτισμού των ημερών, έδωσαν νέα τροφή στις συζητήσεις γύρω από το μέλλον της χώρας και τη συντελούμενη ιδεολογική μετάλλαξη της τουρκικής κοινωνίας.

Ερωτήματα του είδους «Πού οδεύουμε;» και «Πόσο απειλεί το πολιτικό Ισλάμ τις ελευθερίες μας;» ταλανίζουν τους Τούρκους εδώ και δεκαετίες, από τη στιγμή που το εν λόγω πολιτικό κίνημα εισήλθε δυναμικά στην πολιτική. Το «πολιτικό Ισλάμ» ευαγγελίζεται την προσαρμογή του δημόσιου βίου και των πολιτειακών θεμελίων στις Ισλαμικές αρχές.

Παραδοσιακά, τις ανησυχίες τους για σχέδια καθεστωτικής αλλαγής που απεργάζονται θιασώτες του «θρησκευτικού σκοταδισμού» αρθρώνουν οι Κεμαλιστές και το στράτευμα. Τον τελευταίο όμως μήνα, με δεδομένες τις νέες πολιτικές ισορροπίες που έφερε η εκλογή του Αμπντουλάχ Γκιουλ στην προεδρία, εκφράζουν φόβους ολοένα και περισσότεροι διανοούμενοι της Αριστεράς. Βασική ανησυχία τους ότι η Τουρκία οδεύει ολοταχώς προς το θρησκόληπτο συντηρητισμό, τάση που εγκυμονεί κινδύνους για όσους δεν επιθυμούν έναν τόπο ζωής όπου η Ισλαμική ηθική θα έχει πρωτεύοντα ρόλο.

Η σαρωτική νίκη του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) στις βουλευτικές εκλογές της 22ας Ιουλίου και η εκλογή του Αμπντουλάχ Γκιουλ στην Προεδρία της Δημοκρατίας γίνονται αισθητές ως ένα είδος μεταπολίτευσης. Το ισλαμικών καταβολών κόμμα ενίσχυσε σημαντικά το ποσοστό του. Η λαϊκή ετυμηγορία αποδοκίμασε το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα των Κεμαλιστών, το στράτευμα και τις πραξικοπηματικές τακτικές τους, και άνοιξε το δρόμο για την εκλογή, για πρώτη φορά, ενός προσώπου με καταβολές στον ισλαμικό χώρο στην Προεδρία της Δημοκρατίας.

Το «Σύνταγμα τπου ΑΚΡ»

Μέχρι πρότινος, το ΑΚΡ «μοιραζόταν» το πολιτικό σκηνικό με τον πρόεδρο Αχμέτ Νεζντέτ Σέζερ, πρώην δικαστικό και ακραιφνή Κεμαλιστή. Η «συγκατοίκηση» αυτή αποτελούσε εγγύηση για πολλούς, που φοβούνται πως το ΑΚΡ κρύβει μια «μυστική ατζέντα» ισλαμοποίησης του κράτους, ότι κάθε προσπάθεια εφαρμογής της ατζέντας αυτής θα καταψηφιζόταν από τον Σέζερ και τους ανωτάτους δικαστικούς που εκείνος διόριζε. Η άρση της συγκατοίκησης και των φραγμών που έθετε προκαλεί νευρικότητα σε ορισμένους κύκλους. Η «μονοκρατορία του ΑΚΡ» έχει θέσει όσους φοβούνται την αύξηση της επιρροής της θρησκείας στο δημόσιο βίο σε αυξημένη ετοιμότητα.

Στη νέα πολιτική συγκυρία, που κάποιοι ονομάζουν «κράτος του ΑΚΡ», προστίθενται και οι ανησυχίες σχετικά με το νέο Σύνταγμα της Τουρκικής Δημοκρατίας που ετοιμάζει επιτροπή συνταγματολόγων κατά παραγγελία του Ταγίπ Ερντογάν. Το σχέδιο του νέου Συντάγματος καταρτίζεται σε άκρα μυστικότητα, γεγονός που κάθε άλλο παρά καθησυχάζει όσους φοβούνται πως το νέο Σύνταγμα θα περιορίσει τα κοσμικά θεμέλια του κράτους. Η ενδεχόμενη άρση της απαγόρευσης της ισλαμικής μαντίλας στα πανεπιστήμια, που σύμφωνα με τους παρατηρητές είναι πολύ πιθανό να αποτελέσει τμήμα του νέου Συντάγματος, συγκεντρώνει τις αντιδράσεις όχι μόνο των Κεμαλιστών, αλλά και επιφανών φιλελευθέρων.

Δεν είναι λίγες οι φωνές που προσπαθούν να κατευνάσουν τις όποιες ανησυχίες, τονίζοντας πως το ΑΚΡ δεν αποτελεί οργάνωση του «πολιτικού Ισλάμ». Παρά τις ισλαμικές καταβολές πολλών στελεχών του, το ΑΚΡ έχει μετεξελιχθεί σε κεντρώο και φιλοευρωπαϊκό μεταρρυθμιστικό κίνημα. Οι εν λόγω αναλυτές, Τούρκοι και ξένοι, σημειώνουν πως το ΑΚΡ αποτελεί τη μόνη πολιτική δύναμη στη χώρα πραγματικά προσδεδεμένη στο ευρωπαϊκό όραμα. Τόσο οι πρωθυπουργός Ερντογάν και ο πρόεδρος Γκιουλ, όσο και τα μέλη της επιτροπής που καταρτίζει το σχέδιο Συντάγματος, τονίζουν σε κάθε ευκαιρία την πίστη τους στο εκσυγχρονιστικό όραμα μιας Ευρωπαϊκής Τουρκίας, αλλά και την προσήλωσή τους στο μοντέλο του λαϊκού κράτους και της δημοκρατίας.

Ο πρωθυπουργός και οι επιτελάρχες του κόμματος αποκρούουν τις αιτιάσεις ότι μαγειρεύουν ένα Σύνταγμα που θα εμπνέεται από και θα αντανακλά το μοντέλο του θρήσκου συντηρητισμού που εφαρμόζουν στην προσωπική τους ζωή. Αρνούνται το χαρακτηρισμό «Σύνταγμα του ΑΚΡ» για το νέο θεμελιώδη νόμο, και διαβεβαιώνουν ότι ετοιμάζουν Σύνταγμα για όλους τους Τούρκους, με μόνο γνώμονα την κατοχύρωση της μέγιστης προστασίας των ατομικών τους δικαιωμάτων. Σύμφωνα με τους αναλυτές που πρόσκεινται στο ΑΚΡ, η κινδυνολογία περί «κρυφής ατζέντας» και περί σχεδίων ισλαμοποίησης του συλλογικού βίου αποτελεί τακτική τρομοκράτησης της Κεμαλικής τάξης και των στρατιωτικών, που είδαν το πολιτικό της μονοπώλιο να συντρίβεται σταδιακά από το ΑΚΡ και που δεν διαθέτουν καλύτερα πολιτικά επιχειρήματα.

Η «βία της γειτονιάς»

Ο χώρος της φιλελεύθερης Αριστεράς, που στήριξε το ΑΚΡ στον αγώνα του κατά της συμπαιγνίας Κεμαλιστών – στρατεύματος – Δικαιοσύνης, συμφωνεί γενικά πως δεν υφίσταται κίνδυνος κατάλυσης του κοσμικού κράτους μέσω μιας αλλαγής της υφιστάμενης νομοθεσίας, ενώ η προσωπική ιστορία πολλών στελεχών του κυβερνώντος κόμματος δεν του εμπνέει ανησυχία. Πολλοί διανοούμενοι σημειώνουν πως ο κίνδυνος κατά «της ελευθερίας επιλογών» προέρχεται από άλλα κέντρα, που δεν έχουν σχέση με την πολιτική εξουσία.

Ολοένα και περισσότεροι αναφέρονται το τελευταίο διάστημα στις πιέσεις που ασκούνται, ιδίως στις γυναίκες, σε κοινωνικό επίπεδο ώστε να εξασφαλισθεί η συμμόρφωσή τους στις «επιταγές της θρησκείας». Πρώτος ο δημοσιογράφος και ιδιοκτήτης εταιρείας δημοσκοπήσεων Ταρχάν Ερντέμ είχε ισυχυριστεί σε συνέντευξή του στη Ραντικάλ ότι σε περίπτωση που επιτραπεί στις φοιτήτριες να φορέσουν την ισλαμική μαντίλα, εντός δύο ετών δεν θα έχει απομείνει φοιτήτρια με την κώμη ακάλυπτη. Κατά τον Ερντέμ, η είσοδος της μαντίλας θα συνοδευθεί και από μια αντίστοιχη κοινωνική ηθική, που θα εξαναγκάσει πολλές φοιτήτριες να καλυφθούν παρά τη θέλησή τους. Ο ισχυρισμός του Ερντέμ θεωρήθηκε υπερβολικός, θορύβησε ωστόσο πολλούς καθώς προέρχεται από έναν καταξιωμένο επιστήμονα που δεν διάκειται δυσμενώς έναντι του ΑΚΡ.

Συνέχεια έδωσε ο κοινωνιολόγος Σερίφ Μαρντίν ισχυρίσθηκε στη Χουριέτ ότι «κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως η Τουρκία θα γίνει Μαλαισία». Υπενθυμίζοντας την παρομοίωση των δύο χωρών από τον Χόλμπρουκ, ο Μαρντίν έκανε λόγω για «βία της γειτονιάς» που κινδυνεύει να μετατρέψει την Τουρκία σε χώρα του «ήπιου Ισλάμ». Σύμφωνα με τη θέση αυτή, ο κίνδυνος εντοπίζεται στην πίεση που ασκείται σε κοινωνικό επίπεδο, σε επίπεδο γειτονιάς, από μια θρησκευόμενη πλειοψηφία. Τα μέλη της πλειοψηφίας αυτής προσπαθούν να εξαναγκάσουν, συχνά με βίαιο τρόπο, όσους «αποκλίνουν» από τους κανόνες του Ισλάμ να συμμορφωθούν σε αυτούς.

Φαινόμενα καταναγκασμού

Τα ανησυχητικά περιστατικά που καταγράφονται κάθε χρόνο την περίοδο του Ραμαζανίου αποδεικνύουν πως η θέση περί «βίας της γειτονιάς» δεν αποτελεί αποκύημα της φαντασίας. Κάθε χρόνο, όπως και φέτος, σημειώνονται σε πολλές πόλεις της Ανατολίας επιθέσεις κατά όσων αρνούνται να συμμορφωθούν με τη νηστεία του Ραμαζανίου. Κατά το ισλαμικό τυπικό, απαγορεύεται η κατανάλωση τροφής και νερού από την ανατολή ώς τη δύση του ηλίου, αλλά και το κάπνισμα. Κατά τη διάρκεια του Ραμαζανίου, παραβάτες της νηστείας ξυλοκοπούνται ή μαχαιρώνονται με αυξανόμενη συχνότητα, γεγονός που πανικοβάλλει τους λιγότερο θρήσκους. Συχνά φοιτητές προσκείμενοι στην ακροδεξιά επιτίθενται κατά φοιτητών που τρώνε δημόσια εντός του πανεπιστημιακού χώρου. Τα εστιατόρια που λειτουργούν κατά τη διάρκεια της νηστείας στις πόλεις της επαρχίας αισθάνονται υποχρεωμένα να κατεβάζουν τις κουρτίνες τους. Σχεδόν κάθε Ραμαζάνι τα τελευταία χρόνια αμαυρώθηκε από αιματηρές συμπλοκές μεταξύ θρησκευομένων και αγνοούντων τη νηστεία.

Οσοι μιλούν για «βία της γειτονιάς» σημειώνουν ότι αυτή ασκείται από θρησκευομένους κατά των «απίστων», σχεδόν ποτέ σε αντίθετη φορά. Τονίζουν δε ότι δεν περιορίζονται στον εξαναγκασμό της τήρησης του Ραμαζανίου, αλλά και άλλων ισλαμικών κανόνων όπως η αποχή από το αλκοόλ, ενώ δεν υπήρξαν λίγες οι περιπτώσεις δολοφονιών και μαζικών σφαγών θρησκευτικών μειονοτήτων τα τελευταία χρόνια (με θύματα κυρίως μέλη της μειονότητας των Αλεβιτών αλλά και προσήλυτους στο Χριστιανισμό). Πολλοί διανοούμενοι καλούν το κοινωνικό σύνολο να λάβει στα σοβαρά υπόψη τα φαινόμενα αυτά και να αγωνισθεί για την καταπολέμησή τους, «προτού είναι πολύ αργά».

«Αστοχη η παρομοίωση των δύο χωρών»

Οι δηλώσεις Χόλμπρουκ έκαναν την τουρκική κοινή γνώμη να εκδηλώσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Μαλαισία. Ρεπορτάζ σχετικά με το εκεί πολιτικό σύστημα και κοινωνική ζωή κυριαρχούν στον Τύπο, ενώ η Κουάλα Λουμπούρ έχει κατακλυσθεί από Τούρκους δημοσιογράφους. Στο σύνολό τους, αυτοί τονίζουν πως οποιαδήποτε παρομοίωση των δύο χωρών είναι απολύτως άστοχη. Η Μαλαισία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί δημοκρατική ούτε με τις καλύτερες προθέσεις. Σε δύο ομόσπονδες πολιτείες της ισχύει η Σαρία: οι γυναίκες πρέπει να καλύπτονται υποχρεωτικά, ενώ η παράβαση της νηστείας του Ραμαζανίου αποτελεί έγκλημα. Σε όλη τη χώρα, η μουσουλμανική πλειοψηφία (60%) υπάγεται, σε θέματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, στα θρησκευτικά δικαστήρια. Ακόμη και στα δημοτικά οι μαθήτριες φέρουν μαντίλα, ενώ οι καντίνες κλείνουν για το Ραμαζάνι. Κάθε πρόσωπο που παντρεύεται Μουσουλμάνο υποχρεούται να εξισλαμισθεί, αλλά η «αποστασία» από το Ισλάμ είναι νομικά αδύνατη.

Μαλαίοι δικηγόροι και ακτιβιστές δηλώνουν στον τουρκικό Τύπο ότι η βαθμιαία ισλαμοποίηση της Μαλαισίας υπήρξε προϊόν έντονης δράσης οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και κοινωνικής πίεσης που λαμβάνει ενίοτε βίαιο χαρακτήρα. Μία παρόμοια διολίσθηση αποτελεί και τον μεγαλύτερο εφιάλτη πολλών Τούρκων. Ο «τρόμος της Μαλαισίας» που έχει καταλάβει την Τουρκία το τελευταίο διάστημα αντικατοπτρίζει την ανασφάλεια της τουρκικής κοινωνίας, που κοιτά τον εαυτό της στον καθρέφτη και καταλαμβάνεται από πανικό.