ΚΟΣΜΟΣ

Ο φόβος του Ιράν απέναντι στη μεγάλη του ευκαιρία

Το Ιράν βρίσκεται ενώπιον της μεγαλύτερης ιστορικής ευκαιρίας από την επανάσταση του 1979, αν όχι των τελευταίων εκατό ετών και κινδυνεύει να την απολέσει. Η προκειμένη ευκαιρία έχει ονοματεπώνυμο και λέγεται Μπαράκ Ομπάμα. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ είναι εκείνος που υιοθετώντας την πολιτική της προσέγγισης της Τεχεράνης, παρέχει στη χώρα μια μοναδική ευκαιρία την οποία παραμένει αμφίβολο αν -και είναι ένα μεγάλο αν αυτό- θα αδράξει η ιρανική ηγεσία. Προς το παρόν, τουλάχιστον, όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι η ευκαιρία θα χαθεί και αυτό διότι η προσφορά του κ. Ομπάμα αποτελεί συνάμα ένα θανάσιμο κίνδυνο για τους ηγέτες του Ιράν. Φοβούνται όσο τίποτε άλλο το άνοιγμα της χώρας και τη μείωση των εντάσεων με τις ΗΠΑ. Πράγματι, το καθεστώς της Τεχεράνης θεωρούσε ευπρόσδεκτη την πολιτική του κ. Μπους και των νεοσυντηρητικών, καθώς του έδωσε την ευκαιρία, όχι μόνο να κλείσει τις πόρτες προς τη Δύση, αλλά και να αποκτήσει αυξημένη επιρροή στο Ιράκ και το Αφγανιστάν.

Οπως όλοι οι εν μέρει εκσυγχρονιστές στο εσωτερικό ενός αυταρχικού καθεστώτος, οι ηγέτες του Ιράν προσβλέπουν σε μια αναπτυγμένη οικονομία, τεχνολογικά επιτεύγματα και σπουδαία έργα υποδομής, όχι όμως και στην ελευθερία των πολιτών. Εξ’ ου και φοβούνται τις «διαφόρων χρωματικών αποχρώσεων επαναστάσεις», μολονότι κάποιοι απ’ αυτούς εργάζονται, δίχως να το αντιλαμβάνονται, πυρετωδώς προκειμένου να προκαλέσουν μία.

Το δράμα των μαζικών διαδηλώσεων, της βίας και της καταστολής που ακολούθησε των δόλιων εκλογών του Ιουνίου, ανέδειξε τη θεμελιώδη διαμάχη στο εσωτερικό της ελίτ του Ιράν αναφορικά με την πορεία της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Μια ανοικτή κοινωνία ή απομόνωση; Ενσωμάτωση ή αποσταθεροποίηση;

Τελικές αποφάσεις δεν έχουν ληφθεί, μολονότι οι δυνάμεις της απομόνωσης μοιάζουν να υπερισχύουν.

Εθνική εξέγερση

Μπορεί η επανάσταση του αγιατολάχ Χομεϊνί να αυτοπροσδιορίστηκε ως ισλαμική, στην καρδιά της ήταν και παραμένει μια εθνική εξέγερση με στόχο την απαγγίστρωση της χώρας από την επιρροή των ξένων δυνάμεων. Τριάντα χρόνια από τότε, η προσφορά του κ. Ομπάμα παρέχει στο Ιράν τη δυνατότητα, όχι μόνο να διασφαλίσει την ανεξαρτησία του, μέσω της συμφιλίωσης με τις ΗΠΑ, αλλά και να επιβεβαιώσει τις προσδοκίες που απορρέουν από την αυξανόμενη σημασία της Τεχεράνης στα δρώμενα της περιοχής. Το όραμα της ανάδυσης του Ιράν ως μια μεγάλη δύναμη μπορεί να υλοποιηθεί σε αρμονία με τις παγκόσμιες δυνάμεις αντί να τερματιστεί με τον εφιάλτη της αντιπαράθεσης. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι η σημερινή ηγεσία του Ιράν σχεδιάζει με βάσει το εφιαλτικό σενάριο. Από τη σημερινή κρίση διαφαίνεται ότι η ιρανική επανάσταση εναντίον του Σάχη δεν ήταν η πρώτη ισλαμική εξέγερση, αλλά μια από τις τελευταίες κατά της αποικοκρατίας. Πρόκειται για το τέλος μιας ιστορικής περιόδου και όχι την αρχή μιας νέας. Μια από τις πρώτες αποτυχημένες επαναστάσεις αυτού του είδους και σίγουρα η πλέον σημαντική ήταν εκείνη της Κίνας το 1949. Ακολούθησαν δεκάδες ακόμα επιτυχημένες εθνικές επαναστάσεις στην Ασία, στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία τα απελευθερωτικά κινήματα που τις προκάλεσαν είχαν αντιδυτικές καταβολές – μάλλον δικαίως. Πολλές απ’ αυτές τις επαναστάσεις υιοθέτησαν το σοβιετικό οικονομικό μοντέλο, το οποίο συνδύαζε την ελεγχόμενη από το κράτος οικονομία με την ελάχιστη ενσωμάτωση στην παγκόσμια αγορά. Γι’ αυτό, άλλωστε, αρκετά από τα κράτη που επέλεξαν τη συγκεκριμένη διαδρομή πλήρωσαν ένα διόλου ευκαταφρόνητο τίμημα.

Τα παραδείγματα

Η ιρανική ηγεσία οφείλει να μελετήσει τα παραδείγματα των χωρών αυτών. Η Σοβιετική Ενωση, τελικά, κατέρρευσε λόγω της ασθενούς της οικονομίας και όχι λόγω ελλείψεων σε πυραύλους και πυρηνικές κεφαλές. Ο ορυκτός πλούτος της χώρας δεν στάθηκε αρκετός προκειμένου να αποτρέψει την πτώση της. Είναι, όμως, προφανές ότι οι ηγέτες του Ιράν δεν επιθυμούν να διδαχτούν από την Ιστορία. Φυσικά, οι εν μέρει εκσυγχρονιστές στην Κίνα, στη Ρωσία, στο Βιετνάμ και αλλού φοβούνται και εκείνοι μια «χρωματιστή επανάσταση», ανάλογη μ’ αυτές που άνοιξαν το δρόμο για τον εκδημοκρατισμό της Γεωργίας, της Ουκρανίας και του Λιβάνου. Προκειμένου, όμως, να αποφύγουν μια τέτοια εξέλιξη τα κράτη αυτά επέλεξαν το δρόμο της οικονομικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, καθώς και της ενσωμάτωσης στην παγκόσμια αγορά. Υπάρχουν, ακόμα, τα παραδείγματα της Βόρειας Κορέας και της Κούβας. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης φαντάζει ακόμα πιο απογοητευτικό αν οι Ιρανοί επιχειρήσουν μια σύγκριση με την Ινδία, τη Βραζιλία και την Τουρκία. Οι εντυπωσιακές επιτυχίες των χωρών αυτών δείχνουν τις οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές προϋποθέσεις για να εξελιχθεί κανείς σε περιφερειακή ή ακόμα και παγκόσμια υπερδύναμη. Μεσοπρόθεσμα, ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής του Ιράν στην περιοχή θα είναι η Τουρκία και όχι το Ισραήλ ή τα αραβικά κράτη. Τη στιγμή που το Ιράν καταπιέζει τις ελευθερίες και επενδύει στην ανάπτυξη πυρηνικών που εν τέλει θα υπονομεύσουν την ασφάλειά του, η Τουρκία διανύει μια περίοδο επιτυχημένου εκσυγχρονισμού. Ως αποτέλεσμα, η Τουρκία και όχι το Ιράκ είναι η χώρα που συγκεντρώνει σήμερα τις περισσότερες πιθανότητες να γίνει η ισχυρότερη δύναμη στη Μέση Ανατολή.

Ωρα αποφάσεων

Αυτό το φθινόπωρο θα ληφθούν σημαντικές αποφάσεις και αυτό διότι το Ιράν συνεχίζει τη διαδικασία εμπλουτισμού του ουρανίου. Πράγματι, το Ιράν πλησιάζει την κόκκινη γραμμή της παραγωγής πυρηνικού όπλου. Οι ηγέτες τους καλούνται να αποφανθούν αν θα αποδεχτούν την προσφορά του κ. Ομπάμα ή αν θα οδηγήσουν την περιοχή σε μια νέα αντιπαράθεση. Μια ματιά στα βιβλία της Ιστορίας θα τους βοηθήσει να αποφασίσουν.

* Ο κ. Γιόσκα Φίσερ είναι πρώην υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας.