ΚΟΣΜΟΣ

Η κοιλάδα του Σουάτ γέμισε με πτώματα

Δύο μήνες αφότου ο πακιστανικός στρατός ανέκτησε τον έλεγχο της κοιλάδας Σουάτ από τους μαχητές Ταλιμπάν, μια νέα εκστρατεία τρόμου μαίνεται στην περιοχή με δεκάδες, ίσως εκατοντάδες, πτώματα καθημερινά στους δρόμους, φρίκη για την οποία ευθύνεται ο στρατός, όπως αναφέρουν αυτόπτες μάρτυρες και υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Σε πολλές περιπτώσεις, πρόκειται απλά για πράξεις εκδίκησης κατά των αδίστακτων Ταλιμπάν, σε μια κοινωνία που τείνει να αποδεχτεί την πολιτική των αντιποίνων, λένε τοπικοί αξιωματούχοι. Αλλά η κλίμακα των πράξεων αυτών, οι ομοιότητες στον τρόπο που πολλά από τα θύματα έχουν βασανιστεί και ο συστηματικός ρυθμός θανάτων και εξαφανίσεων σε περιοχές που ελέγχονται πλήρως από το στρατό, έχουν οδηγήσει τους κατοίκους, ακτιβιστές και μερικούς Πακιστανούς αξιωματούχους στο συμπέρασμα πως ο στρατός διαδραματίζει κάποιο ρόλο σε αυτήν την εκστρατεία.

Ο πακιστανικός στρατός, που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ αλλά και την απουσία αποτελεσματικής πολιτικής ηγεσίας, επιδεικνύει σιδηρά πυγμή στην κοιλάδα Σουάτ και αρνείται με επιμονή οποιαδήποτε ανάμειξη στις δολοφονίες. «Δεν υπάρχουν εξώδικες εκτελέσεις στο σύστημά μας», δήλωσε ο συνταγματάρχης Ακτάρ Αμπάς, εκπρόσωπος του στρατού στη Σουάτ. «Αν συμβεί κάτι, λειτουργεί βάσει τεκμηριωμένων στοιχείων το σύστημα απόδοσης ευθυνών». Ωστόσο, οι γείτονες των θυμάτων στην κοιλάδα Σουάτ δηλώνουν πεπεισμένοι ότι κάτι άλλο συμβαίνει. Ο επιφανής πολιτικός της περιοχής και πρώην υπουργός Εσωτερικών Αφτάμπ Αχμέντ Σέρπαο εξέφρασε έντονη ανησυχία. «Υπήρξαν πληροφορίες για εξώδικες εκτελέσεις από το στρατό, που μας ανησυχούν ιδιαιτέρως», είπε, «αυτό δεν βοηθάει στην αποκατάσταση της ειρήνης». Οι επιχειρήσεις του πακιστανικού στρατού κατά των Ταλιμπάν στη Σουάτ άρχισαν τον περασμένο Μάιο υπό την πίεση των ΗΠΑ και χαιρετίστηκαν από την Ουάσιγκτον ως ένδειξη μιας ανανεωμένης αποφασιστικότητας του στρατού να λύσει το πρόβλημα. Η Αμερικανίδα πρεσβευτής Αν Πάτερσον επισκέφτηκε τις προάλλες τη μεγαλύτερη πόλη της Σουάτ, τη Μινγκόρα, και έγινε η πρώτη αξιωματούχος των ΗΠΑ που μεταβαίνει στην κοιλάδα μετά την εδραίωση του ελέγχου του στρατού.

Φόνοι

Τώρα, οι ανησυχίες για τις μεθόδους του στρατού στην περιοχή απειλούν να αμαυρώσουν περαιτέρω τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με τις πακιστανικές ένοπλες δυνάμεις, μια συνεργασία που έχει αμφισβητηθεί από το Κογκρέσο και δεν έχει κερδίσει πολιτική αποδοχή από την κοινή γνώμη του Πακιστάν. Ο αριθμός των φόνων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο στρατός προσπαθεί να πνίξει οποιονδήποτε ενθουσιασμό των ντόπιων υπέρ των Ταλιμπάν και να ξεκαθαρίσει λογαριασμούς αφού υπέστη βαριές απώλειες, εκτίμησε επιφανής πολιτικός της περιοχής, ο οποίος ζήτησε να παραμείνει ανώνυμος.

Μια ζοφερή ατμόσφαιρα αβεβαιότητας κυριαρχεί τώρα στη Μινγκόρα, όπου όποιον κι αν ρωτήσεις στην αγορά, στα σπίτια ή στις κυβερνητικές υπηρεσίες εκφράζει έντρομος τις διαμαρτυρίες του για τις αυθαιρεσίες μιας απρόβλεπτης διακυβέρνησης του στρατού.

Πτώματα, μερικά με εμφανή τα σημάδια βασανισμού και άλλα με δεμένα χέρια και πόδια, με μια σφαίρα στο κεφάλι ή στον αυχένα, έχουν βρεθεί στους δρόμους της Μινγκόρα και σε αγροτικές περιοχές, όπου υπάρχουν οχυρά των μαχητών. Πληροφορίες δύο πακιστανικών εφημερίδων, την 1η Σεπτεμβρίου, ανέφεραν ότι εχουν βρεθεί πεταμένα στην κοιλάδα Σουάτ έως και 251 πτώματα. Η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μια μη κυβερνητική οργάνωση, απέρριψε με οργή τους ισχυρισμούς πως όλα τα θύματα έχουν σκοτωθεί από πολίτες, καταγγέλλοντας τον περασμένο μήνα ότι υπάρχουν αξιόπιστες αναφορές για πράξεις αντιποίνων του στρατού. Υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες, ανέφερε η επιτροπή, οι οποίοι είδαν μαζικούς τάφους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα πτώματα φαίνεται ότι ανήκαν σε μαχητές Ταλιμπάν. Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, υπάρχουν μαζικοί τάφοι στο χωριό Κουκαράι και στην περιοχή που εκτείνεται μεταξύ των χωριών Νταουλάι και Σαχ Ντέρι. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών ήταν αδύνατον να υπολογιστεί καθώς οι Αρχές περιόρισαν την πρόσβαση των οργανώσεων υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπογράμμισε η επιτροπή.

Σε μια από τις περιπτώσεις, μια οικογένεια κατήγγειλε το θάνατο ενός ανδρός, ο οποίος είχε συλληφθεί από το στρατό. Για την υπόθεση αυτή έχει δοθεί εντολή να αρχίσουν ανακρίσεις, διαβεβαίωσε ο συνταγματάρχης Αμπάς. Οι συγγενείς του άνδρα, ονόματι Ακτάρ Αλί, 28 ετών, δήλωσαν ότι το θύμα συνελήφθη από ομάδα στρατιωτών στο κατάστημά του, όπου πωλούσε ηλεκτρικά είδη στη Μινγκόρα, το απόγευμα της 1ης Σεπτεμβρίου. Λίγες ημέρες μετά, το σώμα του Αλί επεστράφη στην οικογένεια «βασανισμένο μέχρι θανάτου», σύμφωνα με την καταγγελία της μητέρας του, Γιεχάν Σουλτάνα.

Οπως δήλωσε ο συνταγματάρχης Αμπάς, ο στρατός διαψεύδει τώρα ότι ο Ακτάρ Αλί είχε πράγματι συλληφθεί. Εάν από τις ανακρίσεις προκύψει ότι κάποιο μέλος του στρατού είναι ένοχο γι’ αυτόν το θάνατο, θα τιμωρηθεί «ανεξάρτητα από το βαθμό του», υποστήριξε. Σύμφωνα με την καταγγελία της οικογένειας, συγγενείς έσπευσαν στο αρχηγείο του στρατού στη Μινγκόρα την επομένη της σύλληψης του Αλί. «Μας διαβεβαίωσαν ότι θα απελευθερωθεί», δήλωσαν. Στις 6 Σεπτεμβρίου το πρωί, όμως, οι δυνάμεις ασφαλείας έριξαν το πτώμα στο κατώφλι και «δεν υπήρχε ούτε ένα σημείο του σώματός του που να μην έχει βασανιστεί»… «Καρφιά είχαν σφηνώσει παντού στο σώμα του και αναμμένα τσιγάρα είχαν αφήσει τα σημάδια τους στο δέρμα». Σύμφωνα με την καταγγελία, ο Ακτάρ Αλί δεν είχε καμία σχέση με τους Ταλιμπάν.

Σε μιαν άλλη υπόθεση, ένας άλλος άνδρας, 20 ετών, με το ίδιο όνομα, Ακτάρ Αλί, συνελήφθη στη Μινγκόρα στις 22 Ιουλίου, λίγο αφότου ο στρατός ανέκτησε τον έλεγχο της πόλης. Την επόμενη μέρα, το πτώμα του βρέθηκε πεταμένο στο δρόμο, όχι μακριά από το σημείο όπου είχε συλληφθεί.