ΚΟΣΜΟΣ

Η χαμένη εμπιστοσύνη στις μυστικές υπηρεσίες

Ο ρoμαντισμός της παλιάς δαντέλας και η θολή πολιτική πραγματικότητα του κόσμου των κατασκόπων ήλθαν στην επιφάνεια στη διάρκεια δυο πρόσφατων εκδηλώσεων στην Ευρώπη. Εάν ο ρoμαντισμός συνδυαστεί με την πολιτική πραγματικότητα ίσως γίνει εφικτή και η εκεχειρία στη σκληρή και καταστροφική σύρραξη ανάμεσα στο Κογκρέσο και τη CΙΑ.

Ζητούμενος είναι ένας νέος τρόπος διαχείρισης των πληροφοριών, με γνώμονα την ανθεκτικότητά τους σε πολιτικό επίπεδο. Προϋπόθεση για όλα αυτά είναι μια σχετική διαφάνεια στις δοσοληψίες με το Κογκρέσο και στην αντιμετώπιση της κοινής γνώμης. Η διαφάνεια προκαλεί μια σχετική δυσφορία στην κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών. Ομως, μετά τον καβγά για τα βασανιστήρια, άλλη λύση δεν υπάρχει.

Επιστρέφω στο ρoμαντισμό της παλιάς δαντέλας. Ημουν παρών σε μια τελετή στο Μέγαρο των Ηλυσίων προς τιμήν κορυφαίου προσώπου της κατασκοπείας στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για τη Γαλλίδα Ζανί ντε Κλαρένς, που σήμερα είναι 90 χρόνων και ταλαιπωρημένη, ύστερα από ένα κάταγμα στο πόδι. Στα μάτια της όμως λάμπει εκείνη η σκανταλιάρικη ευφυΐα, αυτή που την καθοδηγούσε όταν κοπέλα 23 χρόνων κατόρθωσε να διεισδύσει σε ομάδα Γερμανών αξιωματικών, να τους γοητεύσει και να τους αποσπάσει το μυστικό για τις βόμβες V-1 και V-2, που κατασκευάζονταν στο Πεενεμούντε.

Είχα απαριθμήσει τα κατορθώματα της Ζανί σε ένα άρθρο μου στην Ουάσιγκτον Ποστ στις 28 Δεκεμβρίου του 1998. Δεν είχε ποτέ της μιλήσει σε δημοσιογράφο, εγώ όμως δεν δίστασα να γίνω ενοχλητικός, ταξίδεψα μέχρι τη θερινή κατοικία της κοντά στη Ροσέλ και την καλόπιασα μέχρι που δέχθηκε να μου πει όλη την ιστορία για το πώς έμαθε το μυστικό για τις βόμβες, για τη σύλληψή της από την Γκεστάπο, για τον ένα χρόνο που πέρασε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης χωρίς ποτέ να της ξεφύγει το παραμικρό για την κατασκοπευτική της δραστηριότητα.

Η ιστορία της είναι σφραγισμένη από γενναιοψυχία και συνάμα μια υπόμνηση του τι μπορούν να καταφέρουν οι κατάσκοποι, όταν τολμούν το ακατόρθωτο. Και σήμερα η Ζανί υποτιμά τα όσα έκανε. «Εγώ δεν ήμουν παρά ένα μουσικό κουτί, απλώς επαναλάμβανα όσα άκουγα», μου είπε την περασμένη εβδομάδα. Ομως, ο πρόεδρος Σαρκοζί την επαίνεσε και την αποκάλεσε «σωτήρα του Λονδίνου», αφού χάρη σε αυτήν δόθηκε έγκαιρα η προειδοποίηση για τα μυστικά όπλα των Γερμανών.

Μετά το ρομαντισμό, περνάμε στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Διαβάζοντας τα περί εικονικού πνιγμού και διάφορες άλλες τεχνικές, αποκρουστικές για τη συνείδηση, εύκολα χάνει κανείς την επαφή με το έργο μυστικών πρακτόρων σαν τη φίλη μου τη Ζανί, ξεχνά πόσο σημαντικοί είναι για την προστασία μιας χώρας. Οι ανακριτικές τακτικές και πρακτικές εφαρμόστηκαν πιθανώς κατόπιν υποδείξεως της κυβέρνησης Μπους, όμως τη νύφη την πλήρωσαν η CIA και οι άνθρωποί της.

Το ερώτημα εφεξής είναι πώς θα ανακτηθεί η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης προς τις μυστικές υπηρεσίες. Ημουν παρών το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου και στις δυναμικές εισηγήσεις που έκαναν στη Γενεύη ο στρατηγός Μάικλ Χέιντεν, πρώην αρχηγός της CIA, και ο σερ Ντέιβιντ Ομαντ, πρώην συντονιστής των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Και οι δυο μίλησαν σε συνάντηση του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, που έχει έδρα το Λονδίνο (προς ενημέρωσιν, είμαι μέλος της συμβουλευτικής επιτροπής του Ινστιτούτου).

Ο Χέιντεν εξήγησε με σχεδιάγραμμα ποια πρέπει να είναι η λογική της δράσης της υπηρεσίας. Σχεδίασε τρεις κύκλους, αντιπροσωπευτικούς των τριών παραδοσιακών παραμέτρων: Μια αποστολή πρέπει να είναι εφικτή από τεχνική άποψη, επιχειρησιακά αξιόπιστη και νόμιμη. Πρόσθεσε μια τέταρτη προϋπόθεση· μια αποστολή πρέπει να είναι πολιτικά βιώσιμη, πράγμα απολύτως συναφές με τη διαφάνεια έναντι του Κογκρέσου και της κοινής γνώμης. «Χρειαζόμαστε ένα πρόγραμμα, που να μην χρειάζεται κάθε δυο χρόνια μετατροπές, άνοιγμα και κλείσιμο του διακόπτη», είπε ο Χέιντεν.

Ο Ομαντ διατείνεται ότι οι μυστικές υπηρεσίες πρέπει να αποδεχτούν μια αλλαγή προτύπου. Παρήλθαν οι χρόνοι του «μυστικού κράτους», μέσα στο οποίο οι υπηρεσίες έκαναν περίπου ό,τι ήθελαν. Αυτό υποκαταστάθηκε από το «κράτος – προστάτη», στο οποίο η κοινή γνώμη αναθέτει στις μυστικές υπηρεσίες συγκεκριμένες εξουσίες, αναγκαίες για την ασφάλεια μιας χώρας. «Πρόκειται για αντίληψη με επίκεντρο τον πολίτη και με βάση την αλληλεξάρτηση», εξηγεί ο Ομαντ. Οι κατάσκοποι έχουν ανάγκη τις πληροφορίες της κοινωνίας (ιδίως της μεγάλης στη Βρετανία μουσουλμανικής κοινότητας) και οι πολίτες έχουν ανάγκη από προστασία.

«Βάσει της νέας «μεγάλης συμφωνίας», η κοινή γνώμη πρέπει να αντιληφθεί ότι εάν για πολιτικούς ή ηθικούς λόγους αποφασίσει την κατάργηση συγκεκριμένων δραστηριοτήτων (βλ. παρακολούθηση ή ανακριτικές μεθόδους), αυτομάτως αποδέχεται και τον κίνδυνο «φυσιολογικών δυστυχημάτων».

Η κυβέρνηση Ομπάμα καλά θα κάνει να επιδιώξει μια «μεγάλη συμφωνία» σαν του Ομαντ. Η CIA πρέπει να γίνει πιο διαφανής, πιο «πολιτο-κεντρική». Ο πρόεδρος και το Κογκρέσο πρέπει να θεσπίσουν κανόνες για την ανάκριση και τα λοιπά άλλα. Και η κοινή γνώμη πρέπει να αντιληφθεί τα διακυβεύματα και τους κινδύνους.

Λίγοι από εμάς μπορούν να γίνουν ήρωες, όπως η Ζανί ντε Κλαρένς. oι Αμερικανοί όμως μπορούν να θεσπίσουν καλύτερους κανόνες, ώστε οι μυστικές υπηρεσίες να κάνουν καλά τη δουλειά τους.