ΚΟΣΜΟΣ

Η Ιρλανδία θα «κρίνει» το μέλλον της Ε.Ε.

Στο τέλος της προσεχούς εβδομάδας θα ξέρουμε οριστικά το αποτέλεσμα του ιρλανδικού δημοψηφίσματος το οποίο θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό την τύχη της Συνθήκης της Λισσαβώνας. Αν ο ιρλανδικός λαός ψηφίσει, όπως και πέρυσι, «όχι», τότε για τα επόμενα χρόνια η Ευρωπαϊκή Ενωση θα εξακολουθήσει να διοικείται βάσει της Συνθήκης της Νίκαιας. Αν οι Ιρλανδοί πειστούν να ψηφίσουν «ναι», τότε σταδιακά θα αλλάξει ο τρόπος που λαμβάνονται οι αποφάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ θα δημιουργηθούν και νέες θέσεις, όπως του Προέδρου και του υπουργού Εξωτερικών της Ενωσης.

Ούτε η Ιρλανδία, ούτε η Ενωση, ούτε ο υπόλοιπος κόσμος είναι σήμερα ίδιοι σε σχέση με τον Ιούνιο του 2008 όταν οι Ιρλανδοί απέρριψαν τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση που ξέσπασε λίγους μήνες αργότερα γονάτισε τις κυριότερες οικονομίες του πλανήτη και έφερε την ιρλανδική οικονομία, την παλαιότερα επονομαζόμενη και «κελτική τίγρη», στο χείλος της κατάρρευσης. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο κύριος λόγος που η Ιρλανδία δεν χρεοκόπησε όπως η Ισλανδία, ήταν η χρήση του ευρώ και η στήριξη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Τρεις από τις βασικότερες ανησυχίες των Ιρλανδών ήταν (μένει να δούμε αν εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα) ότι αν ψηφίσουν «ναι», τότε οι σκοτεινές Βρυξέλλες θα είναι αυτές που θα αποφασίζουν για τη φορολογία, ότι θα ανατραπεί η ιρλανδική νομοθεσία που απαγορεύει τις εκτρώσεις και ότι θα χαθεί η παραδοσιακή ιρλανδική ουδετερότητα.

Σήμερα όμως πολλά εργατικά συνδικάτα τάσσονται υπέρ της Συνθήκης, όπως και πολλές επιχειρήσεις (μεταξύ άλλων η Intel και η Ryanair). Η Ενωση Καθολικών Επισκόπων της Ιρλανδίας έδωσε πρόσφατα την ευλογία της, καθησυχάζοντας τους φόβους πολλών καθολικών ψηφοφόρων, ενώ η ουδετερότητα της Ιρλανδίας, αν και ποτέ δεν απειλήθηκε, ενισχύθηκε με πρόσθετες εγγυήσεις. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι υπέρμαχοι της Συνθήκης της Λισσαβώνας είναι το 46%, οι πολέμιοι της το 29% και οι αναποφάσιστοι το 25%. Το αποτέλεσμα δεν είναι σίγουρο, ωστόσο είναι εμφανές ότι οι επικριτές της Συνθήκης πρέπει να καλύψουν πολύ περισσότερο έδαφος…

Η Συνθήκη της Λισσαβώνας ξεκίνησε τη διαδρομή της σαν Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και μετά την απόρριψή του το 2005 στο γαλλικό και ολλανδικό δημοψήφισμα ξαναγράφτηκε (σε «ακατανόητη» γλώσσα είναι η αλήθεια) με τη φιλοδοξία να έχει καλύτερη τύχη. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απρόθυμες να ρισκάρουν νέα δημοψηφίσματα (που για να λέμε την αλήθεια σε αρκετές χώρες είναι πιθανό ότι θα ήταν αρνητικά) αφαίρεσαν από το κείμενο τον χαρακτήρα του Συντάγματος. Μια από τις σημαντικότερες αλλαγές ήταν ότι η Συνθήκη της Λισσαβώνας θα αναθεωρεί τις δύο βασικές Συνθήκες της Ε.Ε., δηλαδή τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και την, ιδρυτική, Συνθήκη της Ρώμης.

Τα «στρατόπεδα»

Οι επικριτές της Συνθήκης υποστηρίζουν ότι οι διαφορές της σε σχέση με το θνησιγενές Σύνταγμα είναι ελάχιστες και επουσιώδεις και ότι θα οδηγήσει στη δημιουργία του ομοσπονδιακού κράτους των Βρυξελλών, δηλαδή σε μια Ενωση όπου όλο και περισσότερες εξουσίες θα εκχωρούνται από τα κράτη-μέλη «στις Βρυξέλλες». Οι υπέρμαχοι της Συνθήκης αντιλέγουν ότι θα κάνει την Ευρωπαϊκή Ενωση δημοκρατικότερη, διαφανέστερη και κυρίως αποτελεσματικότερη. Οι σημαντικότερες αλλαγές που θα επιφέρει η Συνθήκη της Λισσαβώνας είναι:

– Νέο σύστημα λήψης αποφάσεων στο Συμβούλιο Υπουργών (από το 2014), σύμφωνα με το οποίο απαιτείτα7ι η συμφωνία του 55% των κρατών-μελών, τα οποία πρέπει να αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της Ενωσης.

– Η δημιουργία θέσης Προέδρου και υπουργού Εξωτερικών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

– Η αφαίρεση του δικαιώματος βέτο από τα κράτη-μέλη σε περίπου 60 τομείς της νομοθεσίας.

– Η ενίσχυση του απευθείας εκλεγμένου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παράλληλα με την ενίσχυση του ρόλου των εθνικών κοινοβουλίων κατά τη σύνταξη νόμων.

– Τέλος, η δυνατότητα των πολιτών να ζητήσουν από την Κομισιόν, εφόσον συγκεντρώσουν ένα εκατομμύριο υπογραφές, να καταθέσει νομοθετική πρόταση για κάποιο θέμα. Εντονη συζήτηση γίνεται τα τελευταία χρόνια για το πού θα οδηγήσουν την Ευρωπαϊκή Ενωση οι αλλαγές που θα επιφέρει η Συνθήκη της Λισσαβώνας. Παράλληλα πολλοί διαμαρτύρονται γιατί η Ευρωπαϊκή Ενωση επιμένει να εφαρμοστεί η Συνθήκη, ενώ έχει ήδη απορριφθεί. Ενα από τα βασικότερα συνθήματα των πολεμίων της Συνθήκης και σήμερα και το 2008 ήταν ότι πολύ δύσκολα διαβάζεται εξαιτίας του τρόπου που έχει συνταχθεί, αλλά και του μεγέθους της (459 σελ.). Πράγματι, είναι δύσκολο να διαβάσει κανείς ένα τόσο… βαρετά γραμμένο κείμενο. Αν όμως θέλει κανείς να αποφασίσει με δημοψήφισμα αν συμφωνεί ή διαφωνεί με τη Συνθήκη, μοιραία δεν πρέπει και να κοπιάσει προκειμένου να ενημερωθεί; Βεβαίως, η «πέτρα του σκανδάλου» είναι οι επιπλέον εξουσίες που «εκχωρούνται στις Βρυξέλλες». Σήμερα περίπου το 70% της νομοθεσίας προέρχεται από τις Βρυξέλλες και αν εγκριθεί η Συνθήκη της Λισσαβώνας το ποσοστό θα αυξηθεί και άλλο. Επιπλέον, αφαιρείται το δικαίωμα βέτο σε περίπου 60 νομοθετικούς τομείς. Δηλαδή προκειμένου να εγκριθεί μια οδηγία δεν θα απαιτείται ομοφωνία των κρατών-μελών. Ισως όμως οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τα κόμματα θα έπρεπε να εξηγήσουν ποιος κρύβεται πίσω από τις Βρυξέλλες. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία πρέπει στη μεγάλη πλειοψηφία της να εγκριθεί από δύο Σώματα: το Συμβούλιο Υπουργών και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μάλιστα με τη Συνθήκη αυξάνονται οι τομείς όπου απαιτείται συναπόφαση Συμβουλίου-Κοινοβουλίου. Τα δύο αυτά σώματα δεν απαρτίζονται ούτε από σκοτεινούς τύπους, ούτε από εξωγήινους. Το πανίσχυρο Συμβούλιο Υπουργών απαρτίζεται από τους υπουργούς των εκλεγμένων εθνικών κυβερνήσεων. Το δε Κοινοβούλιο αφενός εκλέγεται απευθείας από τους ψηφοφόρους (όταν κάνουν τον κόπο να ψηφίσουν) και αφετέρου τα κόμματά του ελέγχονται ασφυκτικά από τα εθνικά πολιτικά κόμματα. Οπότε, οι «κακές» Βρυξέλλες αποτελούνται στην πραγματικότητα από τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών και τους βουλευτές. Κατά κάποιο τρόπο από εμάς τους ίδιους ή τουλάχιστον από τους αντιπροσώπους μας.