ΚΟΣΜΟΣ

Το αμερικανικό σύνδρομο της Κίνας

Περιτριγυρισμένο από τεχνητές λιμνούλες, το αεροδρόμιο θυμίζει στρείδι δίπλα στη θάλασσα, παραπέμποντας στο «μαργαριτάρι της Ανατολής», όπως θέλουν οι Κινέζοι τη Σαγκάη. Για να φτάσει γρήγορα στο κέντρο της κοσμοπολίτικης μεγαλούπολης των 18 εκατομμυρίων κατοίκων, ο επισκέπτης μπορεί να χρησιμοποιήσει το μοναδικό στον κόσμο τρένο μαγνητικής ανύψωσης (MAGLEV), που λειτουργεί κανονικά (τα υπόλοιπα βρίσκονται σε πειραματικό στάδιο). Χάρη στους υπεραγώγιμους μαγνήτες του, το τρένο «πετάει» κυριολεκτικά χωρίς να ακουμπάει τη γη, φτάνοντας τα 440 χιλιόμετρα την ώρα. Ωστόσο, το εντυπωσιακό μεταφορικό μέσο είναι προσιτό μόνο στους πλούσιους, αφού το εισιτήριο κοστίζει 50 γουάν – τσουχτερή τιμή για τους πολλούς, καθώς ένας μέσος μισθός κυμαίνεται γύρω στα 2.000 με 3.000 γουάν. Αναρωτιέται κανείς γιατί δεν θα ήταν προτιμότερη μια από τις 12 γραμμές του συμβατικού αλλά πολύ καλού μετρό που διαθέτει η πόλη.

Μπορεί κανείς να δει το MAGLEV και ως μεταφορά για το σύνδρομο του «υπερ-εκσυγχρονισμού», που έχει καταλάβει την Κίνα, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση τη Σαγκάη. Θέλει και αυτή να «πετάξει» όσο γίνεται πιο γρήγορα, και ακόμα πιο γρήγορα στο μέλλον, έστω κι αν αφήνει πίσω της πολλούς που δεν μπορούν να πληρώσουν το «εισιτήριο» του ξέφρενου εκσυγχρονισμού, έστω κι αν πολλά από τα έργα του είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενα από οικονομική και κοινωνική σκοπιά, εξυπηρετώντας κυρίως την υπόθεση του εθνικού μεγαλείου.

Λίκνο πειραματισμών

Σπουδαίο λιμάνι ήδη από τον 19ο αιώνα, η Σαγκάη ήταν πάντα το λίκνο των πιο πρωτοποριακών πειραματισμών. Μαζί με τα δεινά και τις ταπεινώσεις της αποικιοκρατίας, οι Ευρωπαίοι εισήγαγαν τα καινά δαιμόνια. Στη γαλλική συνοικία της Σαγκάης ιδρύθηκε, το 1921, το Κ.Κ. Κίνας και εδώ εξελίχθηκε η αποτυχημένη σοσιαλιστική επανάσταση του 1927, όταν ο Τσαγκαϊσέκ έβραζε ζωντανούς κομμουνιστές και συνδικαλιστές, όπως περιγράφει στο συγκλονιστικό έργο του «Η ανθρώπινη μοίρα» ο Αντρέ Μαλρό. Η κομμούνα της Σαγκάης σημάδεψε το ζενίθ της Πολιτιστικής Επανάστασης στη μαοϊκή Κίνα και η «κλίκα των τεσσάρων», με επικεφαλής τη σύζυγό του, είχε εδώ το ορμητήριό της στη μάχη για τη διαδοχή, μετά το θάνατο του Μεγάλου Τιμονιέρη. Οταν η μάχη κρίθηκε υπέρ των εκσυγχρονιστών του Ντενγκ Σιαπίνγκ, η Σαγκάη έγινε το πιο εμβληματικό σύμβολο της «Νέας Κίνας», που εκτινάχθηκε, με την ορμή συμπιεσμένου ελατηρίου, από το ένα άκρο στο άλλο, αντικαθιστώντας τη λατρεία του Μάο με εκείνη του Μαμμωνά, με πρώτο βήμα το άνοιγμα του Χρηματιστηρίου.

Αν μπορούσε να δει τη σημερινή Σαγκάη ο Μάο Τσετούνγκ, μάλλον δεν θα ήταν πολύ ευχαριστημένος. Το μικρό σπιτάκι όπου ίδρυσε, μαζί με τους άλλους συντρόφους του, το ΚΚΚ, μουσείο σήμερα, μπορεί να περάσει και απαρατήρητο από τον περαστικό, αν δεν προσέξει τον αστυνομικό στην είσοδο, χαμένο όπως είναι πίσω από τα ψηλά γυάλινα κτίρια και τα πάρκα που θυμίζουν μικρογραφίες Σέντραλ Παρκ. Ακόμη και λίγες ημέρες πριν από τον εορτασμό των 60 χρόνων από την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας, ο Μάο δεν φιγουράρει σχεδόν πουθενά στην πόλη, παρά μόνο σε ελάχιστα λαϊκά ρεστοράν και στα κινεζικά χαρτονομίσματα.

Πανύψηλοι ουρανοξύστες

Η μεταμόρφωση της Σαγκάης είναι εκτυφλωτική, όπως διαπιστώνει ο επισκέπτης που ατενίζει από τη γέφυρα του ποταμού Χουανγκπού, δίπλα στο γοητευτικό ρωσικό προξενείο, τη νέα περιοχή του Πουντόγκ. Μέχρι το 1994, εκτός από τον πύργο της τηλεόρασης, δεν υπήρχαν εκεί παρά λίγα κτίρια και περισσότερα ρυζοχώραφα. Τώρα, ορθώνονται πανύψηλοι ουρανοξύστες στα πιο θεοπάλαβα σχήματα – ένας μοιάζει με ανοιχτήρι μπίρας, ένας άλλος με διαβήτη, ένας τρίτος είναι γεμάτος κολόνες δωρικού ρυθμού, από πάνω μέχρι κάτω. Η νυχτερινή κρουαζιέρα με το ποταμόπλοιο, με τους πολύχρωμους ουρανοξύστες από την πλευρά του Πουντόγκ και τα κατάφωτα ευρωπαϊκά κτίρια της περιοχής Μπαντ, από την άλλη, είναι πραγματικά μοναδική εμπειρία.

Την αίσθηση ότι βρίσκεται σε μια Νέα Υόρκη της Ασίας αποκομίζει ο επισκέπτης και στην εμπορική καρδιά της πόλης, στους πεζόδρομους που ξεκινάνε από την Πλατεία του Λαού. Κατακλυσμός φωτεινών διαφημίσεων μέρα – νύχτα, σε στυλ Τάιμς Σκουέαρ, KFC και Pizza Hut, ο Κλούνι να σε κοιτάει χαμογελαστός από τις βιτρίνες των (καθόλου φτηνών) πολυκαταστημάτων. Βιαστικοί άνθρωποι με γιάπικα κοστούμια τρέχουν και δεν φτάνουν, η μανία για τα ηλεκτρονικά μαραφέτια φτάνει σχεδόν εκείνη των Γιαπωνέζων και από παντού ξεφυτρώνουν κράχτες, πάρα πολλοί κράχτες, που πασχίζουν να σου πλασάρουν οτιδήποτε φαντάζονται ότι μπορεί να χρειάζεσαι, από i-phones μέχρι «κοπέλες για μασάζ, στο δωμάτιό σου». Και τη νύχτα, μια μεγάλη ποικιλία από πρώτης τάξης εστιατόρια στην ακροποταμιά και μπαρ με ζωντανή μουσική τζαζ ή ροκ, φυσικά για όσους έχουν την άνεση να τα απολαύσουν – και όχι, φερ’ ειπείν, για τους άστεγους που περιμένουν να μαζέψουν τα αποφάγια κάτω από τις δύο αψίδες του Mac Donald’s ή για τους ρακοσυλλέκτες με τις χειράμαξες που περιδιαβάζουν τα πίσω δρομάκια των ιστορικών ξενοδοχείων.

Οικονομικό «θαύμα»

Η σημερινή Σαγκάη θυμίζει την Αθήνα ένα χρόνο πριν από την Ολυμπιάδα, αλλά σε πολύ πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Παντού εργοτάξια, που δουλεύουν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, για να είναι όλα έτοιμα σε έναν χρόνο, όταν η Σαγκάη θα φιλοξενεί την EXPO 2010. Στο χώρο της έκθεσης ορθώνεται ήδη ο σκελετός του γιγαντιαίου κινεζικού περιπτέρου, ακριβώς δίπλα από το οποίο ετοιμάζεται το πολύ μικρότερο αμερικανικό.

Ολα αυτά είναι πολύ εντυπωσιακά για τον επισκέπτη που έρχεται φορτωμένος με πάρα πολλές επιφυλάξεις για την ποιότητα και την αντοχή του κινεζικού «θαύματος». Η βελτίωση των υποδομών και η γρήγορη άνοδος του βιοτικού επιπέδου εκατομμυρίων ανθρώπων είναι γεγονότα αναμφισβήτητα – κι αυτά εξασφαλίζουν ισχυρή νομιμοποίηση στο μονοκομματικό καθεστώς. Κάπου, όμως, πίσω από αυτές τις εντυπώσεις, μένει η αμφιβολία για το κατά πόσο συνιστά πρόοδο να επισκέπτεται κανείς ολοένα και πιο φαραωνικές πόλεις, που θα μοιάζουν ολοένα και πιο πολύ μεταξύ τους, με τους ίδιους ουρανοξύστες, την ίδια κουζίνα, τα ίδια ρούχα, τα ίδια μπαρ και την ίδια Ντίσνεϊλαντ.

Η οικογένεια Λι

Η Λι Μιν ζει με τον άνδρα της και τον μικρό τους γιο, δυόμισι χρόνων, σε ένα άνετο διαμέρισμα 132 τετραγωνικών μέτρων. Οι πολυκατοικίες της περιοχής μοιράζονται ένα μικρό παρκάκι κι ένα γήπεδο τένις. Ο πατέρας της Μιν ήταν στέλεχος του ΚΚΚ και η σύνταξή του φτάνει τα 5.000 γουάν. Ο κ. Λι Ζονγκρόνγκ θυμάται ότι, την περίοδο της Πολιτιστικής Επανάστασης, ο πατέρας του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη διδασκαλία στην Ιατρική Σχολή του Πεκίνου και να κάνει τον οδοκαθαριστή, στο πλαίσιο της ταξικής αναδιαπαιδαγώγησης των διανοουμένων. Η Λι Μιν σπούδασε μάνατζμεντ και έχει δουλέψει σε πολλές δυτικές πολυεθνικές. Σήμερα δουλεύει στη γαλλική Βιτόν και ο μισθός της είναι 25.000 γουάν (το δεκαπλάσιο του μέσου). Ο άνδρας της έχει δική του εταιρεία παιδικών ειδών και ειδών γάμου. Με κόμμωση Μοϊκανού, ο γιος τους απολαμβάνει ένα άνετο δωμάτιο με μακέτες αεροπλάνων, ιστιοφόρων και ακριβών αυτοκινήτων, τραπέζι πινγκ πονγκ και παιχνίδι με βελάκια. Η Λι αγόρασε το διαμέρισμα ένα εκατ. γουάν (100.000 ευρώ) -ποσό απλησίαστο για έναν μεροκαματιάρη στην Κίνα- και η σημερινή του αξία είναι γύρω στα 250.000 ευρώ. Ονειρο της Λι είναι να γυρίσει όλο τον κόσμο και να σπουδάσει τον γιο της σε ένα καλό πανεπιστήμιο της Ευρώπης. Σε αντίθεση με τον πατέρα της, δεν είναι μέλος του ΚΚΚ και απαντάει ευθέως ότι θα ήθελε να δει να γίνονται ελεύθερες εκλογές στην Κίνα, αλλά δεν πιστεύει ότι θα το ζήσει. Θυμάται τις διαδηλώσεις της πλατείας Τιενανμέν, το 1989, όπου είχαν κατέβει αρκετές συμμαθήτριές της. Θεωρεί την επιλογή τους «δικαιολογημένη, αλλά αναποτελεσματική».

Εμιλι ή Πινγκ Γου

Πινγκ Γου είναι το κανονικό της όνομα, αλλά η ίδια έχει υιοθετήσει το αγγλικό Εμιλι, όπως το συνηθίζουν πολλές συμφοιτήτριές της στο πανεπιστήμιο του Τονγκζί. Γεννήθηκε σε ένα χωριό της επαρχίας Σιτσουάν, μιας από τις φτωχές περιοχές της Κίνας, αλλά οι γονείς της έκαναν κάθε δυνατή θυσία για να την σπουδάσουν στη μεγάλη πόλη, της συνιστούν, μάλιστα, να φύγει για μεταπτυχιακά στην Αμερική ή στην Αγγλία, αν μπορέσει να εξασφαλίσει υποτροφία. Πληρώνει για δίδακτρα γύρω στα 5.000 γουάν τον χρόνο και άλλα 1.000 για έξοδα διαμονής και σίτισης στη φοιτητική εστία -ποσά απαγορευτικά για πάρα πολλούς Κινέζους- αν και υπάρχουν διάφορες υποτροφίες (από το κράτος, ανάλογα με τις επιδόσεις στα μαθήματα και από φιλάνθρωπους μεγαλοεπιχειρηματίες για τους φτωχούς). Από το Σιτσουάν στη Σαγκάη έζησε τις ανισότητες από πρώτο χέρι, αλλά πιστεύει ότι όποιος έχει θέληση μπορεί να πάει μπροστά. Δεν πιστεύει ότι οι διαδηλώσεις και οι απεργίες μπορούν να φέρουν κάτι θετικό και προτιμά τον διάλογο με τις αρχές. Οταν όμως έγινε ο φονικός σεισμός στο Σιτσουάν και πολλοί μαθητές σκοτώθηκαν γιατί τα κτίρια ήταν ακατάλληλα, ένιωσε συμπάθεια για τις κινητοποιήσεις εναντίον των διεφθαρμένων τοπικών αξιωματούχων. Οργάνωσε, μάλιστα, μαζί με συμφοιτήτριές της, ολονυχτία στη Σαγκάη για τα θύματα. Της αρέσει η αμερικανική μουσική, ο αμερικανικός κινηματογράφος, αλλά όχι η ίδια η Αμερική, με ή χωρίς τον Ομπάμα. Λεπτομέρεια: Στο Τμήμα Μαρξισμού του πανεπιστημίου της σπουδάζουν 55 φοιτητές, ενώ στην Αρχιτεκτονική 3.300 και στην Πληροφορική 3.700.

Ο κύριος Σον

Στα 81 του χρόνια, ο Σον Ισού έχει δει την Κίνα να αλλάζει πολύ δραματικά, αλλά τη γειτονιά του πολύ λιγότερο. Η οδός Γιανγκσουπού, όχι μακριά από το κέντρο της Σαγκάης, είναι μια πολύ φτωχή περιοχή με συνεργεία αυτοκινήτων, υπαίθρια εστιατόρια, μικροσκοπικά τσαγκαράδικα, ραφτάδικα, κουρεία και μαγαζιά για κάθε είδους επιδιορθώσεις και μπαλώματα. Κάτω από τις παλιές, εργατικές πολυκατοικίες, είναι αραδιασμένες οι τρώγλες. Ο ηλικιωμένος συνομιλητής μας μένει εδώ τα τελευταία 60 χρόνια της ζωής του. Εφτιαξε το σπιτάκι του με τα ίδια του τα χέρια. Δυο δωματιάκια όλα κι όλα, όπου μπαίνει σκυφτός, μια λάμπα που την πηγαινοφέρνει από δωμάτιο σε δωμάτιο, μια τηλεόραση της κακιάς ώρας, μπάνιο, νιπτήρας και κουζίνα εξωτερικά. Δεν έφυγε από αυτό το σπίτι ούτε όταν ο γιος του μετακόμισε σε πολύ καλύτερο διαμέρισμα, όπου μπορούσε να τον φιλοξενήσει. Εδώ είναι οι αναμνήσεις του, οι άνθρωποί του, η ζωή του. Τρέμει στην ιδέα ότι σε λίγο είναι πολύ πιθανό να υποχρεωθεί να μετακομίσει, γιατί η κυβέρνηση θα βάλει μπρος σχέδιο οικιστικής ανάπλασης. Τον ίδιο φόβο έχει κι ο ράφτης, που βγάζει τα μάτια του ράβε – ξήλωνε σε μια μικρή καμαρούλα, παρακολουθώντας στην τηλεόραση τα νέα του Χρηματιστηρίου. Στα σπίτια και έξω, στον κεντρικό δρόμο, δεκάδες νέοι και λιγότερο νέοι παίζουν χαρτιά, συνεχίζοντας την παράδοση μιας πόλης που έγραψε χρυσές σελίδες και στον τζόγο.

Ο καθηγητής Φαν

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο πανεπιστήμιο Φουντάν, ένα από τα καλύτερα της Κίνας, ο Φαν Γιονμίγκ όχι μόνο δέχθηκε πολύ πρόθυμα να μου δώσει συνέντευξη, αλλά επέμεινε να μου κάνει το τραπέζι στο ακριβό ρεστοράν του Χίλτον. «Στα πρώτα τριάντα χρόνια της Λαϊκής Δημοκρατίας, μέχρι τον θάνατο του Μάο, είχαμε σταθερότητα, αφήναμε ανοιχτό το σπίτι ζητώντας από τον γείτονα να προσέχει για λίγο τα παιδιά, χωρίς σκοτούρες και άγχη. Ωστόσο, υπήρχαν ελάχιστα πράγματα να αγοράσουμε. Ως μαθητής, ήμουν υποχρεωμένος να παίρνω ρούχα με το κουπόνι που μας έδινε το κράτος κι αυτό ήταν ένα δράμα για μένα γιατί ήμουν πολύ ψηλότερος από τον μέσο όρο. Το κράτος αποφάσιζε τι δουλειά θα κάναμε μετά τις σπουδές, επενέβαινε ακόμα και στα του γάμου μας. Σήμερα, έχουμε πολύ περισσότερα πράγματα στην αγορά, ελευθερία ατομικών επιλογών, αλλά και μεγαλύτερες ανισότητες και δεν γνωρίζουμε τίποτα για τον διπλανό μας». Ο κ. Φαν θεωρεί θετική την εκσυγχρονιστική πορεία της Κίνας, αλλά εφιστά την προσοχή στους κινδύνους διάβρωσης της εθνικής συνοχής. «Η αναλογία κατά κεφαλήν εισοδήματος ανάμεσα στη Σαγκάη και τις πιο φτωχές περιοχές είναι 1:13. Οι παράκτιες, ανεπτυγμένες περιοχές εκμεταλλεύονταν για ένα διάστημα τη βορειοδυτική ενδοχώρα, όπως ο Βορράς εκμεταλλεύται το Νότο σε διεθνή κλίμακα: εισάγουν από αυτές φθηνές πρώτες ύλες, ας πούμε βαμβάκι από το Σινγιάνγκ, από αυτό φτιάχνουν ρούχα, τα οποία του τα πουλάνε πολύ ακριβότερα. Για να χτυπηθεί αυτή η άνιση ανταλλαγή δεν αρκεί η ελεύθερη αγορά, πρέπει το κόμμα και το κράτος να φτιάξουν βιομηχανίες, υποδομές και υπηρεσίες στο Σινγιάνγκ, όπως σε ένα βαθμό το κάνουν. Διαφορετικά, θα αντιμετωπίσουμε κινδύνους κοινωνικών εκρήξεων και αποσχιστικών τάσεων».

Οι άνθρωποι χωρίς όνομα

Τον συναντήσαμε, περασμένα μεσάνυχτα, να κοιμάται βαριά, κατάχαμα, στα σκαλιά ενός ιστορικού ξενοδοχείου της Μπαντ, πλάι στο ποτάμι. Δίπλα του, γερανοί, μπετονιέρες, φορτηγά και κομπρεσέρ δημιουργούσαν ένα πανδαιμόνιο, ικανό να αναστήσει νεκρούς. Πιο εκεί, ανοίξαμε κατά λάθος την πόρτα ενός κοντέινερ και βρήκαμε οκτώ εργάτες να κοιμούνται σε λινάτσες, με τις φόρμες της δουλειάς. Δουλεύουν τουλάχιστον 12 ώρες την ημέρα στα εργοτάξια της EXPO 2010, που λειτουργούν 24 ώρες τη μέρα, επτά μέρες τη βδομάδα. Πρόκειται για τους λεγόμενους «μεταναστευτικούς εργάτες», που έρχονται, κατά κανόνα παράνομα, από τις πολύ φτωχές αγροτικές περιοχές. Η μαύρη, ανασφάλιστη εργασία μπορεί να τους προσφέρει 2.000 – 2.500 χιλιάδες γουάν το μήνα, αν δεν τους «ρίξουν» τα αφεντικά και αν δεν τους πιάσει η αστυνομία λίγο πριν από την πληρωμή.

Αυτός ο τεράστιος «βιομηχανικός εφεδρικός στρατός», όπως θα τον χαρακτήριζε ο Μαρξ, είναι ένα από τα μεγαλύτερα, ένοχα μυστικά του κινεζικού θαύματος – μια αχανής «εσωτερική Αλβανία» άνω των 200 εκατομμυρίων ανθρώπων χωρίς χαρτιά, χωρίς φωνή και χωρίς όνομα. Οι τουρίστες θαυμάζουν συχνά τις πυραμίδες, αλλά όχι και τους σκλάβους που τις έφτιαξαν…