ΚΟΣΜΟΣ

Σε νεκρό σημείο η γερμανική Ευρώπη

«Το να ζητάει κανείς από την Πορτογαλία να δώσει χρήματα στην Ελλάδα ισοδυναμεί με το να ζητάει από έναν ρακένδυτο να βοηθήσει τον γυμνό. Ωστόσο αυτή είναι η σωστή στάση, η μόνη δυνατή, διότι κανείς δεν γνωρίζει τι μας επιφυλάσσει το μέλλον». Με αυτή την ανόρεκτη συγκατάβαση υποδέχθηκε, στο κύριο άρθρο της, η πορτογαλική εφημερίδα Diario Economica την απόφαση για παροχή δανείου από Ευρωπαϊκή Ενωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Ελλάδα. Ανόρεκτη, διότι οι Πορτογάλοι αντιμετωπίζουν ήδη ένα άκρως επώδυνο πρόγραμμα λιτότητας και συγκατάβαση, διότι σκέφτονται ότι μετά τους Ελληνες είναι πολύ πιθανό να έρθει η δική τους σειρά να σταθούν στο γκισέ για δάνειο.

Αντιδράσεις

Ανάλογες ήταν οι αντιδράσεις σε όλες τις βαριά χρεωμένες χώρες της Ε. Ε. που καλούνται να συμβάλουν στη χρηματοδότηση της Ελλάδας. Η εικόνα της ομάδας μεθυσμένων που κάνουν πιρουέτες πάνω στο χιόνι, έτσι που καθένας να παρασύρει τον διπλανό του στην πτώση, αρχίζει να διαγράφεται στον ορίζοντα. Και όσο το πρόβλημα περιορίζεται στην Ελλάδα και την Πορτογαλία, δύο χώρες που αντιπροσωπεύουν γύρω στο 5% της ευρωπαϊκής οικονομίας, η κατάσταση εμφανίζεται διαχειρίσιμη. Τι θα συμβεί όμως αν ο «μηχανισμός στήριξης» χρειαστεί να ενεργοποιηθεί και για την Ισπανία, την τέταρτη οικονομία της Ευρωζώνης;

Μεταξύ των αρθρογράφων έγκυρων ευρωπαϊκών εφημερίδων κερδίζει έδαφος η γνώμη ότι το περίφημο «οπλισμένο περίστροφο» του μηχανισμού δανειοδότησης Ε. Ε. – ΔΝΤ στην καλύτερη περίπτωση θα δωρίσει λίγο χρόνο και στη χειρότερη θα κρύψει κάτω από το χαλί τα εκρηκτικά προβλήματα της Ενωσης. Οπως έγραφε τη Δευτέρα ο Στίβεν Ερλάνγκερ στους New York Times, η διεθνής δημοσιονομική κρίση, που επικεντρώθηκε προσωρινά στην Ελλάδα, αποκάλυψε το βαθύ ρήγμα στο γαλλογερμανικό ζεύγος, που αποτελούσε μέχρι πρόσφατα τον βασικό κινητήρα της Ενωσης.

Δεν αποτελεί μυστικό ότι η Γαλλία θορυβήθηκε σφόδρα από την εμπλοκή του ΔΝΤ στα εσωτερικά της Ευρωζώνης, την οποία είδε, όπως άλλωστε και ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Ζαν – Κλοντ Τρισέ, ως «πολιτική ταπείνωση». Ρεπορτάζ της Le Monde ανέφερε ότι, με αφορμή την Ελλάδα, οι Γερμανοί «έφεραν τον μεγάλο, κακό λύκο (το ΔΝΤ) στο ευρωπαϊκό μαντρί», ενώ κύριο άρθρο της ίδιας εφημερίδας διεκτραγωδούσε το «Ευρώ made iUSA». Πάντα στη Le Monde, ένα άλλο ρεπορτάζ εμφάνιζε τον Νικολά Σαρκοζί να καυτηριάζει, με αφορμή την άτεγκτη στάση της κ. Μέρκελ έναντι της Ελλάδας, τον «γερμανικό ιμπεριαλισμό», προσθέτοντας με νόημα: «Αυτοί (οι Γερμανοί) δεν έχουν αλλάξει» …

Φυσικά, η αντίδραση του Σαρκοζί δεν οφείλεται σε υπερχειλίζοντα αντιιμπεριαλισμό ή φιλελληνισμό. Απλώς, ο Γάλλος πολιτικός αντιλαμβάνεται ότι η Ελλάδα ήταν μόνο η αφορμή και ότι η πραγματική αιτία της υπερθετικά ωμής γερμανικής αδιαλλαξίας έναντι της χώρας μας ήταν η πρόθεσή της να φρονηματίσει άλλες, πολύ ισχυρότερες, δυνητικά «απείθαρχες» δημοσιονομικά χώρες, όπως η Ισπανία, η Ιταλία ή και η ίδια η Γαλλία. Ακόμη και οι βρετανικοί Financial Times δεν δίστασαν να χαρακτηρίσουν το προτεινόμενο από τη Γερμανία Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο ως «θάλαμο βασανιστηρίων του (υπουργού Οικονομικών της κ. Μέρκελ) Βόλφγκανγκ Σόιμπλε»!

Αλλαγές

Παρίσι και Βερολίνο φαίνεται να συμφωνούν ότι η υπέρβαση της κρίσης απαιτεί θεμελιώδεις αλλαγές στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Διαφωνούν, ωστόσο, στην κατεύθυνση αυτών των αλλαγών. Για τη Γαλλία, η κρίση είναι ευκαιρία να τεθούν με νέα ορμή οι παραδοσιακές θέσεις της για πολιτική διεύθυνση της Ευρωζώνης, χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας και αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, χωρίς να αποκλείει και πιο τολμηρές μεταρρυθμίσεις, όπως η έκδοση ευρωπαϊκού ομόλογου από την Κομισιόν, όπως προτείνει και ο πρώην πρωθυπουργός της Δανίας και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Πολ Νίρουπ Ράσμουσεν. Ωστόσο, η Γερμανία φαίνεται αποφασισμένη να μείνει πάση θυσία στη γραμμή του σκληρού ευρώ. Οχι για λόγους ιδεολογικής στενοκεφαλιάς ή ιστορικών εμμονών (λόγω του εφιαλτικού υπερπληθωρισμού της δεκαετίας του ’20, όπως κατά κόρον υποστηρίζεται), αλλά γιατί αυτό εξυπηρετεί τα στρατηγικά οικονομικά της συμφέροντα. Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, όπου το σκληρό νόμισμα αντιστρατεύεται τις βιομηχανικές και αγροτικές εξαγωγές, το βαρύ πυροβολικό των γερμανικών εξαγωγών, είτε πρόκειται για αυτοκίνητα Mercedes είτε για μηχανήματα παραγωγής, λίγο επηρεάζεται από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Θα τα πουλάνε ούτως ή άλλως, χάρη στη μονοπωλιακή θέση τους στις αντίστοιχες αγορές.

Επομένως, η συμμαχία των γερμανικών τραπεζών, που κατ’ εξοχήν επιθυμούν το σκληρό νόμισμα, με τον πιο δυναμικό τομέα της γερμανικής βιομηχανίας είναι σχετικά σταθερή – ένα ιδιαίτερο, ιστορικό χαρακτηριστικό του γερμανικού χρηματιστικού κεφαλαίου, από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα. Υπό αυτό το πρίσμα, ισχυροί κύκλοι της Γερμανίας βλέπουν με καλό μάτι την ιδέα που είχε διατυπώσει ήδη από το 1994 ο Σόιμπλε, για μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων, στον σκληρό πυρήνα της οποίας θα βρίσκονται μόνο οι βιομηχανικά ανταγωνιστικές και δημοσιονομικά πειθαρχημένες χώρες του σκληρού νομίσματος, αφήνοντας τις υπόλοιπες σε ρόλο οικονομικής ενδοχώρας.

Υποχωρήσεις

Το πρόβλημα με τη Γερμανία είναι ότι δεν μπορεί να τα έχει όλα δικά της: Δεν μπορεί να ηγείται πολιτικά στην Ευρώπη αν δεν κάνει οικονομικές υποχωρήσεις στους εταίρους της, έναντι των οποίων συσσωρεύει διαρκώς μεγαλύτερα πλεονάσματα. Αντίθετα, δεν αποκλείεται να αποδειχθεί μεσοπρόθεσμα ότι η Γερμανία υπερτιμά στις αρχές του 21ου αιώνα την οικονομική της ισχύ, όπως μοιραία υπερτίμησε στον εικοστό αιώνα τη στρατιωτική της ισχύ. Ο Γάλλος οικονομολόγος Ζαν – Πολ Φιτουσί διερμήνευε τα αισθήματα πάρα πολλών όταν διεκτραγωδούσε τον περίφημο «μηχανισμό στήριξης» ως εξής: «Αυτό δεν είναι αλληλεγγύη, αλλά τιμωρία. Μια επίδειξη δύναμης των Γερμανών, που θέλουν να αποδείξουν ότι όποιος δεν ακολουθεί το δικό τους μοντέλο δεν είναι άξιος να βρίσκεται στην Ευρώπη».