ΚΟΣΜΟΣ

Απεργίες στη Βρετανία

Οι αντιδράσεις στις περικοπές δαπανών στη Βρετανία έλαβαν την Πέμπτη μια σπάνια μορφή: τη μορφή της απεργίας. Οι εργατοώρες που χάνονται στη Βρετανία λόγω κινητοποιήσεων είναι οι μισές απ’ ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη, η τελευταία γενική απεργία στη χώρα έγινε το 1926 και ο βρετανικός συνδικαλισμός έχει υποστεί συντριπτικό πλήγμα από τις σιδηρές πολιτικές της Μάργκαρετ Θάτσερ τη δεκαετία του ’80.

Κι όμως, τέσσερα συνδικάτα του δημοσίου τομέα, μεταξύ αυτών και ένα συνδικάτο καθηγητών που δεν είχε απεργήσει ποτέ, από τη σύστασή του πριν από 127 χρόνια, κινητοποιήθηκαν εναντίον των μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα. Αλλες ενώσεις απειλούν επίσης με κυλιόμενες απεργίες από Σεπτέμβριο.

Οι περικοπές που εφαρμόζει η κυβέρνηση του Ντέιβιντ Κάμερον, προκειμένου να θέσει υπό έλεγχο ελλείμματα της τάξης του 10% του ΑΕΠ αρχίζουν σιγά σιγά να «δαγκώνουν», όπως δείχνουν τα λουκέτα καταστημάτων σε πολλούς εμπορικούς δρόμους. Οι μισθοί του δημοσίου τομέα έχουν παγώσει για δύο χρόνια, πιθανώς και για τέσσερα, ενώ έχουν δρομολογηθεί απολύσεις 400.000 δημοσίων υπαλλήλων. Επιπλέον, η κυβέρνηση ζητά τώρα από τους υπαλλήλους αυξημένες μηνιαίες συνταξιοδοτικές εισφορές, που ισοδυναμούν με περικοπές μισθού έως 8,5%, αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων ώστε να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο ο τελευταίος μισθός αλλά και οι χαμηλότεροι μισθοί προηγούμενων ετών και μεταθέτει στα 66 χρόνια την ηλικία συνταξιοδότησης.

Στην ιστοσελίδα του συνδικάτου PCS μπορεί ο καθένας να δώσει τα στοιχεία του και να υπολογίσει πόσα χρήματα χάνει εξαιτίας της μεταρρύθμισης. Το ατυχές για τη βρετανική κυβέρνηση είναι ότι έχει ήδη δοθεί στη δημοσιότητα η έκθεση του λόρδου Χάτον για το συνταξιοδοτικό σύστημα, η οποία αναφέρει ότι, μετά τις αλλαγές που εισήγαγε ο Τόνι Μπλερ, το βάρος των συντάξεων επί του ΑΕΠ μειώνεται και το σύστημα δεν βρίσκεται σε κίνδυνο. Πολλοί θιγόμενοι έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μεταρρύθμιση σχετίζεται λιγότερο με τις μακροχρόνιες προοπτικές του ασφαλιστικού συστήματος και περισσότερο με τη γιγαντιαία τρύπα που άνοιξε στον βρετανικό προϋπολογισμό η τιτάνια προσπάθεια διάσωσης χρεοκοπημένων τραπεζών όπως η RΒS.

Οι συζητήσεις για τις αιτίες του ελλείμματος στενεύουν τα επικοινωνιακά περιθώρια της βρετανικής κυβέρνησης, η οποία απαντά εφαρμόζοντας τη δοκιμασμένη τακτική της αντιπαράθεσης ιδιωτικών και δημοσίων υπαλλήλων. Οι βρετανικές εργοδοτικές οργανώσεις έχουν μειώσει τόσο τις εισφορές τους, ώστε μεγάλο ποσοστό των ιδιωτικών υπαλλήλων στη Βρετανία δεν θα πάρει καν σύνταξη, ή θα πάρει ελάχιστη. Υπ’ αυτό το πρίσμα, οι δημόσιοι υπάλληλοι προβάλλονται ως προνομιούχοι και η μείωση των συντάξεών τους ως «δίκαιη» κατανομή βαρών.

Εναντίον των απεργών τάσσεται όχι μόνο η κυβέρνηση Συντηρητικών-Φιλελεύθερων Δημοκρατών, αλλά και οι Εργατικοί του Εντ Μίλιμπαντ. Επίσης, εναντίον των κινητοποιήσεων λειτουργεί το συνολικό κοινωνικό κλίμα της Βρετανίας, αλλά και η αυστηρή αντιαπεργιακή νομοθεσία. Παρ’ όλα αυτά, το 49% των ερωτηθέντων σε δημοσκόπηση του Ινστιτούτου ComRes θεωρεί ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν θεμιτούς λόγους καθόδου σε απεργία.