ΚΟΣΜΟΣ

Τζίο Πόντι, άνθρωπος της Αναγέννησης στην Ιταλία του 20ού αιώνα

ΜΙΛΑΝΟ. Ηταν φοβερή καριέρα. Ως σχεδιαστής, ο Τζίο Πόντι εργάστηκε για 120 εταιρείες. Ως αρχιτέκτονας έχτισε σε 13 χώρες. Ως συντάκτης περιοδικού, συμμετείχε σε 560 τεύχη και έγραψε τουλάχιστον ένα άρθρο σε καθένα από αυτά. Ως ακαδημαϊκός, έδωσε διαλέξεις σε 24 χώρες.

Ο Πόντι, που πέθανε το 1979 στα 87 του χρόνια, διακρίθηκε ως ένας από τους πιο σημαντικούς Ιταλούς αρχιτέκτονες και σχεδιαστές του 20ού αιώνα. Δεν υπήρξε μόνο εξαιρετικά πρωτοπόρος, η δουλειά του ήταν ασυνήθιστα εκλεκτική, αντανακλώντας τα ποικίλα, συχνά αντικρουόμενα, στιλ αλλά και τις ιδεολογίες με τις οποίες πειραματίστηκε με τα χρόνια.

Για τη ρετροσπεκτίβα «Expressions of Gio Ponti», το Μουσείο Triennale στο Μιλάνο κατέληξε στα 250 πιο χαρακτηριστικά έργα του Πόντι, επιλέγοντας μέσα από δεκάδες χιλιάδες έργα προκειμένου να αφηγηθεί την ιστορία τους σαν μια σειρά από βινιέτες. Τα εκθέματα είναι τόσο πολυτελή ώστε η έκθεση να λάμπει με το πνεύμα του Πόντι και την αισθαντικότητα και την ευφυΐα της καλύτερης δουλειάς του.

Οπως πολλοί μετρ που καθιέρωσαν την Ιταλία ως παγκόσμιο κέντρο ντιζάιν στα μέσα του 20ού αιώνα, ο Πόντι αρχικά εκπαιδεύτηκε ως αρχιτέκτονας και μπήκε στο βιομηχανικό ντιζάιν φτιάχνοντας προϊόντα για την ιταλική Richard Ginori, κατασκευάστρια εταιρεία κεραμικών του 18ου αιώνα που είχε έδρα λίγο έξω από τη Φλωρεντία.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’20 και του ’30, ο Πόντι συνεργάστηκε με τους τεχνίτες της εταιρείας για να παράγουν πολύπλοκα, όμορφα φτιαγμένα κεραμικά, πολυτελώς διακοσμημένα, συχνά σε νεοκλασικό στιλ. Εκεί έμαθε να αγαπάει τα πλούσια χρώματα, τα πληθωρικά σχήματα, την κομψότητα, στοιχεία όλα εκτός μόδας στο μεγαλύτερο τμήμα της καριέρας του.

Ακόμη και τα πιο πετυχημένα βιομηχανικά σχέδιά του έχουν ένα ιδιότυπο στιλ, όπως η La Cornuta, μηχανή εσπρέσο που δημιούργησε για την La Pavoni το 1948 και που έγινε σύμβολο για την Ιταλία της «Ντόλτσε Βίτα».

Ως αρχιτέκτονας, το ρεπερτόριό του ποικίλλει από το κλασικό στιλ των πρώτων πρότζεκτ του ’20, κυρίως σπίτια, μέχρι το μοντερνιστικό δείγμα της μεταπολεμικής δουλειάς του, ανάμεσά τους και ο Πύργος Πιρέλι στο Μιλάνο (1956). Αλλά τα ωραιότερα κτίρια, όπως η Βίλα Πλανσάρ στο Καράκας (1955) και η Βίλα Νεμάζι στην Τεχεράνη (1960), είναι εκείνα που αντανακλούν τη ζωντάνια των αντιθέσεων στο χρώμα, το φως, την υφή.

Ο Πόντι υπήρξε επίσης πολιτιστικός καταλύτης που τίμησε το έργο άλλων σχεδιαστών και έδωσε τον ορισμό του ντιζάιν ως εκδότης, συγγραφέας και δάσκαλος.

Ηταν ο επικεφαλής χρονογράφος της εξέλιξης του μοντέρνου ντιζάιν στην Ιταλία σαν συντάκτης του περιοδικού Domus από το 1928-41 και από το 1948-79 και του περιοδικού Stile από το 1942-47. Χρησιμοποίησε αυτό τον ρόλο για να ξεχωρίσει σχεδιαστές και καλλιτέχνες που θαύμαζε και να εντάξει το ιταλικό ντιζάιν μέσα στη σύγχρονη κουλτούρα. Κάνοντάς το, έδωσε στο ντιζάιν ένα διανοουμενίστικο υπόβαθρο που δεν το άφησε να γίνει ένα καθαρά εμπορικό προϊόν στην Ιταλία, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ετρεφε στενές φιλίες με συναδέλφους από ολόκληρο τον κόσμο, που τον επισκέπτονταν στο σπίτι ή στο στούντιο. Οι φίλοι του αφηγούνται ακόμη ιστορίες για τη γοητεία ή την καλοσύνη απέναντί τους.

Του άρεσε επίσης να εμψυχώνει νεότερους ντιζάινερ, ακόμη κι εκείνους που ένιωθε ότι τον προκαλούσαν. Ανάμεσά τους ήταν ο Αλεσάντρο Μεντίνι και ο Ετόρε Σότσας που ήταν στο προσκήνιο του μεταμοντερνιστικού κινήματος στη δεκαετία του ’70.

Στα 80 του πλέον, ο Πόντι εργαζόταν ακόμη αλλά δεν μπορούσε να οδηγεί την αγαπημένη του Citroen DS στο Μιλάνο. Την αντικατέστησε με ένα ήσυχο Fiat. Διάλεξε ένα που είχε 12 θέσεις ελπίζοντας ότι θα γέμιζαν με φίλους με τους οποίους θα μπορούσε να κουβεντιάζει όσο θα βρίσκονταν στον δρόμο.